Tag Archive | "Φίλιος"

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Όχι, ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω!

Posted on 22 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Τί είναι ο άνθρωπος; Από τί αποτελείται η ύπαρξη του; Αν γνωρίζαμε πραγματικά τι είναι ο άνθρωπος κι ερχόταν κάποιος και μας έλεγε πως δεν είναι μόνο αυτά που συνθέτουν την ύπαρξη του αλλά και κάτι παραπάνω, κάτι ακόμη, τότε τί είναι αυτό; Και ποιος είναι εκείνος που μας λέει κάτι τέτοιο;

Δεν υπάρχει μία ενιαία εικόνα για τον άνθρωπο, αν και υπάρχουν συγκλίσεις. Θέλω να πω πως αλλιώς τον είδε η φιλοσοφία, αλλιώς η θεολογία, αλλιώς η ανθρωπολογία, αλλιώς η ψυχολογία, αλλιώς κάποια κοινωνικά και πολιτικά συστήματα. Ο Freud θα μας μιλήσει για το εγώ που κατά πολύ, είναι φανταστικό. Ο νεοπλατωνικός Πλωτίνος θα μας πει πως η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Η Δύση θα ενοχοποιήσει το σώμα και η ορθόδοξη παράδοση θα μιλήσει για ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη.

Κι έρχεται ένας μεγάλος Πατέρας της εκκλησίας και μας αναστατώνει ευχάριστα. Ο όσιος Μάξιμος Ομολογητής (580 – 662 μ.Χ.) που εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου, μας λέει πως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο μία ύπαρξη που διατηρεί τη σύγκραση ψυχής και σώματος, αλλά και κάτι ακόμη, κάτι παραπάνω. Είναι το «όλον αυτού», και συγκεκριμένα η βούληση του, το ελεύθερο θέλημα, που είναι καθοριστικό του προσώπου, όπως γράφει σε επιστολή του.

Αυτό τον «όλον αυτού», η φιλοσοφική σκέψη αλλά και η δυτική ανθρωπολογία δεν κατάφεραν ποτέ τους να το υποψιαστούν. Ο Ντεκάρτ μας λέει συνεχώς «είμαι ένα σκεπτόμενο πράγμα», θεώρηση η οποία δεν απέχει από το πώς είδε τον Θεό και τον άνθρωπο η δυτική θεολογία, η οποία μάλιστα, και με τη συμβολή του ιερού Αυγουστίνου, ενοχοποίησε το σώμα. Γιατί το κάνει όμως αυτό ο Αυγουστίνος; Γιατί είναι νεοπλατωνικός και για τη νεοπλατωνική σκέψη το σώμα είναι κακό. Διαβάζουμε στην πρώτη Εννεάδα του Πλωτίνου, όπου αναφέρεται στον άνθρωπο: «Ας δεχτούμε λοιπόν ότι πρόκειται για μίξη. Αλλ’ αν έχουμε μίξη, το κατώτερο – το σώμα – θα γίνεται καλύτερο, ενώ το άλλο – η ψυχή – χειρότερο. Το σώμα θα γίνεται καλύτερο μετέχοντας στη ζωή και η ψυχή χειρότερη μετέχοντας στον θάνατο και την αλογία».

Αυτό λοιπόν το «όλον αυτού» του Μαξίμου Ομολογητού είναι τελείως επαναστατικό! Είναι εμφανές, πως η ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία υπερβαίνει τα μεταφυσικά αδιέξοδα και τις ατελέσφορες προσπάθειες της δυτικής ανθρωπολογίας και θεολογίας, της ψυχολογίας και των κοινωνικών ρευμάτων να ορίσουν τον άνθρωπο, μα περισσότερο να του δώσουν τη συνέχεια της ύπαρξης του. Η ανθρωπολογία του ορθόδοξου χριστιανισμού, παίρνει την ύπαρξη του όλου ανθρώπου και την τινάζει στον σκοπό για τον οποίο έχει δημιουργηθεί ο άνθρωπος∙ ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν θεός.

Αυτή η χαρισματική κατάσταση, που είναι κατά φύσιν, αφορά την όλη ύπαρξη του ανθρώπου, και την ψυχή και το σώμα και την βούληση και όχι ένα μόνο μέρος. Είναι αυτό που λέει ο Μάξιμος στο «Περί αποριών», ότι δηλαδή «ὅλος ὅλῳ περιχωρήσας ὁλικῶς τῷ Θεῷ, καί γενόμενος πᾶν εἴ τί πέρ ἐστιν ὁ Θεός, χωρίς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταὐτότητος». Πού να φανταζόταν κάτι τέτοιο ο Πλάτωνας; Και πού να άκουγε τον απόστολο Παύλο να λέει πως το σώμα είναι «ναός του αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6, 19); Θα είχε φρίξει. Και περισσότερο ο Πλωτίνος που ντρεπόταν να κυκλοφορεί επειδή είχε σώμα. Αν άκουγε, μάλιστα, ότι το σώμα αγιάζεται, θα έλεγε τι λέτε, είστε με τα καλά σας, το σώμα είναι κακό, ανίερο, η ψυχή είναι η ουσία του ανθρώπου.

Λέει και πολλά άλλα καταπληκτικά ο Μάξιμος. Σε μία του επιστολή προς τον ηγούμενο φίλο του Θαλάσσιο, θα γράψει πως ο άνθρωπος «ἐκ Θεοῦ τό εἶναι λαβών». Φοβερός λόγος! Ο άνθρωπος λαμβάνει το «είναι» του από τον Θεό, είναι ένα θεοειδές ον ο άνθρωπος. Είναι αυτό που λέει ο Γρηγόριος Θεολόγος, πως ο άνθρωπος είναι «ζῶον… τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον» και ο Συμεών Ν. Θεολόγος στους καταπληκτικούς ύμνους των θείων ερώτων, πως «καί γενησόμεθα ὁμοῦ θεοί Θεῷ συνόντες».

Να λοιπόν, η σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Σχέση «αναλογική» όπως θα μας πουν ο Μάξιμος και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Στη σχέση αυτή, συμβαίνει κάτι το παράδοξο! Ο Θεός δεν περιμένει τον άνθρωπο να κινηθεί προς Εκείνον, αλλά πρώτος κινείται προς τον άνθρωπο. Και πώς κινείται; Με έρωτα! Σε πείσμα εκείνων των ανυποψίαστων και ανέραστων θεολογικών φωνών που μας λένε πως ο εραστός Θεός (κατά Διονύσιος Αρεοπαγίτη) δεν έχει έρωτα προς τον άνθρωπο, έρχεται ο Μάξιμος Ομολογητής και τι λέει; «Ὁ γάρ ἀγαθοεργός ἔρως ἐκίνησε το θεῖον εἰς πρόνοιαν, εἰς σύστασιν ἡμῶν». Ναι, ο Θεός έχει έρωτα προς τον άνθρωπο!

Ο Θεός γίνεται Το «κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων», όπως θα πει ο Νικόλαος Καβάσιλας. Δυστυχώς, όμως, σήμερα έχουμε γίνει νεοπλατωνικοί. Κι ενώ ο Μάξιμος Ομολογητής, χωρίς φόβο και δισταγμό, μιλάει τον 6ο αι. μ.Χ για έρωτα του Θεού προς τον άνθρωπο, ορισμένοι σήμερα αρνούνται κάτι τέτοιο. Αυτή η φοβία όμως, έχει τις ρίζες της στη νεοπλατωνική σκέψη. Για τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο, ο έρωτας είναι ένας όρος που ξεκάθαρα δηλώνει έλλειψη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να έχει αυτή την έλλειψη, ο Θεός όμως ως τέλειον ον, όχι. Ο έρωτας στην κοσμολογία και ανθρωπολογία του Μαξίμου έχει βασικότατο ρόλο. Αφού σύμφωνα με τον ίδιο, «ἐκ γάρ τῆς ἐρωτικῆς ταύτης δυνάμεως και πτηνά ἀγεληδόν ἵπτανται, και κύκνοι καί χῆνες και γερανοί και κόρακες… κατά οὖν την φυσικήν κίνησην και αὐτά ἐπέστραπται πρός τόν Θεό».

Ο λόγος και πάλι στον όσιο Μάξιμο Ομολογητή, όπως συναντάται σ’ ένα αξιόλογο έργο του, τα «Κεφάλαια περί αγάπης», ένα μανιφέστο ασκητικής ήθους και μεγάλης πνευματικής ωφέλειας για τον άνθρωπο: «Μερικοί αδελφοί νομίζουν ότι δεν έχουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Επειδή έχουν αμελήσει την εργασία των εντολών, δεν γνωρίζουν ότι όποιος έχει ανόθευτη την πίστη του στο Χριστό, έχει όλα μαζί τα χαρίσματα μέσα του. Επειδή εξαιτίας της αργίας μας είμαστε μακριά από την κατ’ ενέργειαν αγάπη προς Αυτόν, η οποία μας δείχνει τους θησαυρούς που έχουμε μέσα μας, δικαιολογημένα νομίζομε ότι δεν έχομε τα θεία χαρίσματα. Αν ο Χριστός κατοικεί στις καρδιές μας (Εφ. 3, 17) με την πίστη, κατά το θείο Απόστολο, και όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως είναι κρυμμένοι μέσα σ’ Αυτόν (Κολ. 2, 3), άρα όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως είναι κρυμμένοι μέσα στις καρδιές μας. Γίνονται φανεροί στην καρδιά ανάλογα με την κάθαρση καθενός μέσω της εργασίας των εντολών».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ένας «τσαλακωμένος» θέλει να δει τον Χριστό

Posted on 19 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε από τον «τσαλακωμένο» άνθρωπο. Ένα πρόσωπο αταξινόμητο που δεν σχετίζεται με τον καθωσπρεπισμό, ενίοτε και με τύπους, δεοντολογίες και κανόνες. Πρόσωπο που δεν υπακούει, επουδενί, στον ηθικισμό και ευσεβισμό, όπως οι τελευταίοι ερωτοτροπούν με τη ζωή της εκκλησίας, την οποία και αλλοιώνουν.

Στην περίπτωση μας; Ένα πρόσωπο που η καθεστηκυία αντίληψη, του απαγορεύει να δει ακόμη και τον Χριστό. Πρόκειται για μία μορφή που ο ανέραστος ηθικισμός της εκκλησίας, όπου εκείνος συναντάται, του απαγορεύει να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Χριστό, αφαιρώντας του το δικαίωμα της συνάντησης. Και ποιός είναι αυτός που θέλει να δει τον Χριστό; Ο Ζακχαίος. Είναι το πρόσωπο, στο οποίο αναφέρεται η ευαγγελική περικοπή της  Κυριακής (Λουκ. 19, 1-10). Ένας αρχιτελώνης, όχι απλά τελώνης, που μόλις ο Χριστός μπήκε στην Ιεριχώ, αναζητούσε να Τον δει. Μέχρι και στη μουριά ανέβηκε προκειμένου να Τον αντικρίσει. Ο Χριστός τον κοιτάζει πάνω στο δέντρο και του λέει «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει να μείνω στο σπίτι σου σήμερα» (Λουκ. 19, 5). Μερικοί αντιδρούν στο κάλεσμα αυτό. Ο Χριστός πηγαίνει στο σπίτι του Ζακχαίου, ο Ζακχαίος μετανοεί για τις αδικίες στις οποίες είχε προβεί, μοιράζει την περιουσία του και ένα νέο ξεκίνημα αρχίζει για το σπίτι του την ημέρα αυτή.

Αυτή η συνάντηση ήταν απροσδόκητη. Ο Χριστός μέσα σε όλη αυτή την βοή, στρέφει το βλέμμα του προς τον Ζακχαίο. Αλλά δεν τον κοιτάζει μόνο, έστω κι επίμονα. Τον καλεί σε συνάντηση. Απροϋπόθετη συνάντηση. Του λέει κατέβα σήμερα θα έρθω να μείνω στο σπίτι σου. Ποιός περίμενε, Εκείνος για τον Οποίο έλεγαν ότι είναι ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού, να ζητήσει από έναν διαπλεκόμενο της εποχής, έναν ληστή της περιουσίας των ανθρώπων, τον Ζακχαίο, να πάει στο σπίτι του και να κάνει μαζί του παρέα. Αυτό ήταν αδιανόητο για όσους ακολουθούσαν εκείνη τη στιγμή τον Χριστό και δεν δέχτηκαν μία ανάλογη πρόσκληση από Εκείνον. Δεν πίστευαν ότι ένας διεφθαρμένος με τέτοια υψηλή θέση που αδικούσε τον λαό, θα μπορούσε να γίνει φίλος του Χριστού. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή, με παράπονο έλεγαν όλοι «στο σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου πηγαίνει να μείνει». Αυτό δεν θα μπορούσε να τους οδηγήσει να σχηματίσουν μία άλλη πλέον γνώμη για το πρόσωπο του Χριστού;

Ο Χριστός κάτι είδε στον άνθρωπο αυτό. Κάτι βλέπει σε όλους τους ανθρώπους. Και την στιγμή που χρειάζεται, επεμβαίνει για το προσωπικό κάλεσμα. Ναι, μα θα πει κάποιος ηθικιστής, κάλεσμα σε έναν τέτοιο άνθρωπο; Είναι δυνατόν ο Υιός του Θεού να συνδιαλέγεται με τσαλακωμένους και αμαρτωλούς; Δείξετε μου λοιπόν έναν αναμάρτητο. Δείξετε μου έναν ατσαλάκωτο. Ποιος τολμά να πιστεύει ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα για να κρίνει τους ανθρώπους και να τους κουνήσει το δάχτυλο; Ποιος θεωρεί ότι κατέχει εκείνη την ηθική καθαρότητα, που θα του επιτρέψει ακόμη και να απαιτήσει από τον Χριστό να δεχτεί εκείνον και όχι τον άλλον; Ποιος είπε ότι ο Χριστός ήρθε για να ντροπιάσει τον άνθρωπο μπροστά στους άλλους; Ποιος είπε ότι ο Χριστός τιμωρεί τον τελευταίο, που μπορεί κατά τους λόγους του Χριστού να γίνει πρώτος;

Τί είδε λοιπόν ο Χριστός στον Ζακχαίο; Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, κατατοπίζοντας μας σχετικώς, θα πει: «Εγώ δε νομίζω ότι τούτος ελκυόταν και αναχαιτιζόταν αρρήτως από την θεία δύναμη του Ιησού. Ελκυόταν δηλαδή, επειδή είχε τρόπο χρηστό και ψυχή κατάλληλη για την αρετή, γι’ αυτό κι επιθυμούσε κι επιχειρούσε να δει τον Ιησού. Αναχαιτιζόταν δε από τη θεία δύναμη, διότι αιχμαλωτίστηκε από τα αντίθετα στην πολιτεία του Χριστού, δηλαδή από την τελωνία και τον πλούτο». Να λοιπόν, που ο Χριστός είδε την ψυχή του τελώνη να ελκύεται από τον Ίδιο. Κι αν ο άνθρωπος είναι «ζῶον θεούμενον», όπως μας λέει ο Γρηγόριος Θεολόγος, τότε ακόμη κι αυτός ο τελευταίος για τους άλλος, αλλά όχι για τον Χριστό, αρχιτελώνης, έχει την δυνατότητα να κοινωνήσει με τον Θεό Λόγο, να δει με τη χάρη του Θεού ποιος είναι στα αλήθεια, μα περισσότερο να δει με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος τι μπορεί να γίνει. Κι αυτό, επειδή ο άνθρωπος δεν έχει σημασία μόνο τι είναι απλά και μόνο ως μία υπαρξιακή ολότητα, ως το συναμφότερον κατά Γρηγόριο Παλαμά, αλλά τι μπορεί να γίνει!

Ο Ζακχαίος τι γίνεται; Πετάει την ωραιοπάθεια του εαυτού του που του παρείχε στην κοινωνία ασφάλεια, δόξα και πλούτη, χρησιμοποιεί το πάθος του πλούτου και το κινεί προς το αγαθό (δηλαδή για να αποκαταστήσει πλέον τις αδικίες) και όχι προς το κακό (κερδοφορία εις βάρος του λαού) όπως έπραττε πριν κι έτσι πλέον γίνεται φίλος του Νυμφίου. Ο Ζακχαίος πλέον, αφού η καρδιά του αρχίσει να φλέγεται από το πρόσωπο του Χριστού, γνωρίζει πως η αγάπη του Θεού περνάει μέσα από τον παράδεισο και πως ο άλλος είναι ο παράδεισος μου και όχι η κόλαση όπως θα έλεγε ο Sartre. Έτσι, αποκαθιστά όλες τις αδικίες που είχε διαπράξει. Ήταν πλέον αδιανόητο να ποθεί τον Χριστό, η υπαρξιακή του υπόσταση να κινείται προς κοινωνία με τον Χριστό και να μην έχει τη θέληση να ικανοποιήσει το αίσθημα της δικαιοσύνης προς τον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό και είπε μπροστά στον Χριστό «το μισό της περιουσίας μου δίνω, Κύριε, στους πτωχούς και εάν με δόλιο τρόπο πήρα από κάποιον τίποτε, θα του το αποδώσω τέσσερις φορές περισσότερο» (Λουκ. 19, 8).

Δεν χρειάζεται η ψυχολογία του βάθους για να καταλάβει κάποιος τις τραγικές μορφές όσων διαμαρτυρήθηκαν για την ενέργεια του Χριστού να καλέσει τον Ζακχαίο σε συνάντηση. Είναι πολύ απλό. Και συναντάται και σήμερα. Και δυστυχώς, ως επί το πλείστον, συναντάται μέσα στην εκκλησία. Δεν αντέχει η υπαρξιακή μοναξιά και η υποκριτική συμπεριφορά κάποιου την αγάπη και την δωρεά του Χριστού.

Ο ευσεβισμός και ο ηθικισμός, όπου και όταν υπάρχουν και αναπτύσσονται στον εκκλησιαστικό χώρο, αρνούνται να σωθεί ο αμαρτωλός, ο τσαλακωμένος, ο αδιάφορος, εκείνος που δεν είμαστε «εμείς». Και το «εμείς» αυτό πρόκειται για την ψευδή ταυτότητα του εαυτού, την αλλοιωμένη παρουσία του προσώπου ως εικόνα Θεού, εν τέλει την διεφθαρμένη επιτακτικότητα ενός εαυτού να απαιτεί τον Θεό για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους. Θεωρούμαστε σεσωσμένοι, ηθικοί, άνθρωποι της εκκλησίας, αλλά μόλις διαπιστώσουμε την τρίπλα του Θεού, ας μου επιτραπεί η έκφραση, και τη κίνηση Του προς κάποιον, τον οποίο θεωρούμε ως «τελευταίο», τότε αφηνιάζουμε. Πιστεύουμε, για να μην πω απαιτούμε, ότι ο Θεός μας αγαπά (και είναι αλήθεια ότι μας αγαπάει), αλλά απαγορεύουμε στον Θεό να έχει σχέση με κάποιον που δεν είμαστε «εμείς», με κάποιον που θεωρούμε ότι δεν έχει κάνει τις ίδιες θυσίες με τις δικές μας ώστε να μπορέσει να είναι και να γίνει αρεστός στον Θεό.

Θέλω να τελειώσω με τους λόγους ενός κληρικού που θαυμάζω και αγαπώ πολύ. «Ο Θεός αγαπά αληθινά τον άνθρωπο, που σημαίνει δεν τον κρίνει… Η αγάπη μου, λέει, αυτή και μόνη θα κρίνει στο τέλος τον κόσμο, αλλά τώρα δεν κρίνω κανέναν. Αυτό αν μπορούσαμε να το πούμε στον κόσμο, να ξέρατε ότι θα χαρίζαμε πολλή ανακούφιση. Αλλά δεν τα λέμε αυτά, λέμε άλλα πολλές φορές. Υφιστάμεθα, από ασύγγνωστη άγνοια, μια ισχυρότατη επίδραση, στο σημείο αυτό, του δυτικού νομικισμού και πιετισμού και ηθικισμού, και καταδικάζουμε τους άλλους που θέλουν τον Χριστό: είσαι έτσι, είσαι αλλιώς… Ναι, είμαι έτσι και αλλιώς, αλλά θέλω τον Θεό μου» (π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Η Ιστορία της Αγάπης του Θεού).

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος;

Posted on 18 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Ομολογώ πως μερικές φορές προβληματίζομαι πάρα πολύ με τα δογματικά θέματα της ορθόδοξης πίστης μας. Δεν είναι μόνο η δυσκολία των θεμάτων αυτών, τα οποία απαιτούν πολύ μεγάλη προσοχή και φυσικά ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό στους λόγους των Πατέρων, αλλά και κάτι που αφορά την εποχή μας, τον σύγχρονο άνθρωπο.

Έχω την αίσθηση, ως νέος άνθρωπος, πως οι περισσότεροι συνομήλικοι μου αλλά και αρκετοί που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με τον Χριστό και την εκκλησία, δεν ενδιαφέρονται για τα δογματικά θέματα. Τι ενδιαφέρουν κάποιον νέο οι δογματικές διατυπώσεις και δυσνόητες φράσεις που αναφέρονται στο πρόσωπο του Χριστού και της Θεοτόκου; Όλες αυτές οι «μπερδεμένες» λέξεις που προσδιορίζουν τη σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος; Δεν φταίει ούτε ο νέος, ούτε κάποιος άλλος που δεν ασχολείται με τα θέματα αυτά.

Και φτάνω στο σημείο των σημερινών σκέψεων, οι οποίες φιλοξενούν έναν άγιο που εορτάζει στις 18 Ιανουαρίου και διαδραμάτισε με τον λόγο του καθοριστικό ρόλο ως προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Το πρόσωπο αυτό είναι ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (375 – 444 μ.Χ.). Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος; Κάποιος που δεν πιστεύει στον Τριαδικό Θεό, θα ήταν αδιάφορος προς το ερώτημα αυτό. Κάποιος άλλος που πιστεύει στον Τριαδικό Θεό και στην Παναγία, θα ήθελε το χρόνο του να σκεφτεί τι το ξεχωριστό μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο ερώτημα. Κι αν σκεφτόταν, θα ρωτούσε ενδεχομένως, εάν είναι τόσο σημαντικό να αποκαλείται η Παναγία με τον έναν ή με τον άλλον όρο. Ίσως βέβαια, αν το έψαχνε και λίγο περισσότερο, να ρωτούσε εάν η πίστη του επηρεάζεται από τον έναν όρο ή τον άλλον.

Επαναφέρω το ερώτημα: Η Παναγία είναι Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος; Ο Νεστόριος, ένας μέγας αιρετικός ευσεβιστής και ηθικιστής, με θρασύτητα κήρυττε κανείς να μην ονομάζει την Μαρία Θεοτόκο, γιατί η Μαρία ήταν άνθρωπος και από τον άνθρωπο είναι αδύνατον να γεννηθεί ο Θεός. Αυτό βέβαια μας θυμίζει μία πλατωνική αλλά και νεοπλατωνική αντίληψη, καθώς για το πλατωνικό συμπόσιο «θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται», δηλαδή ο Θεός δεν μπορεί να ενωθεί με τον άνθρωπο. Αυτές υπήρξαν εξάλλου οι καταβολές του Νεστορίου, αμιγώς φιλοσοφικές (όπως και του Αρείου και των άλλων αιρετικών).

Άρα, αφού για τον Νεστόριο, κανένας δεν μπορεί να γεννήσει τον Θεό, τότε η Μαρία δεν είναι Θεοτόκος και φυσικά αυτό αναιρεί τη θεομητρότητα της, ένα πραγματικά ασύλληπτο μυστήριο, το οποίο όμως, κι εδώ προσέξτε το θαυμάσιο, ως μυστήριο δεν επαφίεται στις δυνάμεις του κτιστού ανθρώπου αλλά καταπώς σημειώνει ο άγιος Πρόκλος Κων/πόλεως «μία άνθρωπος δεν μπορεί να γεννήσει τον Θεό, αλλά ένας Θεός μπορεί να γεννηθεί υπό γυναικός». Δηλαδή, η πρωτοβουλία ανήκει όχι στον άνθρωπο, αλλά στον Θεό. Κι όμως, για τον Νεστόριο «τα ομοούσια τίκτουν ομοούσια». Πώς λοιπόν το κτιστό θα γεννήσει το άκτιστο; Αυτό βέβαια, οδήγησε τον Νεστόριο να καλεί την Μαρία «ανθρωποτόκο», «Κυριοτόκο», «Χριστοτόκο», αλλά όχι Θεοτόκο.

Κι εδώ έρχεται ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας με καταλυτική παρουσία στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431 μ. Χ.) και θα μας πει πως «η αγία Παρθένος λέγεται και είναι μαζί χριστοτόκος και Θεοτόκος». Δεν θεολογεί όμως αφ’ εαυτού το Κύριλλος, αλλά ξεκαθαρίζει πως «αυτά τα διδαχθήκαμε από τους αγίους Πατέρες», δηλαδή εκείνες τις μορφές των αγίων που διαφύλαξαν με τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, την αλήθεια για τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, αλλά και την αλήθεια περί των σχέσεων των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Παναγία για τον Κύριλλο δεν είναι απλά ένας άνθρωπος. Δεν είναι η «ανθρωποτόκος» του Νεστορίου αλλά η Θεοτόκος που γέννησε τον Θεό. Γράφει πολύ ωραία ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος στο βιβλίο του «Οι Θεομητορικές εορτές»: «Μέσα στη γαστέρα της Θεοτόκου για εννέα μήνες… ο Χριστός ως τέλειος Θεός δεν είχε χωρισθεί από τον Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα, δεν έχασε ποτέ την θεότητά Του… Επειδή συγχρόνως ήταν και τέλειος άνθρωπος, γι’ αυτό και διατηρούσε σχέση και κοινωνία με την Μητέρα Του, λαμβάνοντας τροφή από αυτήν και προσφέροντας σε αυτήν την Χάρη Του».

Αξίζει μία επισήμανση που συνδέει τα δύο πρόσωπα, του Χριστού και της Παναγίας. Αν η Παναγία δεν γέννησε τον Θεό, αλλά έναν άνθρωπο, όπως έλεγε ο Νεστόριος, τότε ο άνθρωπος πως είναι δυνατόν να σωθεί; Διερωτάται ο Κύριλλος: «Εάν ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι Θεός, τότε πως δεν είναι Θεοτόκος η αγία Παρθένος που γέννησε;» Με τις βλασφημίες του Νεστορίου, όπως και των σύγχρονων αιρετικών (Ιεχωβάδων κ.λ.π.) περί του προσώπου της Θεοτόκου, πλήττεται άμεσα και το πρόσωπο του Χριστού. Αν γεννήθηκε ένας άνθρωπος από την Παναγία και όχι ο Θεός, τότε είναι αδύνατη κάθε σωτηρία στον άνθρωπο. Αυτό πλήττει βαθιά και αλλοιώνει την χριστιανική ανθρωπολογία και σωτηρία, αφήνοντας βαθύτατες οντολογικές συνέπειες στο θέμα της ανθρώπινης ύπαρξης και σωτηρίας.

Ας πάρουμε τον Χριστό στα σοβαρά. Αν η Παναγία δεν γέννησε τον Θεό αλλά έναν άνθρωπο, τότε ο Χριστός δεν είναι Θεός. Αν ο Χριστός όμως δεν έχει τη θεότητα (όπως υποστήριζε ο Άρειος) είναι απλά ένα κτίσμα. Και σε μία τέτοια περίπτωση η σωτηρία του ανθρώπου, είναι μία ουτοπία. Το μυστήριο του Θεού δεν ερμηνεύεται, δεν εκλογικεύεται και δεν εμπίπτει σε φιλοσοφικούς στοχασμούς. Αν λοιπόν, κι επανέρχομαι στις αρχικές σκέψεις, ο Θεός δεν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, τότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελπίζει στη σωτηρία του, και οφείλει να δεχτεί την αιώνια του καταδίκη στην ανυπαρξία. Όμως ο Θεός κάνει την υπέρβαση. Είναι Θεός των εκπλήξεων!

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ένας ξεχασμένος και παρεξηγημένος Άγιος

Posted on 11 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει ένας Πατέρας της εκκλησίας, ένας εραστής του Χριστού, ο οποίος δείχνει στις μέρες μας να είναι «ξεχασμένος» αλλά και «παρεξηγημένος». Πρόκειται για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον οποίο η εκκλησία μας τιμά στις 10 Ιανουαρίου. Δυστυχώς, έχω την αίσθηση, που δεν θα ήθελα να έχω ούτε την υποψία της αίσθησης αυτής, ότι ένα μέρος του ιερού κλήρου, έχει άγνοια περί του προσώπου που, του έργου του, κι αυτό φαίνεται και σε λειτουργικό επίπεδο.

Τον αγαπώ τον Νύσσης, τον έχω μέσα στην καρδιά μου∙ τόσο για την προσωπικότητα του, όσο και για τους λόγους του. Ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης (335 – 395 μ.Χ.), γιος της αγίας Εμμέλειας, αδελφός του Μ. Βασιλείου και της αγίας Μακρίνας είναι ένας από τους τρεις Καππαδόκες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης), οι οποίοι με τη θεολογική τους σκέψη άφησαν τη σφραγίδα τους στα θεολογικά γράμματα. Υπήρξε έγγαμος αλλά έχασε νωρίς τη σύζυγο του. Αν και ακολούθησε τον έγγαμο βίο (έως τον 6ο αι. μ. Χ. επιτρεπόταν στους έγγαμους κληρικούς να εκλεγούν Επίσκοποι) αγαπούσε την μοναχική ζωή. Ο Νύσσης ήταν περισσότερο ένας φιλόσοφος παρά ένας θεολόγος ή καλύτερα ένας φιλοσοφημένος θεολόγος που χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία στη διακονία της ευαγγελικής αλήθειας. Εξάλλου αυτό δείχνουν οι επιρροές του από την πλατωνική, αριστοτελική, στωική και νεοπλατωνική φιλοσοφία.

Ο Νύσσης έχει γράψει αξιόλογα έργα (δογματικά, λόγοι, επιστολές, ερμηνευτικά, ασκητικά, πολεμικά) κάποια από τα οποία κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην πατερική γραμματεία και την οποία κοσμούν λαμπρώς. Μερικά από τα σημαντικότερα του έργα είναι: Λόγος Κατηχητικός Μέγας, Περί του μη είναι τρεις Θεούς, Περί Ψυχής και Αναστάσεως, Περί Κατασκευής του ανθρώπου, Εις τον βίον του Μωυσέως, Εις το Άσμα Ασμάτων, Περί Παρθενίας, Εις τους αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας κ.τ.λ. Στα έργα του, συνδυάζοντας τη φιλοσοφία με τη θεολογία, καταφέρνει με αριστοτεχνικό τρόπο να ντύσει τη μοναδική αλήθεια του ευαγγελίου με φιλοσοφικούς όρους, σχήματα και θεωρήσεις. Αυτό εξάλλου, κάνει τον ίδιο να διατείνεται ότι «την αρετή της ευσέβειας αποτελεί συγχρόνως η ορθή γνώση της αλήθειας   η καθαρότητα του ήθους».

Δεν γράφει για να εντυπωσιάσει αλλά για να μυήσει τον άνθρωπο στην οντολογία του ορθόδοξου ήθους και στην αλήθεια του Χριστού που σώζει τον άνθρωπο. Δεν μιλάει για έναν τιμωρό Θεό που τιμωρεί το ανθρώπινο γένος για την αμαρτία (όπως κάτι τέτοιο εντοπίζεται στους προτεστάντες, στους ρωμαιοκαθολικούς και στα κείμενα των οργανώσεων), αλλά για έναν Θεό φιλεύσπλαχνο. Στη σκέψη του Νύσσης δεν συνυπάρχουν η κόλαση και η άπειρη αγάπη και το έλεος του Θεού, αφού κατά τον ίδιο «ἀγάπη πάλιν ὁ Θεός, καί ἀγάπης πηγή». Γράφει, σχετικά, ο Δρ. Φιλοσοφίας και Θεολογίας Ιωάννης Πλεξίδας στο βιβλίο του «Η ανθρωπολογία του κακού»: «Ο Γρηγόριος Νύσσης θα κινηθεί στη λογική της άρνησης της πραγματικότητας και της αναγκαιότητας της κόλασης. Κυρίως, δε, αρνείται να δει την κόλαση με νομικό πνεύμα, ως τιμωρία, δηλαδή, η οποία τρομοκρατεί τον άνθρωπο με σκοπό να τον οδηγήσει, μέσα από το μονοπάτι του φόβου, στον Θεό». Είναι αισιόδοξος ο Νύσσης για το ανθρώπινο γένος και αναδεικνύει στα έργα του την φιλανθρωπία του Θεού. Δεν απογοητεύει τον άνθρωπο, αλλά του δείχνει τη Βασιλεία του Θεού.

Ο Γρηγόριος Νύσσης έχει ένα λόγο ιδιαίτερο, συχνά δύσκολο, πολύ φιλοσοφημένο, αφού ο ίδιος φιλοσοφεί θεολογώντας. Ο λόγος του διακρίνεται για το φιλοσοφικό του βάθος και την ωραιότητα των μυσταγωγικών του λόγων. Καταπιάνεται με όλα τα θέματα, γνωρίζει άριστα τη σκέψη των φιλοσοφικών Σχολών και σε όλα του τα έργα δείχνει επηρεασμένος από αυτήν. Θέλω να σταθώ σε μερικά σημεία. Το γεγονός ότι μίλησε για την αποκατάσταση των πάντων, αυτό οδήγησε στον παραγκωνισμό του, καθώς εκείνος που είχε κάνει λόγο για τη θεωρία αυτή ήταν ο Ωριγένης (τον οποίο η εκκλησία καταδίκασε με πρωτοβουλία του Ιουστινιανού).

Έτσι, υπήρχε διάχυτη η άποψη πως ο Νύσσης επηρεάστηκε από τον Ωριγένη. Μόνο όμως που ο Νύσσης δεν ταυτίζεται με τον Ωριγένη στο θέμα αυτό. Αυτό λοιπόν, στοίχισε στον Νύσσης, ο οποίος από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Κι ενώ η διεθνής θεολογική πραγματικότητα τον αναγνωρίζει ως έναν εκ των Τριών Ιεραρχών, η Ελληνική Εκκλησία προσέθεσε στη θέση του τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όπως αναφέρει ο Στεφανίδης Βασίλειος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία. Εν κατεκλείδι, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος, αναφέρει για τη σχέση του με τον Ωριγένη, πως «σφάλλουν όσοι ισχυρίζονται ότι ο άγιος Γρηγόριος δέχεται τέτοιες θεωρίες, που η ίδια η Εκκλησία καταδίκασε». Από την άλλη, έρχεται η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787 μ.Χ.) τίμησε τον Νύσσης, αποδίδοντας του τον τίτλο «Πατέρα Πατέρων», έναν πράγματι μεγάλο τίτλο που επιβεβαιώνει το θεολογικό ύψος του ιδίου.

Όλα τα παραπάνω δεν αρκούν για να γνωρίσει κάποιος τον Νύσση. Είναι ελάχιστα και αδυνατούν να ψηλαφήσουν την αγιοσύνη του. Δεν χωράει ο Νύσσης σε δύο σελίδες. Όμως τολμώ να πω, πως οι λόγοι των έργων του, και ιδίως των πιο σπουδαίων, έχουν την δυνατότητα να ελκύσουν τις αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντα ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με την εκκλησία, αρνούνται τον Χριστό, δεν πιστεύουν. Γρηγόριος Νύσσης. Ένας καλλιτέχνης που βουτάει το πινέλο της φιλοσοφίας σε ουράνια χρώματα που ανεξίτηλα χαράσσουν θεολογικά χρώματα στον καμβά της ζωής του ανθρώπου, κάνοντας την ελκυστική, ερωτική, ενδιαφέρουσα. Ας κλείσει ο ίδιος…

«Εἰ ἁπλοῦς ὁ Θεός τῇ φύσει, καί ἄϋλος, ἀποιός τε καί ἀμεγέθης, καί ἀσύνθετος, καί τῆς κατά τό σχῆμα περιγραφῆς ἀλλοτρίως ἔχων πᾶσα δέ ὕλη ἐν διαστηματικῇ παρατάσει καταλαμβάνεται, καί τάς διά τῶν αἰσθητηρίων καταλήψεις οὐ δια πέφευγεν, ἐν χρώματι, καί σχήματι, καί ὄγκῳ, καί πηλικότητι, καί ἀντιτυπίᾳ, καί τοῖς λοιποῖς τοῖς περί αὐτήν θεωρουμένοις γινωσκομένη, ὧν οὐδέν ἐν τῇ θεία 212 φύσει δυνατόν ἐστι κατανοῆσαι· τίς μηχανή ἐκ τοῦ ἀῦλον τὴν ὕλην ἀποτεχθῆναι; ἐκ τοῦ ἀδιαστάτου τήν διαστηματικήν φύσιν;… Ἀλλά μήν καί ἐκ τοῦ Θεοῦ τά πάντα, τῆς Γραφῆς λεγούσης ἀκούοντες, πεπιστεύκαμεν· καί τό ὅπως ἦν ἐν τῷ Θεῷ, τό ὑπέρ τήν ἡμέτερον λόγον, οὐκ ἀξιοῦμεν περιεργάζεσθαι, πάντα τῇ θείᾳ δυνάμει χωρητά πεπιστευκότες· καί τό μὴ ὂν ὑποστήσασθαι, καί τῷ ὄντι πρός τό δοκοῦν ἐπιβαλεῖν τάς ποιότητας. Οὐκοῦν ἀκολούθως, ὡς ἀρκεῖν ἡγούμεθα τοῖς οὖσι πρός τήν ἐκ τοῦ μή ὄντος ὑπόστασιν, τήν τοῦ θείου θελήματος δύναμιν· οὕτω καί τήν ἀναστοιχείωσιν τῶν συνεστώτων εἰς τήν αὐτήν ἀνάγοντες δύναμιν, εἰς οὐδέν ἔξω τοῦ εἰκότος τήν πίστιν παραληψόμεθα. Καίτοι γε δυνατόν ἴσως ἦν, εὑρεσιλογίᾳ τινί τούς περί τῆς ὕλης ἐρεσχελοῦντας πεῖσαι, μή δοκεῖν ἐρήμην κατατρέχειν τοῦ λόγου» (Γρηγόριος Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου, κεφ. ΚΓ’).

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Αναζητώντας το φως στο σκοτάδι

Posted on 08 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Αμφιβάλλω εάν κάποιος άνθρωπος θα αναζητούσε κάποια στιγμή στη ζωή του το σκοτάδι. Όμως αυτό συμβαίνει. Και συμβαίνει από ανθρώπους που επιζητούν το σκοτάδι, άρα και απεχθάνονται το φως, αλλά και από ανθρώπους που μέσα από την αναζήτηση του φωτός, εν τέλει καταλήγουν στο σκοτάδι. Οφείλουμε να παραδεχτούμε κάτι που ήδη απασχόλησε την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη. Και αυτό είναι ότι το σκοτάδι δεν έχει οντολογία αλλά είναι ανυπόστατο.

Ανοίγω μία παρένθεση στο σημείο αυτό, προκειμένου να αναφερθώ στο κακό και να το συνδέσω με το σκοτάδι. Ήδη ο Πλάτωνας στον Τιμαίο, αλλά και ο Πλωτίνος στην 1η Εννεάδα, θα μας πουν πως το κακό είναι στέρηση. Αυτή η σκέψη επηρέασε τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, ο οποίος στο περίφημο και βαθυστόχαστο έργο του «Κατά Μανιχαίων Διάλογος», ένα λαμπρό φιλοσοφικό έργο που έχει στοιχεία από την ελληνική γνωσιολογική θεώρηση, συζητάει με έναν μανιχαίο για το κακό, την ύλη, τον Θεό κ.τ.λ. Εκεί λοιπόν, ο Δαμασκηνός επιχειρεί να ανατρέψει τις θέσεις του Μανιχαίου, αντλώντας τα επιχειρήματα του από τη φιλοσοφική σκέψη, χαρακτηρίζοντας το σκοτάδι ως «στέρηση του όντος και μη ον». Αυτό θα μας πούνε και οι μυστικοί Διονύσιος Αρεοπαγίτης και Μάξιμος Ομολογητής, ότι δηλαδή το κακό δεν έχει υπόσταση αλλά είναι «παρυπόσταση».

Έχοντας λοιπόν υπόψη μας τα παραπάνω, και παραδεχόμενοι μία αρχή και όχι δύο αρχές (όπως υποστήριζαν οι μανιχαίοι), μπορούμε να σκεφτούμε αλλά και να πούμε πως υπάρχει το καλό και υπάρχει το φως. Το κακό δεν υπάρχει, δεν έχει το «είναι» του στο είναι, όπως και το σκοτάδι δεν υπάρχει και δεν έχει κι αυτό το «είναι» του στο είναι. Αποτελούν και τα δύο «παρυποστάσεις», αφού δεν έχουν δική τους υπόσταση αλλά αποκτούν το «είναι» τους μέσα από την αλλοίωση της αγαθής φύσης, δηλαδή του καλού και του φωτός αντίστοιχα. Υπάρχοντας με τον τρόπο αυτό ως μη υπάρχοντα, αφού υπάρχουν στην ανυπαρξία τους, δεν αποτελούν δημιουργήματα του Θεού.

Ο Θεός δημιούργησε το καλό και το φως, όχι το κακό και το σκοτάδι. Το κακό υπάρχει, δηλαδή λειτουργεί ως «παρυπόσταση» επειδή απουσιάζει το καλό. Με την ίδια λογική, το σκοτάδι υπάρχει επειδή απουσιάζει το φως. Να λοιπόν, που τόσο το κακό όσο και κάθε διαβρωτική του έννοια (πόνος, θάνατος, σκοτάδι κ.ο.κ.) αποτελούν όρους δηλωτικούς μιας έλλειψης. Ως εκ τούτου, επανερχόμενος στο θέμα μας, το σκοτάδι έχει το «είναι» του στο μη είναι. Δεν υπάρχει ως αρχή οντολογικής υπόστασης και υπαρξιακής αυτονομίας, ούτε ως ετερότητα που συγκρίνει την ύπαρξης της με μία άλλη αρχή και έννοια.

Επιστροφή στο φως λοιπόν. Δεν αποτελεί ένα βιαστικό σύνθημα, ούτε μία επιπόλαια συναισθηματική έξαρση, αλλά ανάγκη για να υπάρξει το ανθρώπινο «είναι» στην πηγή του, στο φως. Το λέει ξεκάθαρα ο Χριστός: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ιω. 8, 12). Δεν έχουμε να κάνουμε, όπως φαίνεται, με μία ιδεαλιστική θεώρηση του φωτός, αλλά και με μία απρόσιτη και άγνωστη πραγματικότητα. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και όποιος Τον ακολουθήσει δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως μία τέτοια πορεία προϋποθέτει την άρση οποιασδήποτε φθοροποιού δύναμης που απειλεί τον άνθρωπο (πόνος, δυστυχία, δοκιμασίες, δυσκολίες), αλλά ταυτόχρονα δεν σημαίνει απώλεια της αισθητικής ωραιότητας που μπορεί αν ξεπηδήσει από το όφελος αυτών των δυσκολιών.

Ποιος δεν αναζητά το φως; Το φως έψαχναν όλες οι τραγικές και τσαλακωμένες μορφές των ευαγγελίων. Το φως έψαχνε να βρει η πόρνη, στο χρώμα του φωτός ήθελε να λουστεί ο τελώνης, αυτό το φως αναζητούσε ο τυφλός, το ίδιο φως που ήθελε να βρει και η Σαμαρείτιδα. Γνώρισα τον Χριστό. Το πρόσωπο του Χριστού έγινε γλυκασμός στην ψυχή τους και όσα βάρη την έλκυαν προς τα κάτω, άρχισαν να χάνονται, καθώς η γλυκύτατη μορφή του Νυμφίου αποτέλεσε για εκείνους όχι απλά μία πηγή έμπνευσης, αλλά την όντως ζωή, το αληθινό φως.

Ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» αναφέρει το μύθο του σπηλαίου. Κι έχω ισχυρή την αίσθηση, πως αυτός ο μύθος βρίσκει την ανταπόκριση του και στις μέρες αυτές που διανύουμε. Είμαστε αλυσοδεμένοι, βλέπουμε τις σκιές των πραγμάτων, όχι όμως το φως. Έχουμε σχηματίσει απατηλές εικόνες και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αληθινή Εκκλησία. Την απελευθέρωση από τη θέση αυτή στην οποία βρισκόμαστε, όπου βλέπουμε τις σκιές και όχι το φως, την καταφέρνει ο Χριστός. Γνωρίζει φυσικά τις ανάγκες των ανθρώπων. Γνωρίζει ότι κάποιοι αναζητούν το φως και βαδίζουν σε δρόμους που οδηγούν προς το φως. Γνωρίζει επίσης πως κάποιοι στην προσπάθεια της αναζήτησης αυτής, πέφτουν στο σκοτάδι. Όπως γνωρίζει πως κάποιοι άλλοι ξεγελιούνται και αντί για φως βλέπουν μία, αν μπορώ να το πω έτσι, «κακοτεχνία» του φωτός, μία ειδωλοποιημένη εικόνα.

Κι ο άνθρωπος; Γνωρίζει ποιος είναι; Γνωρίζει γιατί αναζητά το φως; Ας ξεκινήσουμε αρχικά από εδώ. Από τη γνωριμία με τον άνθρωπο, και επιμένω με τον άνθρωπο της ορθόδοξης ανθρωπολογίας και όχι της δυτικής. Αν ο άνθρωπος αναζητά το φως στη ζωή του και την απελευθέρωση από κάθε είδους σκότους που παραλύει τα πνευματικά του αισθητήρια, τότε δημιουργούνται ερωτήματα. Αυτό το φως αφορά την ψυχή του, το σώμα του, κάτι επιπλέον, ένα μέρος της ύπαρξης του; Για τον Καρτέσιο η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Ο ιερός Αυγουστίνος θα μας πει πως ο άνθρωπος είναι σκεπτόμενη βούληση. Ο Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί για τον άνθρωπο την λέξη «συναμφότερον». Κι ο Μάξιμος Ομολογητής, θα έλεγα πως υποψιάζεται την αλήθεια των πραγμάτων, καθώς δεν μένει μόνο στο σώμα και στην ψυχή, αλλά θα μιλήσει για το «όλον αυτού», το σώμα, την ψυχή και την ελευθερία του ανθρώπου. Να λοιπόν που αρχίζει και ξεκαθαρίζει το τοπίο, καθώς ο φωτισμός του ανθρώπου είναι φωτισμός της ψυχής, του νου, της ελευθερίας κ.τ.λ.

Ότι και να πούμε βέβαια, κάποια πράγματα παραμένουν επίπονα. Ο φωτισμός δεν είναι εύκολη συνταγή, αλλά και δεν αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους. Δεν υπάρχει θα λέγαμε κάποιο ιερό κατάλοιπο που θα δεχτεί τον φωτισμό. Ο φωτισμός αφορά τον κάθε άνθρωπο. Εξαρτάται βέβαια από το αν θέλει ο άνθρωπος να φωτίσει όλα εκείνα που συνθέτουν την υπαρξιακή του ολότητα. Ποιος είπε όμως πως η αναζήτηση αυτή είναι ανεύθυνη κι ανώδυνη; Φυσικά, αυτό δεν αναιρεί την ευκαιρία που δίνεται στον άνθρωπο να αναζητήσει και να ακολουθήσει το φως. Κι ο Θεός, έχει τους τρόπους Του και την ευκαιρία να κάνει την έκπληξη!

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Μια θαυμάσια ευχή του Μ. Βασιλείου

Posted on 02 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Αν σας έλεγε κάποιος πως ο Θεός τιμωρεί τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του, πως θα νιώθατε; Αν σας έλεγε κάποιος άλλος πως με τις αμαρτίες σας πληγώνετε τον Θεό και γι’ αυτό ήρθε ο Χριστός για να πληρώσει για τα δικά σας λάθη και πάθη, τι θα σκεφτόσαστε; Αν σας έλεγε ένας τρίτος πως οι αμαρτίες σας πρέπει να πληρωθούν και την ίδια στιγμή σας δημιουργούσε ενοχές, πως θα αισθανόσαστε; Κι αν σας έλεγε κάποιος τελευταίος πως ο Θεός δεν είναι τιμωρός και παρέχει σε όλους το άπειρο Του έλεος, τι θα αναθεωρούσατε;

Υπάρχει μία θαυμάσια ευχή που εκπέμπει μία απίστευτη μυσταγωγική ομορφιά. Πρόκειται για την ευχή της Αναφοράς από τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου η οποία διαβάζεται λίγο πριν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, και μεταξύ των άλλων, συναντάμε και τις εξής φράσεις: «Οὐκ ἔστι μέτρον τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῆς ἁγιωσύνης σου», «οἰκονομῶν αὐτῷ τήν ἐκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν», «διά σπλάγχνα ἐλέους σου», «ἐκένωσεν ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, σύμμορφος γενόμενος τῷ σώματι τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, ἵνα ἡμᾶς συμμόρφους ποιήσῃ τῆς εἰκόνος τῆς δόξης αὐτοῦ».

Σ’ ολόκληρη την ευχή γίνεται αναφορά στη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, στην πτώση του πρώτου, στη θεία ενανθρώπιση, στη Σταύρωση και Ανάσταση του Χριστού. Εκείνο βέβαια που αξίζει να σημειωθεί, είναι πως ο Θεός διά του απείρου ελέους Του οικονόμησε ώστε ο άνθρωπος να «μπει ξανά στο παιχνίδι» και να αποκτήσει και πάλι την ευκαιρία ώστε να γίνει χαρισματικά θεός. Ο Μ. Βασίλειος τονίζει εμφατικά σε όλη την ευχή, λέξεις δηλωτικές της αγάπης του Θεού (έλεος, οικονομία, σωτηρία, ταπείνωση, σύμμορφος κ.τ.λ.). Όχι όμως μιας κάποιας αγάπης, συναισθηματικής ή ιδεολογικής, που εκλαμβάνεται ως ηθική ιδιότητα του Θεού, αλλά της αγάπης που είναι ο Θεός (Α. Ιω. 4,16).

Όλα δίνονται ως δωρεά από τον Θεό. Αυτό όμως, η δυτική θεολογική σκέψη δεν μπορούσε να το κατανοήσει. Πόσο δε μάλλον να το βιώσει. Ο ιερός Αυγουστίνος πρώτος χρησιμοποιεί τον όρο «δικαίωση» με δικαιικό πνεύμα και εννοεί το προπατορικό αμάρτημα ως παράβαση. Αυτό δεν υπάρχει στην Ανατολή. Αν άκουγε ο Άνσελμος πως ο Θεός δεν τιμωρεί τον άνθρωπο και ως φιλάνθρωπος τον ελεεί, θα μας έλεγε, τι είναι αυτά που λέτε; Είστε με τα καλά σας; Ο άνθρωπος πρέπει να πληρώσει για την αμαρτία, για την κατάπτωση του. Πρέπει να του επιβληθεί ποινή. Αυτή θα ήταν η αντίδραση του. Κι ο Λούθηρος ως συνεχιστής της ανσέλμειας θεολογικής σκέψης περί «ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης», σε σκληρή γλώσσα θα κήρυττε πως «κάποιος πρέπει να τσακιστεί από την οργή του Θεού». Αυτό βέβαια, αναλαμβάνει να το κάνει ο Υιός του Θεού.

Ο κόσμος σήμερα φοβάται. Όσοι έχουν μία καλή σχέση με τα πράγματα της εκκλησίας, είτε θα γνωρίζουν την αλήθεια των πραγμάτων και την ομορφιά που απορρέει από το πνεύμα του νόμου, είτε θα εμμένουν στο γράμμα του νόμου και θα σκορπούν παντού ενοχές, δείχνοντας όμως στην ουσία, κι εδώ συντελείται το έγκλημα, έναν Θεό ανέραστο, έναν Θεό έρμαιο των ανθρωπίνων απωθημένων, εν τέλει έναν Θεό που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα ανθρώπου. Κι αυτό είναι πράγματι φοβερό. Κι έρχεται ο Νίτσε στο σημείο αυτό και μιλάει, πολύ σωστά για τη θεοκτονία που συντελείται, όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό ως ιδέα και όχι ως πρόσωπο, ως αγάπη!

Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να ρωτήσουν ακόμη κι έναν κληρικό μία ερώτηση, που πιστεύουν πως η απάντηση της θα τους επιβάλλει μία ποινή και πως για να εξιλεωθούν, θα πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτό. Ο Θεός δεν είναι δικαστής. Δεν ήρθε για να κρίνει αλλά για να σώσει τον κόσμο. Ήρθε για να κάνει την έκπληξη. Ακόμη και να ανατρέψει ευχάριστα τα δεδομένα, αν λάβουμε υπόψη μας τον μεταφυσικό οπτιμισμό του Γρηγορίου Νύσσης. Όχι όμως για να δημιουργήσει τύψεις και ενοχές στους ανθρώπους. Ο Χριστός δεν καταδικάζει κανέναν, δεν διώχνει κανέναν, δεν αποστρέφει το βλέμμα Του από κανέναν. Δεν δημιουργεί στον άνθρωπο ενοχικά σύνδρομα.

Οι Πατέρες της εκκλησίας σε κανένα τους κείμενο δεν λένε, θα πληρώσεις και θα πας στην κόλαση ή η αμαρτία σου αυτή επισύρει την τάδε ποινή κ.ο.κ. Το πνεύμα του ευαγγελίου και των Πατέρων, διακρίνεται για την αρχοντική του αγάπη, το άπειρο έλεος του Θεού και την ευγενική διάκριση. Δεν υπάρχουν για τον Θεό καταδικασμένοι και σεσωσμένοι. Για τον Θεό, σύμφωνα πάντα με τον ευαγγελικό και πατερικό λόγο, υπάρχει μετανοημένοι. Αν καθίσουμε και εξηγήσουμε τη σχέση Θεού – ανθρώπου όπως ο Άνσελμος, ο Λούθηρος, ο Ακινάτης, αλλοιώνουμε το πρόσωπο του Θεού. Όλοι οι ψαλμοί του Δαβίδ, τα κείμενα του Μαξίμου Ομολογητού που μιλάει για την αγάπη στα «Κεφάλαια περί Αγάπης», του Μ. Αθανασίου που μιλάει για το έλεος και την αγάπη του Θεού στο «Περί ενανθρωπήσεως» κ.τ.λ. εμπνέονται από την φιλανθρωπία του Θεού. Στην ευχή της Αναφοράς του Μ. Βασιλείου, ο Θεός συναντιέται με τον άνθρωπο που αρνήθηκε τον Θεό. Μία συνάντηση απροϋπόθετη και πολλές φορές ανερμήνευτη.

Η Δύση, δυστυχώς, ερμήνευσε την ενανθρώπιση Του, τα πάθη Του, με αμιγώς φιλοσοφικό τρόπο. Στο δυτικό πνεύμα εισήλθε η νομική αντίληψη περί Θεού, ο Θεός της αγάπης αντικαταστάθηκε από έναν Θεό τιμωρό που επιβάλλει ποινές. Δεν υπάρχει πνεύμα συγκατάβασης, φιλανθρωπίας και οικονομίας στον Λούθηρο ή στον Άνσελμο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα το δυτικό πνεύμα, σώζεται μέσα από τα καλά έργα, στηριζόμενος στην πίστη στον Θεό, και για τις αμαρτίες του πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει.

Στην Ανατολή, τα πράγματα είναι διαφορετικά (αν και το προτεσταντικό πνεύμα έχει παρεισφρήσει κι εδώ). Ο Μ. Βασίλειος στην ευχή της Αναφοράς ξετυλίγει μέσα σε λίγες σειρές το σχέδιο της οικονομίας του Θεού που δίνει ως δωρεά το έλεος Του στον κάθε άνθρωπο, χωρίς όρους, κριτήρια και προϋποθέσεις. Αυτός ο Θεός είναι ένα «κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων» όπως θα γράψει ο Νικόλαος Καβάσιλας.

Κάποτε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, έδωσε μία συνέντευξη στο Αντίφωνο. Ο δημοσιογράφος τον ρώτησε «τι πρέπει να ελπίζει κανείς για το τέλος της ιστορίας;». Ο π. Νικόλαος, με ζωγραφισμένη την ελπίδα στο πρόσωπο του και με χαρούμενη βεβαιότητα, απάντησε: «Είναι μία έκπληξη το τέλος της ιστορίας. Δεν μπορεί να έχεις με έναν τόσο ερωτικό Θεό νταραβέρια και να μην σου την φέρει στο τέλος. Μια ερωτική έκπληξη. Θα μας την φέρει. Τελεία και παύλα. Και γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε χαρμόσυνοι. Αν όχι χαρούμενοι, χαρμόσυνοι. Όπως είναι η μέρα θριαμβευτική. Έτσι όπως είναι το Πάσχα, ένας θρίαμβος. Έτσι θα είναι το τέλος. Μουσική θα είναι το τέλος. Μια τέλεια μουσική».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Εκείνο που ενοχλεί…είναι η θεότητά Του!

Posted on 29 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

«Οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερος σου∙ Θεός όμως δεν είσαι». Έρχεται λοιπόν, ο Γάλλος φιλόσοφος Ernest Renan και μας λέει πως ο Χριστός ανά τους αιώνες είναι ο υπέρτερος όλων. Όμως σκοντάφτει. Με κατηγορηματικό και βέβαιο τρόπο, αφαιρεί από τον Χριστό τη θεϊκή Του φύση, λέγοντας Του «Θεός όμως δεν είσαι».

Δεν εκπλήττει όμως με την αμφισβήτηση του. Εξάλλου, δεν είναι πρόδρομος αυτής της αμφισβήτησης. Αν κοιτάξουμε πιο πίσω, η πλατωνική φιλοσοφία είχε κόψει κάθε δεσμό σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο Θεός είναι ένα τέλειο ον και ο άνθρωπος δεν μπορεί να σχετίζεται και να κοινωνεί μαζί του γιατί είναι ατελής. Αυτή είναι μία πρώτη ανάγνωση του θέματος περί σχέσεως θεού – ανθρώπου.

Ερχόμαστε στη δεύτερη ανάγνωση. Αυτή, με τη σειρά της, προϋποθέτει τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Ο αθεϊσμός, αν και κατά Μπερντιάεφ δεν υπάρχει αθεϊσμός αλλά αντι-θεϊσμός, στέκεται επικριτικά απέναντι στον Θεό. Και αυτή η στάση όταν λαμβάνει αρνητική μορφή, πιστεύω πως γίνεται αυτό που λέει ο Μπερντιάεφ, δηλαδή αντι-θεϊσμός. Αυτή λοιπόν η θεώρηση, άλλοτε αρνείται την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού, άλλοτε δεν Του αναγνωρίζει την παντοδυναμία, άλλοτε αμφισβητεί τη θεότητα του Χριστού.

Ποιος είναι όμως ο Χριστός; Αν ρωτήσουμε γύρω μας μερικούς ανθρώπους να μας πουν «ποιος είναι ο Χριστός», θα δοθούν σίγουρα διαφορετικές απαντήσεις. Άλλοι θα μιλήσουνε για έναν επαναστάτη, άλλη για έναν αναρχικό της εποχής εκείνης, άλλοι για ένα  μεγάλο φιλόσοφο, άλλοι για έναν σπουδαίο και ενάρετο άνθρωπο, άλλοι για τον Υιό και Λόγο του Θεού, άλλοι θα Τον αμφισβητήσουν κ.ο.κ. Όσοι δέχονται τον Χριστό ως ιστορικό Ιησού και μόνο, Τον δέχονται ως ένα πρόσωπο της ιστορίας.

Το πρόσωπο του Χριστού δέχτηκε, δέχεται και θα εξακολουθεί να δέχεται αμφισβητήσεις. Εκείνο που ενοχλεί όσους Τον δέχονται ως «ιστορικό Ιησού» και όχι ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, είναι η θεότητα Του. Αυτό το «ενανθρωπήσας Θεός» τους σκανδαλίζει. Θα προτιμούσαν σίγουρα το «θεοφόρος άνθρωπος» του Νεστορίου. Η αμφισβήτηση, η οποία φυσικά δεν εμφανίστηκε στις μέρες μας, έρχεται ήδη από την εποχή του Αρείου, του Νεστορίου και όσων άλλων αμφισβήτησαν τη θεότητα του Χριστού. Για παράδειγμα, ο Άρειος χαρακτήρισε τον Χριστό ως κτίσμα του Θεού (άμεση αμφισβήτηση). Από την άλλη, ο Νεστόριος χαρακτηρίζοντας την Παναγία «ανθρωποτόκο» και «Χριστοτόκο», επουδενί όμως «Θεοτόκο», αφαιρούσε από τον Χριστό τη θεότητα (έμμεση αμφισβήτηση). Και όταν ο Νεστόριος θα μας πει ότι «ὑπό ἀνθρώπου Θεόν τεχθῆναι ἀδύνατον», ότι δηλαδή είναι αδύνατον να γεννηθεί ο Θεός από άνθρωπο (θυμίζει Πλάτωνα), τότε ο Χριστός που γεννήθηκε από την Θεοτόκο, δεν είναι Θεός αλλά άνθρωπος.

Γιατί όμως οι αιρετικοί αλλά και οι σύγχρονοι αρνητές της θείας φύσης του Χριστού, δεν δέχονται το γεγονός της ενανθρώπισης του Θεού Λόγου και στέκονται κατηγορηματικά στην ιστορική του παρουσία; Ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης, μιλώντας για τον ευσεβισμό των αιρετικών, σημειώνει πως εκείνο που τους εμποδίζει είναι «η αδυναμία παραδοχής του θαύματος, η απόλυτη πίστη στον κτιστό εαυτό και η άρνηση να δεχτούν αυτό το κάτι που υπερβαίνει την κτιστότητα, αυτή τη θεία πνοή που είναι η μόνη που σώζει». Και φυσικά; Αφού δεν δέχονται τη θεότητα στον Χριστό, για εκείνους ο θεός παραμένει «deus secretus» και όχι «deus publicus»., όπως θα ‘λεγε ο ιερός Αυγουστίνος.

Το γεγονός της θείας ενανθρώπισης δεν αντιμετωπίζει λοιπόν απλά με μία κάποια καχυποψία ή αμφισβήτηση, αλλά θα έλεγα πως αντιμετωπίζεται ως μία προέκταση αυτής της αντίληψης στην απόλυτη αρνητική της μορφή, δηλαδή ως άρνηση. Μία άρνηση να πιστέψουν το μυστήριο. Όμως, ακόμη και οι πιο φιλότιμες προσπάθειες προσέγγισης του θαυμαστού αυτού γεγονότος, όπως αυτή του Feuerbach στην «Ουσία του Χριστιανισμού», πέφτουν στο κενό, καθώς στο έργο αυτό ο Θεός μοιάζει να αποτελεί μία ανάγκη του ανθρώπου και η προσέγγιση της ενσάρκωσης του Θεού να γίνεται με ανθρωπολογικά – ψυχολογικά κριτήρια (καθώς για τον Γερμανό φιλόσοφο, αυτή αποτελούσε ανάγκη του θρησκευτικού θυμικού).

Η πατερική παράδοση και σύνολη η θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, έχει άλλη εμπειρία από το θαυμαστό αυτό γεγονός της γέννησης του Θεού Λόγου και της σάρκωσης Του, διακηρύσσοντας πως ο Χριστός είναι «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος» (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας),  και γνωρίζεται «ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» (Όρος Χαλκηδόνας). Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στον Γ’ Λόγο του «Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας», αναφερόμενος στη σχέση του Λόγου με τον Θεό, γράφει: «Ο ίδιος ο Θεός πρώτος γέννησε το μονογενή Υιό και Λόγο του, εικόνα του ζωντανή, φυσική, ως απαράλλακτο χαρακτήρα της αϊδιότητας του». Αναλόγως τοποθετείται και η σκέψη του αγίου Βασιλείου Σελευκείας (5ος αι.), ενός Πατέρα της εκκλησίας που διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στο θέμα της χριστολογίας. Σε μία του ομιλία χαρακτηρίζει τον Χριστό ως «Υιό του Θεού» και τον χαρακτηρίζει «άκτιστο Υιό» , ο Οποίος φέρει την ίδια ουσία με τον Πατέρα. Και σε δύο άλλους λόγους του, αναφερόμενος στο πρόσωπο του Χριστού, κάνει λόγο για «κεκρυμμένη θεότητα ἐν ἀνθρωπότητι». Όμως δεν είναι μόνο αυτό, καθώς το γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού και Λόγου του Θεού, δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο, δια της χαρισματικής υιοθεσίας να ντυθεί τη θεότητα, αφού κατά Μ. Αθανάσιο «ὁ Λόγος Σάρξ ἐγένετο, ἵνα τόν ἄνθρωπον δεκτικόν θεότητος ποιήσῃ».

«Μα ο Λόγος που γεννήθηκε να! Από τον Θεό τον Μέγα, άχρονος του Πατέρα Γιος και του Αρχετύπου εικόνα ίσος του. Δόξα του Πατρός, τέκνο λαμπρό δικό του, ως ξέρει αυτός που γέννησε κι ο Γιος όπου γεννήθηκε μόνο και στο Θεό σιμά κανείς. Κι ωστόσο ετούτο αντάμα σ’ όλους τους θνητούς πασίδηλο πιστεύω άπρεπο να ΄χει η θεότητα από τη δική μου γέννα ροή είτε κόψη ταπεινή. Μα αν είμαι εγώ πατέρας όχι απ’ το πάθος λεύτερος – της σάρκας πλάσμα – όχι όμοιος που σάρκα δεν γνώρισε και σώμα» (Γρηγορίου Θεολόγου, Περί Του Υιού, Α’ Δογματικά).

Για την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Άδειασε ο Θεός και γέμισε ο άνθρωπος

Posted on 27 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

Πιστεύω πως τα παραπάνω λόγια δεν θα άρεσαν καθόλου σε όσους διακηρύσσουν πως ο Θεός δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο, αλλά και σε όσους αρνούνται το μυστήριο της θείας ενανθρώπισης. Κι αν μια τέτοια άρνηση ή καχυποψία δείχνει να είναι μακρινή και να έρχεται από την νεοπλατωνική αντίληψη ή να ξεπηδάει από τους στοχασμούς των Berkeley και Descartes, ο ευαγγελικός και πατερικός λόγος επουδενί δεν εγκλωβίζεται σε σχεσιακά αδιέξοδα, εμπειρικές επιβεβαιώσεις και νοητικά σχήματα.

Ομολογώ όμως, πως παρά την αλήθεια των πραγμάτων που αναδύεται από την εμπειρία της ορθόδοξης ζωής και πνευματικότητας, το να αδειάσει ο Θεός και να γεμίσει ο άνθρωπος, «μέχρι σήμερα παραμένει μυστήριο και ποτέ δεν θα παύσει να είναι μυστήριο» κατά τον άγιο Βασίλειο Σελευκείας. Ακόμη και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απορεί πώς μπορεί να συνδέεται ο Θεός με τον άνθρωπο που είχε αμαρτήσει, και διερωτάται «πῶς ὡμοίωται τῷ σώματι τό ἀσώματον; πῶς τῷ ἀϊδίῳ τό πρόσκαιρον; τῷ ἀναλλοιώτῳ τό διά τροπῆς ἀλλοιούμενον; τῷ ἀπαθεῖ τε καί ἀφθάρτῳ τί ἐμπαθές καί φθειρόμενον; τῷ ἀμιγεῖ πάσης κακίας τό πάντοτε συνοικοῦν ταύτῃ καί συντρεφόμενον;». Εν τέλει, τι δουλειά έχει ο άγιος Θεός με τον αμαρτωλό άνθρωπο; Ο Πλάτωνας κατηγορηματικά θα έλεγε πως δεν έχουν καμία σχέση και ο Πλωτίνος θα διαμαρτυρόταν λέγοντας μας, είναι αδύνατον ο Θεός να συσχετιστεί με την αμαρτωλή ανθρώπινη σάρκα, πόσο δεν μάλλον να την φορέσει.

Οι Πατέρες απορούν λοιπόν και θαυμάζουν το πώς της σάρκωσης του Θεού Λόγου. Ο Βασίλειος Σελευκείας διερωτάται: «Πώς η άκτιστη, αχώρητη και ακοινώνητη ουσία του Λόγου προς κάθε κτίση, που τα Χερουβίμ δεν τολμάνε να δουν, και τα οποία υπερέχουν των υπολοίπων ταγμάτων, ήρθε σε κοινωνία προς την ασθενή και γήινη φύση της ανθρωπότητας;». Και διατυπώνεται μία επαναστατική διακήρυξη, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, δια στόματος του ευαγγελιστή Ιωάννη. «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιω. 1, 14). Η συντριβή κάθε ευσεβισμού, ηθικισμού και απομόνωσης του ανθρώπου από τον Θεό! Ένας αληθινά επαναστατικός λόγος. Αυτός και το «Χριστός Ανέστη»! Γεγονότα που αποτελούν μυστήριο για τον ανθρώπινο νου. Καταλυτικά όμως για τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και το άλυτο του θανάτου. Γεγονότα μη συμβεβηκότα με την αντίληψη της ανθρώπινης περατότητας, αλλά υπερβατικές αλήθειες που εμβαθύνουν οντολογικά στην φύση του ανθρωπίνου προσώπου, το οποίο και φέρνουν ενώπιον της μεγαλύτερης ευεργεσίας που μπορεί να δεχτεί, ήτοι της χαρισματικής θέωσης ως συνδυασμού της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης και του άπειρου ελέους του Θεού.

Ο Θεός βγαίνει να συναντήσει τον άνθρωπο. Δεν φοβάται. Δεν αγωνιά μήπως χάσει κάτι από την ουσία Του. Δεν φοβάται μήπως πάψει να είναι Θεός με την θεία ενανθρώπιση. Δεν εξορκίζει την ανθρώπινη σάρκα, την οποία και ντύνεται. Ναι, Αυτός ο άκτιστος και ακατάληπτος Θεός! Αποφασίζει με δική Του θέληση να γίνει αυτό που δεν είναι, αλλά γίνεται∙ τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εξέρχεται από την βεβαιότητα που Του παρέχει η Τριαδική Του παρουσία και κοινωνεί με τον άνθρωπο. Δεν του δίνει μέρος της ουσίας Του, μήτε τον κάνει αθάνατο στη φύση, αλλά και δεν τον μεταβάλλει σε αναμάρτητο. Και είναι άλλο ένα θαυμάσιο σημείο της κένωσης αυτής, το γεγονός ότι η ενανθρώπιση του Θεού δεν είναι μία φαινομενική ενανθρώπιση, μία ενανθρώπιση κατά δόκηση, μία ατσαλάκωτη έξοδος, μία συναισθηματική έξαρση του Θεού, ένα αυθόρμητο ξάφνιασμα προς τον άνθρωπο, αλλά πρόκειται για μία ενέργεια «άφατης και αμέτρητης φιλανθρωπίας» (ευχή Χερουβικού). Μία ενέργεια με οντολογικές συνέπειες σωτηριώδους σημασίας για το ανθρώπινο «είναι». Το «ναι» του Θεού στον άνθρωπο. Το κατεξοχήν άδειασμα Του προκειμένου να γεμίσει ο άνθρωπος.

Έπρεπε οπωσδήποτε ο Θεός να γίνει άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας; Κατ’ αρχάς, ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος σε επιστολή του γράφει πως «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον, ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τούτο καί σώζεται». Δηλαδή αν ο Θεός δεν προσελάμβανε τον όλο άνθρωπο (χωρίς την αμαρτία), τότε θα παρέμενε αθεράπευτος. Γι’ αυτό προσέλαβε και το σώμα του. Και η ένωση του όλου ανθρώπου με τον Θεό, έσωσε τον άνθρωπο. «Τῷ συγγενεῖ τό συγγενές θεραπεύων» που θα πει και ο Βασίλειος Σελευκείας.

Στη συνέχεια των λόγων του, ο Μ. Αθανάσιος, μιλώντας για την ανάγκη ζωοποίησης του ανθρωπίνου σώματος, σημειώνει: «Δια τούτο ευλόγως ο Σωτήρας ντύθηκε το σώμα, για να συμπλεχθεί το σώμα με την ζωή και να μην εγκαταλειφτεί πλέον ως θνητό στον θάνατο, αλλά να αναστηθεί και να μείνει στο εξής αθάνατο ως ενδεδυμένο την αθανασία. Διότι, αφού ντύθηκε τη φθορά, δεν θα ανασταινόταν, εάν δεν ντυνόταν την ζωή». Στους λόγους αυτούς, φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Θεός  με την ενανθρώπιση Του, τίμησε το ανθρώπινο σώμα, το οποίο και αγιάζεται.

Επουδενί, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Θεός τίμησε και με αυτόν τον τρόπο τον άνθρωπο, με το να δεχτεί να γεννηθεί από μία άνθρωπο, την Παναγία. Η Θεοτόκος, και μου αρέσει πάντα να χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο σε πείσμα όσων πιστεύουν πως η Παναγία γέννησε έναν άνθρωπο και όχι τον Θεό, υπήρξε η γυναίκα που μέσα της κυοφόρησε τον αχώρητο Θεό, Τον οποίο ούτε ο ουρανός μπορούσε να χωρέσει.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος, μεταξύ άλλων, έχει γράψει για τη γέννηση του Χριστού σε μία του ομιλία. Πρόκειται για έναν λόγο θαυμάσιο, γεμάτο από την αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς τον άνθρωπο. Θεωρώ πως είναι ο πλέον κατάλληλος ως επισφράγισμα στις σημερινές σκέψεις. «Καί ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γάρ τήν ἐμήν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγώ πλουτήσω τήν αὐτοῦ Θεότητα. Καί ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γάρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν᾿ ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τό περί ἐμέ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καί οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καί τήν εἰκόνα σώσῃ καί τήν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολύ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μέν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δέ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον».

Καλά, ευλογημένα και κατανυκτικά Χριστούγεννα!

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Θα γεννηθεί φέτος ο Χριστός;

Posted on 21 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

Ο παραπάνω τίτλος διακρίνεται για την αγωνία του. Αυτό το συναίσθημα, ως επίμονη σκέψη έχει την δυσάρεστη ευκολία να γεννά το φόβο. Φόβο όμως για ποιο λόγο; Μήπως δεν γεννηθεί φέτος ο Χριστός; Τί είναι εκείνο που γεννά αυτόν τον φόβο; Μία φορά γεννήθηκε ο Χριστός; Γεννιέται κάθε Χριστούγεννα; Μήπως πλέον κάτι τρομάζει και αποτρέπει τη σάρκωση του Λόγου;

Πέρυσι, φέτος, του χρόνου. Αυτός ο χρόνος σου δημιουργεί την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Προσπάθησαν, και ομολογώ πως υπήρξαν σοβαρές προτάσεις, να τον δαμάσουν εννοιολογικά, φιλόσοφοι και Πατέρες της εκκλησίας. Για τον Πλάτωνα χρόνος είναι η κινητή εικόνα της ακινήτου αιωνιότητας, για τον Αριστοτέλη χρόνος είναι «ἀριθμός κινήσεως κατά τό πρότερον καί τό ὕστερον», για τον Πλωτίνο ο χρόνος σχετίζεται μόνο με τον κόσμο των ανθρώπων και είναι μέρος της Ψυχής, ενώ την ίδια στιγμή τον διαχωρίζει από την αιωνιότητα (μας θυμίζει Γρηγόριο Θεολόγο). Έρχονται και οι Καππαδόκες Πατέρες που επηρεάστηκαν στο ζήτημα του χρόνου από τη πλατωνική, αριστοτελική και νεοπλατωνική φιλοσοφία, δίνοντας όμως νέο περιεχόμενο στην έννοια του χρόνου. Ενδεικτικά, για τον Μ. Βασίλειο ο χρόνος έχει την αρχή του στη σύσταση του κόσμου και είναι αναπόσπαστος από την κίνηση στον χώρο, με τον οποίο όμως δεν ταυτίζεται.

Γιατί όμως αυτό το φέτος να κρύβει ακόμη την αγωνία του; Μήπως συνέβη κάτι και ο Θεός κρύβεται; Μήπως ο άνθρωπος εξόργισε για άλλη μία φορά τον Θεό, άρα μαζί με Εκείνον, την αγάπη, την πίστη, την ελπίδα; Εξοργίζεται όμως ο Θεός; Μήπως Τον εξόρισε; Πολύ φοβάμαι, πως κάτι εμποδίζει τον Θεό να σαρκωθεί. Όμως, αυτή η πρωτοβουλία της σάρκωσης ανήκει στον Θεό! Δεν είναι στο χέρι του ανθρώπου. Και σημειώνω, απαραιτήτως για την πορεία των πραγμάτων, πως παρά την ασχήμια του κόσμου, ο Θεός σαρκώνεται και «σήμερον». Αυτό το «σήμερον» θα έλεγα πως εκφράζει τη λειτουργική εκστατικότητα ενός μυστηρίου, το οποίο στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής, ήτοι των ιερών μυστηρίων, αποκαλύπτεται.

Θαυμάσιος όρος! Αποκάλυψη. Δεν είναι και λίγο να σου αποκαλύπτεται ο άσαρκος, ακατάληπτος και αχώρητος Θεός. Και να σου αποκαλύπτεται, κι εδώ είναι η ομορφιά των πραγμάτων, «σήμερον». Ο Θεός συναντιέται με τον άνθρωπο «σήμερον». Αυτό πραγματώνεται μέσα στην εκκλησία, όπου η εκφραστική ωραιότητα των μυστηρίων θεώνει χαρισματικά τον άνθρωπο. Ο Θεός έρχεται σε συνάντηση με τον άνθρωπο. Γεννιέται. Του αποκαλύπτεται. Ο άνθρωπος ξεκινά την ψηλάφηση, την επαφή για πρώτη φορά με ότι δεν είχε την ευκαιρία να δει ως σαρκωμένο πρόσωπο. Έτσι λοιπόν, «ἡ Παρθένος σήμερον, τόν ὑπερούσιον τίκτει», «σήμερον ὁρᾶται σαρκί, ὁ φύσει ἀόρατος, διά τόν ἄνθρωπον», «σήμερον ὁ ἄναρχος ἄρχεται, καί ὁ Λόγος σαρκοῦται».

Ο χρόνος πραγματώνεται στο χώρο. Πρόκειται ακριβώς για μία σχεσιακή κατάσταση οντολογικής εμβάθυνσης, η οποία δεν υπάρχει για τον εαυτό της, αλλά διακονεί το μυστήριο της θείας Ενανθρώπησης. Στο λειτουργικό «σήμερον» της εκκλησιαστικής ζωής, ο άνθρωπος έχει κάθε φορά τη δυνατότητα να συναντηθεί με τον Θεό. Ο χρόνος στη ζωή της εκκλησίας, το χθες, το σήμερα, το αύριο, δεν είναι ξένα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε μία άρρηκτη λειτουργική σχέση, θυμίζοντας μας τον λόγο του Μαξίμου Ομολογητού για το τρίπτυχο «σκιά –εικόνα-αλήθεια», καθώς «σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις». Ο χρόνος στη ζωή της εκκλησίας, δεν εγκλωβίζεται σε μεταφυσικά αδιέξοδα, δεν εξαρτάται από τον κάθε σημαίνοντα καιρό, αλλά υπό το φως της θείας αποκάλυψης διακονεί το μυστήριο της σάρκωσης στην αλήθεια των μελλόντων. Κι αυτό, τιθασεύοντας την αλαζονεία της στατικής έκφρασης των γεγονότων ενώπιον της μεταμορφωτικής έλξης του χωροχρόνου από την θεία χάρη.

Ο Χριστός γεννήθηκε. Δεν είναι παίξε γέλασε. Γεννιέται «σήμερον». Ανάμεσα στην οδύνη του θανάτου, στην ηδονή της κακότητας, στο εύθραυστο της ευτυχίας που πηγάζει από τον πλούτο και τη δόξα. Ο Χριστός δεν κρύβεται επειδή φοβάται τον θάνατο που δείχνει να κυριαρχεί. Δεν δειλιάζει μπροστά στην άρνηση και στην καχυποψία του ανθρώπου πως δεν υπάρχει ο Ίδιος. Δεν καθυστερεί το σχέδιο της σωτηρίας επειδή ο άνθρωπος αστοχεί. Γεννιέται και φέτος παρά την υποκρισία, την εμπάθεια, την αμετροέπεια, την κακότητα, τη ζήλεια, το φθόνο, τη μνησικακία, τον ναρκισσισμό, τον συγκεντρωτισμό, την αδιακρισία. Είναι όμως η στιγμή που το ερώτημα πλέον μετατοπίζεται. Ο άνθρωπος θέλει να αναγεννηθεί;

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο Χριστός ποτέ δεν μίλησε για πρέπει και δεν στοχοποίησε κανέναν

Posted on 15 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι την ανάγκη για έναν λόγο εξομολογητικό, έναν λόγο «άνοιγμα» προς τους αναγνώστες. Αυτό, ομολογώ πως απορρέει από το νεαρό της ηλικίας μου και την πίστη στην αμεσότητα του λόγου, αλλά φυσικά έχει βάση και στο γεγονός ότι σαν ένας νέος άνθρωπος 34 ετών που αγαπά τα θεολογικά γράμματα, όπως και πολλοί θεολόγοι, πολλές φορές απογοητεύομαι, αντί να γοητεύομαι!

Ο άνθρωπος δεν είναι απλά ένα «σκεπτόμενο πράγμα» όπως με καμάρι διατείνεται συνεχώς ο Ντεκάρτ στου στοχασμούς περί της πρώτης φιλοσοφίας». Αν ρωτούσατε ακόμη και τον ιερό Αυγουστίνο, κι εδώ φαίνονται οι δυτικές του καταβολές, θα έλεγε πως ο άνθρωπος είναι σκεπτόμενη βούληση. Κι έρχεται ο Μάξιμος Ομολογητής και φέρνει μία επανάσταση, συντρίβοντας τη δυτική σκέψη όπως έχει περάσει και σήμερα, δυστυχώς, σε ένα μέρος του θεολογικού λόγου, και μας λέει πως ο άνθρωπος είναι το όλον αυτού. Δηλαδή όχι απλά ψυχή και σώμα. Αυτό δεν αρκεί για τον Μάξιμο Ομολογητή, όπως και για τον Γρηγόριο Παλαμά που κάνει λόγο για το «συναμφότερον». Αλλά είναι κάτι επιπλέον, κάτι ουσιαστικό, κάτι παραπάνω, είναι και η ελευθερία του! Και φτάνω στο σημείο που θέλω. Η ελευθερία του απειλείται από τον ανεύθυνο και στοχοποιητικό θεολογικό λόγο, ο οποίος σε τέτοιες περιπτώσεις δημιουργεί οπαδούς παρά εραστές του Νυμφίου.

Αυτός ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, είναι ένα δημιούργημα του Θεού. Ό,τι κι να πρεσβεύει, ό,τι κι αν τον ενδιαφέρει, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ακόμη κι αν αρνείται τον Θεό. Κλείνοντας την παρένθεση, έρχομαι στην απογοήτευση που κρύβει την γοητεία των πραγμάτων. Κι έχω ξανά την αίσθηση, πως επί του θέματος, δικαιώνεται για άλλη μία φορά ο Νίτσε, καθώς θα διερωτόταν «μήπως ο Θεός είναι ένα λάθος του ανθρώπου;». Και λέω τούτο, διαπιστώνοντας με έντονο προβληματισμό, μία αντιστροφική δημιουργικότητα, μία αρνητική αναφορά του Θεού στον άνθρωπο, κάτι παράδοξο φυσικά για τα μεταφυσικά δεδομένα. Κι όμως, ο Θεός γίνεται λάθος του ανθρώπου, όταν συντελείται η θεοκτονία του, όταν ο θεολογικός λόγος καταντά αποκρουστικός όταν κρίνει τους πάντες και τα πάντα.

Υπάρχουν στιγμές που ο θεολογικός λόγος καταντά ένα ηθικολόγημα. Και απορώ σε τέτοιες περιπτώσεις, σε τι διαφέρουμε από τη δυτική θεολογική σκέψη; Είναι οι περιπτώσεις όπου στον θεολογικό λόγο κυριαρχούν τα «πρέπει», οι συμβουλές σε κηδεμονευτικό τόνο, η στοχοποίηση ανθρώπων και επαγγελμάτων, η δαιμονοποίηση της εποχής. Πρέπει τα παιδιά μας να γίνουν καλοί χριστιανοί, πρέπει τα παιδιά μας να προσέχουν, πρέπει να πάμε στην εκκλησία κ.ο.κ. Γιατί πρέπει; Μίλησε ποτέ ο Χριστός για «πρέπει»; Είπε ποτέ ο Χριστός, στον Ανδρέα και στον Ιωάννη «πρέπει να με ακολουθήσετε»; Είπε ποτέ «πρέπει να νηστέψετε»; Είπε στην πόρνη «πρέπει να μετανοήσεις;». Ο Χριστός δεν μίλησε για «πρέπει». Προέτρεψε ο Χριστός, παρότρυνε, αλλά ήταν τόσο γλυκύτατο το πρόσωπο του που με την αγάπη έλκυε τον άλλον και όχι με κανόνες δεοντολογίας και ηθικολογήματα. Μαστίγωσε τον ευσεβισμό και τον ηθικισμό, τον συνέτριψε και δίδαξε με τη ζωή Του την ευσέβεια και την ηθική.

Ο Χριστός δεν έδινε συμβουλές. Δεν ήθελε να το παίξει «δάσκαλος», ούτε κούνησε το χέρι ποτέ σε κάποιον με προκλητική και αμετανόητη εμπάθεια. Αλήθεια, ποιος από όλους που εκφέρουν ηθικολογικό θεολογικό λόγο, έχει την «καθαρότητα» και διατηρεί το ηθικό πλεονέκτημα να δίνει συμβουλές στους άλλους; Ποιος έχει την άνεση να στοχοποιεί ανθρώπους και επαγγέλματα και να δαιμονοποιεί την εποχή, την κοινωνία; Εν τέλει, να αφορίζει τον άλλον και να εξορίζει τον Θεό;

Φέρνω στο νου μου ένα γεγονός που με εξέπληξε, αλλά συνάμα με έφερε σε αμηχανία και θαυμασμό, που προέκυψε από την αντίδραση του π. Ιωάννη Χρυσαυγή. Ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής είναι Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης και Θεολογικός Σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Παρά τη θέση που κατέχει και τις σπουδές που έχει κάνει, παραμένει απλός και ταπεινός, χωρίς να έχει έπαρση και εγωισμό. Όταν σε μία συνάντηση μας, συζητώντας για ένα θέμα, του ζήτησα τη συμβουλή του, δεν περίμενα την απάντηση του και τον θαύμασα ακόμη περισσότερο. Λέγοντας μου «δεν είμαι κατάλληλος να σου δώσω συμβουλές, αλλά μπορώ να μοιραστώ μαζί σου κάποιες σκέψεις», διαπίστωσα το βάθος του προσώπου αυτού και της διάκρισης και ταπείνωσης. Την ίδια στιγμή, απογοητεύομαι όταν ο θεολογικός λόγος αφορίζει τον άνθρωπο και την εποχή του, βάζοντας απαγορευτικό σε κάθε τι που έχει τη δυναμική να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να τον μορφώσει εις Χριστόν.

Η εποχές αλλάζουν, οι κοινωνίες γίνονται πολυσύνθετες, ο άνθρωπος αγωνιά και πονά περισσότερο. Ο λόγος του Χριστού μένει ίδιος και καίριος για την κάθε εποχή. Δεν αποτελεί ένα μουσειακό είδος, ένα έκθεμα που θα εντυπωσιάσει για την αισθητική του, αλλά για την αλήθεια του. Ο θεολογικός λόγος θα απέχει από την σύνθεση ή θα αναλωθεί στον αφορισμό; Θα σαρκώσει την αγάπη ή θα εξορίσει τον άλλον; Θα δείξει τον Χριστό ή θα δείχνει τον ναρκισσισμό του εαυτού που κουνάει το δάχτυλο και με απύθμενο αφασιακή νέκρωση εξορίζει Θεό και ανθρώπους;

Ο Χριστός ποτέ δεν μίλησε για «πρέπει» και ποτέ δεν στοχοποίησε κανέναν. Ο λόγος του ήταν κενωτικός, μεταμορφωτικός, σωτήριος. Δεν συμβούλευε, δεν κουνούσε το δάχτυλο, δεν έκανε τον δάσκαλο στον άλλον, τηρούσε όσα δίδασκε με τη ζωή Του. Αγκάλιασε όλους του ανθρώπους. Μίλησε με τα πιο αληθινά και ανυπόκριτα πρόσωπα. Κάθισε στο πηγάδι και έκανε παρέα στην Σαμαρείτιδα που είχε πέντε άνδρες και είχε άστατη ζωή. Αγκάλιασε την πόρνη και με αγάπη χάιδεψε τα μαλλιά της, ενώ πριν από λίγο ζούσε την κάθε ηδονή και την κάθε ακαταστασία στο κρεβάτι της με διαφορετικά σώματα. Κι εμείς; «Τρώμε» τους άλλους, τους κουνάμε το δάχτυλο και τους δείχνουμε μία ζωή με φόβο.

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Αγία Αικατερίνη: Η Αγία που δεν εξόρκισε την γνώση – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 05 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

Την προηγούμενη εβδομάδα, η αγία μας εκκλησία τίμησε τη μνήμη της μεγαλομάρτυρας και «πανσόφου» Αικατερίνης. Η αγία Αικατερίνη από μικρή κατείχε ένα μεγάλο μέρος γνώσεων ποικίλων επιστημών. Είχε σπουδάσει την ελληνική, ρωμαϊκή και λατινική παιδεία. Κατά τους χρόνους δε του Μαξεντίου, την συνέλαβαν και την βασάνισαν καθώς ήταν χριστιανή. Σε μία δημόσια συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν οι πιο ικανοί ρήτορες της Αλεξάνδρειας η αγία, με τη χάρη του Θεού, τους αποστόμωσε, αφού με τη χρήση των γνώσεων της κατάφερε να τους μιλήσει για τον Ένα και Αληθινό Θεό.

Εν πρώτοις, οφείλω την πλέον καθοριστική επισήμανση, καταλυτική για την κατανόηση των πραγμάτων. Η αγία Αικατερίνη, όπως και οι υπόλοιποι σοφοί, δεν αγίασαν επειδή γνώριζαν την αριστοτελική και πλατωνική σκέψη, καθώς και τις υπόλοιπες επιστήμες. Η ορθόδοξη πνευματικότητα και το ήθος του ορθόδοξου ανθρωπισμού δεν αποτελεί προϊόν επιστημονικής αντίληψης. Αληθινή φιλοσοφία για το ορθόδοξο μυσταγωγικό πνεύμα θα βρει κάποιος στην αγάπη, την ταπείνωση, τη διάκριση, την ησυχία, την προσευχή, την φιλανθρωπία όπως αυτές οι αρετές στολίζουν με μελιτώδη συνευωχία πνευματικών στιγμών, τις σελίδες της ερήμου, αλλά και του κάθε χώρου αγιασμού του ανθρώπου.

Το ορθόδοξο πνεύμα και η σοφία των Πατέρων της εκκλησίας, ποτέ δεν εξόρκισε κανένα, και το φωνάζω δυνατά και σε πείσμα του απεμπολισμού της γνώσης, στοιχείο το οποίο συνέβαλε στη δημιουργία εκείνης της πνευματικότητας, με άλλα λόγια εκείνου του τρόπου αναφοράς του προσώπου απέναντι στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Αντίθετα, χρησιμοποίησε κάθε στοιχείο που γεννά αρετή, αγιάζει τον άνθρωπο και τον εξυψώνει στον Θεό.

Επί τούτου, αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο αντλώ από την πατερική γραμματεία και συγκεκριμένα από έναν λόγο του Μ. Βασιλείου με τίτλο «Προς τους νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Γράφει λοιπόν προς τους νέους: «..αλλά να δέχεσθε από αυτούς ό,τι είναι χρήσιμο και να γνωρίζετε τι πρέπει να παραβλέπετε… Και να συναναστρεφόμαστε με ποιητές και λογογράφους και ρήτορες και με όλους τους ανθρώπους, από τους οποίους προκύπτει να προέλθει κάποια ωφέλεια για την επιμέλεια της ψυχής».

Στέκομαι σε μερικά παραδείγματα από τους Πατέρες, τα οποία δείχνουν τη σύνδεση φιλοσοφίας και θεολογίας και πως την χρησιμοποίησαν προκειμένου η φιλοσοφία να υπηρετήσει την αλήθεια της θεολογίας. Πάλι, ο Μ. Βασίλειος στην «Εξαήμερο» (στην οποία παρελαύνουν φιλοσοφία, φυσική, μετεωρολογία, γεωγραφία, φυτολογία, φαρμακευτική, αστρονομία, ζωολογία), σχολιάζοντας έναν ψαλμικό στίχο («ουρανούς ουρανών», Ψαλμ. 148, 4), συμφωνεί με την θέση του Πλάτωνα για την ύπαρξη περισσοτέρων ουρανών, αλλά και διαφωνεί με τον Ξενοφάνη στο θέμα του αγένητου και άφθαρτου κόσμου και στο ζήτημα ταύτισης του κόσμου με τον Θεό. Παρόλα αυτά χρησιμοποιεί, όπως και οι υπόλοιποι Πατέρες, χωρία φιλοσόφων και άλλων επιστημόνων για να συμπληρώσει ή για να αναιρέσει.

Από την άλλη, ο Γρηγόριος Θεολόγος, κάνοντας λόγο για «φιλοσοφία περί Θεού» και «φιλοσοφικό στοχασμό», επαινεί τον φίλο του και κυνικό φιλόσοφο Ήρωνα, αφιερώνοντας του έναν ολόκληρο λόγο (λόγος ΚΕ’) και σημειώνοντας πως ο Ήρων από την κυνική φιλοσοφία κράτησε μόνο το όνομα και το εξωτερικό σχήμα και από την χριστιανική πήρε την αλήθεια και το περιεχόμενο. Κι έρχεται ο Γρηγόριος Νύσσης, ο φιλοσοφικότερος των Πατέρων, και γίνεται «νεοπλατωνικός», «αριστοτελικός», «στωικός».

Τόσο οι κληρικοί, όσο και οι θεολόγοι, μπορούν να διαδραματίσουν και θα διαδραματίσουν με τον καιρό, τον αξιόλογο ρόλο της μόρφωσης του ανθρώπου εις Χριστόν. Αν αναζητήσουν μόνο τον Θεό, θα χάσουν την ευκαιρία να συναντηθούν με τον συνάνθρωπο. Αν αναζητήσουν μόνο τον συνάνθρωπο, θα χάσουν την ευκαιρία να συναντηθούν με τον Θεό. Είναι γνωστό εξάλλου, πως η σχέση με τον Θεό περνάει μέσα από τη σχέση με τον συνάνθρωπο και αντιστρόφως. Ο σύγχρονος κληρικός και θεολόγος καλείται ήδη αλλά και θα κληθεί, έχοντας ως αρχή την αγάπη για τον Χριστό, να απαντήσει σε προκλήσεις, βασανιστικά ερωτήματα και να συνθέσει με μελωδικές αρμονίες φύσημα θεϊκής πνοής σε έρημες ψυχές, σε έρημα σώματα. Αναρχικοί, άθεοι, αρνητές του Χριστού, αμφισβητίες, πολέμιοι του ονόματος Του, σκεπτικιστές, ρομαντικοί, αισθησιοκράτες κι απογοητευμένοι άνθρωποι χτυπάνε και θα χτυπήσουν την πόρτα της εκκλησίας.

Πώς θα παρηγορηθεί ο πόνος του άλλου; Πώς θα απαντήσει ο θεολογικός λόγος στον σκεπτικισμό και στην άρνηση του Θεού; Πώς θα μυηθεί ο άνθρωπος στην ψηλάφηση του Θεού με εμπειρικό και όχι νοησιαρχικό τρόπο; Πώς θα δοθεί μια κάποια επαρκής απάντηση στο βασανιστικό ζήτημα της θεοδικίας; Πώς θα αντιμετωπιστεί η σύγχρονη αθεϊα που καταδικάζει τον Θεό κατηγορώντας Τον ως άδικο και τιμωρό; Πώς θα αντιμετωπιστεί η θεοκτονία που καταντά τον Θεό ιδέα και όχι πρόσωπο; Πώς θα απαντηθεί η άρνηση στο μυστήριο του να γίνεσαι κατά χάριν Θεός και να συνδέεσαι με τον Θεό, αντίληψη που έχει τις ρίζες της στην πλατωνική σκέψη; Πώς τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου θα απαντηθούν; Είναι ικανή η πνευματική μόρφωση να πετύχει κάτι τέτοιο; Φυσικά. Αλλά πολύ φοβούμαι πως η εποχή μας διαθέτει πλήθος ανυποψίαστων, που ακόμη κι αυτή η πνευματική μόρφωση έχει κρυφτεί ή παίζει κρυφτό για τους δικούς της λόγους. Αλλά ακόμη κι όταν γίνεται εμφανής, άλλοτε αποτελεί γνήσια και ήσυχη παρουσία, άλλοτε δε αρέσκεται να περιτριγυρίζεται γύρω από την πνευματική νόσο του γεροντισμού που απαιτεί οπαδούς παρά πιστούς και ελεύθερους εραστές του Νυμφίου.

Αφορισμοί της θύραθεν παιδείας, της φιλοσοφίας, της κοσμικής μόρφωσης, δεν έχουν χώρο στην εκκλησία, πάντοτε υπήρξαν ξένοι προς το εκκλησιαστικό φρόνημα και φυσικά αδικούν το έργο και την προσφορά των ίδιων των Πατέρων της εκκλησίας. Αλλά και κάτι υποκρύπτουν. Ακόμη και η κοσμική φρόνηση μπορεί να διακονήσει, με ήσυχο και ταπεινό φρόνημα, την πνευματική αναγέννηση και μεταμόρφωση του ανθρώπου, όπως ακριβώς έπραξαν οι ίδιοι οι Πατέρες και η αγία Αικατερίνη, οι οποίοι μορφώθηκαν και κοσμικά για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις αιρετικές κακοδοξίες,  να έχουν λόγο με επιχειρήματα απέναντι στις αναπάντητες υπαρξιακές αγωνίες, αλλά και γιατί η φιλοσοφία έχει αυτή την μυστική δύναμη να σε οδηγεί στον Αληθινό Θεό.

Αρκεί πάνω απ’ όλα το κέντρο της ζωής, της σκέψης και της ύπαρξης να είναι το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό, το κατάφεραν με μοναδικό και ανατρεπτικό, για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, τρόπο οι Πατέρες της εκκλησίας, οι οποίοι πιστεύω πως αν έρχονταν σήμερα, θα απορούσαν με τον εξορκισμό της γνώσης. Και τα πατερικά έργα ακόμη και σήμερα μαρτυρούν πως οι Πατέρες ποτέ δεν αφόρισαν τη σοφία του κόσμου, ποτέ δεν την εξόρκισαν και ποτέ δεν την στοχοποίησαν. Ακριβώς το ίδιο έπραξε και η «πάνσοφος» αγία Αικατερίνη. Συνθέτοντας και χωρίς να αφορίσει κάθε τι που μπορεί να οδηγήσει στην πνευματική μόρφωση και στην επάνοδο του Χριστού από την εξορία. Αυτή είναι μαγκιά. Η επάνοδος του Χριστού από την εξορία.

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Όπου είναι ο Επίσκοπος εκεί είναι και η Εκκλησία

Posted on 13 Νοεμβρίου 2017 by larisanews

Η φράση αυτή αποτελεί δάνειο από την επιστολή του αγίου Ιγνατίου Θεοφόρου προς τους Σμυρναίους. Έχοντας ισχυρή την αίσθηση, πολύ δε περισσότερο την πίστη, ομολογώ πως αποτελεί τη βάση για το ξεδίπλωμα όμορφων αληθειών, οι οποίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του Επισκόπου.

Φυσικά, αφορμή των λόγων αυτών αποτελεί μία ξεχωριστή ημέρα για την τοπική μας εκκλησία, την ιστορική Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, κατά την οποία εορτάζει ο Μητροπολίτης μας κ.κ. Χρυσόστομος. Είχαμε για πολλά χρόνια την ευλογία να απολαύσουμε τις μυσταγωγικές αγωνίες του πνευματικού μας Πατέρα κ.κ. Αλεξίου και δοξολογώντας τον άγιο Θεό, διατηρούμε και σήμερα αυτή την ευλογία της συνάντησης με τη σοφία του, που ευεργετεί τα πρόσωπα μας, κατευθύνοντας με αγάπη, πολύ αγωνία και ελεύθερα τις σκέψεις μας.

Συνεχίζουμε να έχουμε ως άξιο και συνειδητό συνεχιστή του επισκοπικού αξιώματος, στην Ιερά μας Μητρόπολη, τον Επίσκοπο κ.κ. Χρυσόστομο. Και ομολογώ πως ο όρος «επίσκοπος» με συναρπάζει και τον προτιμώ, καθώς συναντάται στον Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Ιωάννη Χρυσόστομο, Ιγνάτιο Θεοφόρο και σε άλλους πατέρες. Βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Ο όρος αυτός είναι και γίνεται οικείος, σκεφτόμενος το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου.

Θα αποφύγω την έκθεση όμορφων και ελκυστικών επιθετικών προσδιορισμών, οι οποίοι ταιριάζουν με το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου. Θα σταθώ σε ένα σημείο, το οποίο αντικατοπτρίζει τον ψυχικό κόσμο του. Στην καθαρή του ματιά. Μία ματιά, που δείχνει έναν άνθρωπο με αγάπη προς την εκκλησία και τον Χριστό. Επεκτείνοντας τη σκέψη μου, και εμμένοντας σε κάτι τέτοιο, η ματιά αυτή αγαπά και τον συνάνθρωπο, για τον οποίο συχνά ο Επίσκοπος μας αναφέρεται, καθώς ρίχνει όλο το βάρος του σύγχρονου ρόλου του κληρικού στην απροϋπόθετη διακονία προς τον συνάνθρωπο με κληρικούς που κρατάνε τις εκκλησίες ανοιχτές και βγαίνοντας από τις μεγάλες πόρτες, ξεβολεύοντας με τον τρόπο αυτό την απροσδιοριστία των επιλογών και το αδιάφορο των στάσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές, που ο Επίσκοπος μας θέλει τον κληρικό να βγαίνει μπροστά και να φωτίζει Χριστό με την παρουσία του στον ναό, όπου ο κάθε άνθρωπος τον αναζητά.

Κι αν ο Descartes διαλαλούσε παντού πως «σκέφτεται, άρα υπάρχει», η σκέψη της ορθόδοξης ανθρωπολογίας υπερβαίνει σχήματα και όρους, καθώς ο Επίσκοπος μας «διακονεί, άρα αγαπά». Ρίχνοντας όλο το βάρος στη διακονία, μεταξύ άλλων επιτυγχάνει δύο αξιόλογα πράγματα. Αφενός μεν να φέρνει την εκκλησία στον κόσμο, στις αγορές και στις πλατείες, αφετέρου δε να γίνεται ο ίδιος καλός ακροατής του άλλου. Γνωρίζοντας δε παράλληλα πως η αρχή και η τελείωση των πάντων βρίσκεται στο ιερό θυσιαστήριο.

Θέλω να το φωνάξω δυνατά και σε πείσμα των υποκριτικών, εγωπαθών και ύποπτων φωνών, πως ο Επίσκοπος που φέρει την αποστολική διαδοχή, στέκεται «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Την εποχή αυτή, κατά την οποία ένα ελάχιστο μέρος φωνών του κλήρου αποστασιοποιείται από τον Επίσκοπο του, την εποχή αυτή όπου φωνές θεολόγων σηκώνουν τείχος στο επισκοπικό αξίωμα αμφισβητώντας τον Επίσκοπο τους, την εποχή αυτή όπου μέρος κληρικών έχει οδηγηθεί αυθαίρετα και αντικανονικά στη μη μνημόνευση του Επισκόπου, ερμηνεύοντας με δική τους πρωτοβουλία κανόνες Συνόδων και χωρίς να εμπιστεύονται την εκκλησία και τη συνοδικότητα της, ο  Επίσκοπος βρίσκεται στο κέντρο της λειτουργικής ζωής της εκκλησίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτές οι φωνές θέτουν τον εαυτό τους εκτός εκκλησίας. Αυτή είναι η αλήθεια.

Ας μου επιτραπεί μία σημασιολογική αναφορά προς τη σημασία του επισκοπικού θεσμού. Γράφει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου, στο «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον» για το θέμα αυτό: «Η Ορθόδοξος Εκκλησίας διαμέσου των αιώνων παραμένει πιστή στην αρχή αυτή και δεν μπορεί να αποστεί από αυτήν,  αν θέλει να παραμείνει ορθόδοξος. Καταστρατηγήσεις της αρχής αυτής από όσους τελούν τη Θεία Ευχαριστία χωρίς την άδεια του τοπικού Επισκόπου ή το φοβερότερο, χωρίς το μνημόσυνο του ονόματος του Επισκόπου, όπως συμβαίνει με μερικούς λεγόμενους ζηλωτές στο Άγιον Όρος, με καμία δικαιολογία δεν επιτρέπεται εφόσον ο τοπικός Επίσκοπος δεν επάμφθη ή αντικατεστήθη από άλλον, πάντοτε και μόνον υπό Επισκοπικής Συνόδου, γι’ αυτό και κάτι τέτοιο αποτελεί εκτροπή σοβαρότατη από την Ορθόδοξη Εκκλησία, μεγίστη αίρεση ἐν τῇ πράξει έστω και αν την καλύπτει ο μανδύας υπέρ της Ορθοδοξίας».

Σεβασμιώτατε κ.κ. Χρυσόστομε, μαζί με την εορτή σας η τοπική μας εκκλησία χαίρεται και αναφωνεί το άξιος και για τον νέο της κληρικό, τον π. Βασίλειο, άνθρωπο ήσυχο και ταπεινό, στο βλέμμα, στις κινήσεις, στο λόγο. Η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και η τοποθέτηση του στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Τρικάλων, σήμανε στις καρδιές μας μεγάλη χαρά και ελπίδα, αφού ο π. Βασίλειος θα σταθεί με αγάπη, υπομονή και σεβασμό στους πιστούς. Επίσης δε, χαιρόμαστε και για τον νέο αρχιδιάκονο, π. Παναγιώτη, ο οποίος παρά το γεγονός των περαιτέρω αξιόλογων σπουδών του στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., με βλέμμα ταπεινό και ήρεμο, μαρτυρεί πως ο σύγχρονος κληρικός που αγαπά την μελέτη των θείων γραμμάτων, μπορεί να συνδυάσει την αγάπη για τον Θεό με την θεολογική κατάρτιση και την πνευματική μόρφωση.

Χρόνια πολλά, καλά χρόνια, με χαρές και λιγότερες λύπες. Ως επισφράγισμα των σκέψεων αυτών, ας κλείσει με τον βαρυσήμαντο του λόγο ο άγιος Ιγνάτιος Θεοφόρος, ο οποίος γράφει για τον Επίσκοπο στην προς Σμυρναίους Επιστολή: «Όλοι να ακολουθείτε τον επίσκοπο, όπως ο Ιησούς Χριστός τον Πατέρα, και τους πρεσβύτερους όπως τους αποστόλους, ενώ τους διακόνους να τους σέβεστε σαν εντολοδόχους του θεού. Κανένας να μην κάνει τίποτε χωρίς τον επίσκοπο από αυτά που ανήκουν στην Εκκλησία. Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίον έχει δώσει την άδεια αυτός. Όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος, εκεί να βρίσκεται το πλήθος, όπως ακριβώς όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται η Καθολική Εκκλησία… Είναι λοιπόν εύλογο να ανανήψουμε και, όσο ακόμη έχουμε καιρό, να μετανοήσουμε στον Θεό. Είναι καλό να αναγνωρίζουμε τον Θεό και τον επίσκοπο. Αυτός που τιμά τον επίσκοπο, τιμάται από τον Θεό, κι αυτός που κάνει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει τον διάβολο».

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Η Εκκλησία να καλέσει άθεους και αναρχικούς να γνωρίσουν το πρόσωπο του Χριστού

Posted on 10 Νοεμβρίου 2017 by larisanews

Υπάρχουν στιγμές, που η εκκλησία δίνει την εντύπωση μιας κλειστής ομάδας. Ανθρώπων με ίδιες πεποιθήσεις, όπου δεν χωράει κάποιος άλλος με διαφορετικές από τις δικές τους. Μία κάστα εκλεκτών, ένα σύνολο ανθρώπων θρησκευόμενων, όπου κυριαρχεί το «εμείς», απουσιάζοντας την ίδια στιγμή το «οι άλλοι».

Η σύγχρονη εποχή έχει την τάση να παρουσιάζει ολοένα και περισσότερες προκλήσεις. Στις προκλήσεις αυτές, η εκκλησία ή θα απαντήσει θετικά ή θα τις εξορκίσει. Σε μία τέτοια όμως περίπτωση, ένας πιθανός εξορκισμός, μεταθέτει απλά το πρόβλημα σε μία άλλη χρονική στιγμή, καθώς οι δομές της εποχής και το πολυσύνθετο των αφετηριών των προκλήσεων, εμφανίζουν ξανά τις προκλήσεις αυτές. Έτσι λοιπόν, η εκκλησία θα φυγομαχήσει ή θα υπάρξει μέσα στην εποχή της, έστω με όλες αυτές τις διαφορετικότητες;

Στην ιστορία της φιλοσοφίας, στο διάβα των ετών άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, τα οποία προσπαθούσαν το καθένα με βάση τις αρχές του, να τοποθετηθεί απέναντι στα πράγματα ενός φάσματος που καλύπτει τις πτυχές της ζωής και της μεταφυσικής. Ορθολογισμός, εμπειρισμός, υπαρξισμός και άλλα ρεύματα, ασχολήθηκαν με τον άνθρωπο, τον Θεό, την ηθική, τη ζωή, την μεταφυσική. Άλλοτε ο ένας φιλόσοφος συμπλήρωνε τη σκέψη ενός άλλους κι άλλοτε απέρριπτε την φιλοσοφία κάποιου άλλου. Ακόμη και μέσα σε ένα φιλοσοφικό ρεύμα (για παράδειγμα στον υπαρξισμό) ήταν και είναι και σήμερα δυνατό να υπάρξουν διαφορετικές φωνές (άλλο ο υπαρξισμός του Kierkegaard και άλλο εκείνος του Sartre). Με λίγα λόγια, κάθε ρεύμα είχε τους δικούς του οπαδούς, τις δικές του συνθέσεις, το δικό του χώρο, ο οποίος συγκέντρωνε συγκεκριμένες σκέψεις, οριοθετημένες μέσα στα στενά πλαίσια των αρχών, που το διέπει.

Στην εκκλησία δεν μπορεί αν συμβεί το ίδιο. Για παράδειγμα, η εκκλησία δεν έχει την πολυτέλεια αλλά ούτε το δικαίωμα να καλέσει στους κόλπους της ανθρώπους, οι οποίοι είναι του «χώρου» όπως συχνά ακούγεται. Βέβαια, και είναι αλήθεια αυτό, ο λόγος της είναι λόγος συγκεκριμένος, σταθερός, αιώνιος, αφού προέρχεται από την μόνη αλήθεια που είναι ο Χριστός. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι δεν δέχεται τον κάθε διαφορετικό από εκείνη.

Η εκκλησία δεν έχει έτοιμες συνταγές και δεν μεταποιεί την ανθρώπινη σκέψη με σκοπό να γίνει αυστηρώς εκκλησιαστική. Σέβεται απολύτως, κι αυτό είναι η ομορφιά της αλλά ταυτόχρονα αποβαίνει και καταδίκη, την ελευθερία του κάθε προσώπου. Βλέπει τον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, έτσι δηλαδή όπως δεν το είδε κανένα φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό ρεύμα. Δεν τον παίρνει να τον μετατρέψει σε οπαδό, σε φανατική φωνή, σε αλλοτριωμένη ύπαρξη. Ο Θεός του έδωσε ελευθερία του ανθρώπου, κι αυτό κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του το αφαιρέσει. Πολλές φορές ο άνθρωπος δεν επιλέγει να φτάσει στα όρια του προσωπικού του εκμηδενισμού ή ακόμη και να τα ξεπεράσει; Πώς κινείται προς το σημείο αυτό; Μέσα από τον σκοτισμό του νου, ο οποίος με τη σειρά του δημιουργεί στον άνθρωπο την ανάλογη προαίρεση.

Έτσι, η εκκλησία έχει, μόνη από κάθε άλλη φιλοσοφική σκέψη, την ευλογία να δεχτεί τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι. Όχι όμως για να τον κάνει οπαδό της, θιασώτη ενός στείρου ευσεβισμούς και ηθικισμού, ο οποίος αναλώνεται στα όρια ενός προσωπικού ναρκισσισμού, μιας αλλοτριωμένης ωραιοπάθειας και μιας φανατικής εξέλιξης, αλλά για να τον μεταμορφώσει. Η μεταμόρφωση αυτή, επουδενί δεν αποτελεί έναν ελκυστικό αποπροσανατολισμό ή μια προβοκατόρικη αντίληψη για να καλυφθεί ένας άλλος ιδεαλιστικός και παραπλανητικός σκοπός, αλλά πρόκειται για τον απόλυτο σεβασμό της προσωπικής ιδιοσυγκρασίας, κι αυτό εκλαμβάνεται είτε ως θεολογική δυνατότητα είτε ως φιλοσοφική, κοινωνιολογική, αλλά ανεπαρκής.

Αν η εκκλησία, σε ορισμένες περιπτώσεις συνεχίζει να υπάρχει για τον εαυτό της, το μόνο που θα καταφέρνει θα είναι να αναφέρει την ύπαρξη της σε ένα αυστηρώς ιδεολογικό πλαίσιο, όπου η οντολογία της εν Χριστώ μεταμόρφωσης του ανθρώπου, και θα απουσιάζει και θα καθίσταται ως ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι αλήθεια, δυστυχώς, πως οι εκκλησίες έχουν υψώσει τις τεράστιες τους πόρτες και ένα μέρος των λειτουργών του Θεού καλεί τους πιστούς να έρθουν μέσα, χωρίς να βγαίνουν έξω. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, το υπούργημα της ιεροσύνης, δείχνει ορισμένες φορές, να αναλώνεται σε μία στείρα διδασκαλία ηθικολογικού περιεχομένου, από την οποία ο Λούθηρος κι ο Μακράκης δεν θα είχαν τίποτε να ζηλέψουν.

Αλλά το ζήτημα, η πρόκληση με άλλα λόγια, είναι να έρθουν στην εκκλησία οι πιστοί; Κι ο άνθρωπος που δεν πιστεύει; Δεν έχει χώρο μέσα στην εκκλησία; Οι υπόλοιποι «άλλοι»; Θα μείνουν εκτός σωτηρίας; Αλλά και πάλι γιατί να έρθουν στην εκκλησία; Ακούμε συχνά, να καλείται ο άνθρωπος στην εκκλησία, χωρίς να του δίνεται το ερέθισμα που θα τον οδηγήσει στην εκκλησία. Είναι ξεκάθαρα τα πράγματα. Το μοναδικό ερέθισμα για να σκεφτεί και να έρθει κάποιος στην εκκλησία είναι το πρόσωπο του Χριστού, του τέλειου Θεού και τέλειου ανθρώπου. Όχι του επαναστάτη, του αναρχικού, του κομμουνιστή, του φιλοσόφου, του σπουδαίου ανθρώπου, του ιστορικού Ιησού, του κοινωνικού διαμορφωτή κ.ο.κ.

Αν ο άνθρωπος δεν γνωρίσει το πρόσωπο του Χριστού, και είναι ισχυρή η σκέψη μου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να έρθει στην εκκλησία, να πιστέψει, να νηστέψει, να αγαπήσει. Όλα αυτά τα κάνει κι ένας άθεος ή ένας αδιάφορος. Είναι άλλο, για παράδειγμα, να αγαπάς τον άλλον, εκλαμβάνοντας την αγάπη ως ηθική ιδιότητα και αρετή και είναι άλλο να αγαπάς τον άλλον επειδή είναι η εικόνα του Θεού.

Πρόκληση είναι να γνωρίσει ο άθεος, ο αρνητής του Θεού, ο αδιάφορος, ο αναρχικός, ο εχθρός του Θεού, το πρόσωπο του Χριστού. Πρόκληση δεν είναι να γεμίσουν οι ναοί με πιστούς, που δεν γεμίζουν, αλλά να γεμίσει ο άνθρωπος με τη χάρη του Θεού, γνωρίζοντας τον Χριστό. Είναι αδιανόητο να γίνεται λόγος για επανακατήχηση, τη στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι δεν πιστεύουν, αδιαφορούν για την εκκλησία, άνθρωποι αναρχικοί, άνθρωποι που ο πόνος και οι δυστυχίες της ζωής τους έδιωξαν από την εκκλησία.

Η εκκλησία δεν κινδυνεύει και δεν φοβάται. Ο Χριστός εργάζεται για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων. Αγωνιά για τους μοναχικούς, τους άθεους, τους αρνητές, όσους αμφισβητούν, τους ομοφυλόφιλους, όσους επιλέγουν να αλλάξουν το φύλο τους, τους αναρχικούς που ισοπεδώνουν κάθε αρχή. Έχω ισχυρή την αίσθηση, πως η πρόκληση της εκκλησίας είναι να φέρει την αναρχία και τη ρήξη με κάθε τι που την δεσμεύει να βγει στον κόσμο, στις αγορές και στις πλατείες και να δει τον άνθρωπο και τη ζωή του όπως είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αγαπάνε τον Χριστό γιατί δεν Τον γνώρισαν. Κι όλοι αυτοί, φωνάζουν δυνατά αυτό που έγραφε σε βιβλίο του προς τους νέους ο αναρχικός Πιοτρ Κροπότκιν: «Εμείς όλοι που υποφέρουμε αποτελούμε ένα τεράστιο πλήθος που κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει. Είμαστε σαν ωκεανός που μπορεί τα πάντα να σκεπάσει».

Είναι καιρός η εκκλησία να ρίξει τα τείχη, να γκρεμίσει τις μεγάλες πόρτες που την απομονώνουν από τους ανθρώπους που την αναζητούν αλλά δεν βρήκαν τον τρόπο να πιστέψουν. Είναι καιρός του ποιήσαι. Καιρός για ρήξη με την αδιαφορία, την απάθεια. Καιρός για σύγκρουση με κάθε τι που καταντά την εκκλησία ιδεολογία. Καιρός για ανατροπή κληρικαλιστικών αντιλήψεων και ανεύθυνων διακονιών. Πρόκληση δεν είναι να χαίρεσαι για τις εκκλησίες που δεν γεμίζουν, αλλά να αγαπάς τον κάθε διαφορετικό από εσένα, να συναντάς τη διαφορετικότητα του προσώπου του, και να του συστήνεις το πρόσωπο του Χριστού.

 

Για την Huffington Post,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο Χριστός, ο πλούτος και η ζωή

Posted on 06 Νοεμβρίου 2017 by larisanews

«Ποιον λυπήθηκε ο θάνατος για τα πλούτη του; Ποιος γλίτωσε από την αρρώστια εξ’ αιτίας των χρημάτων του;». Μεταξύ άλλων, τις παραπάνω σκέψεις εκθέτει ο Μ. Βασίλειος στον εξαίσιο του λόγο «Προς τους πλουτοντας».

Δράττομαι της ευκαιρίας, να συσχετίσω τους λόγους τούτους με την παραβολή που θα διαβαστεί στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής (Λουκ. 16, 19,31). Μία παραβολή γνωστή σε όλους. Μία παραβολή με ηθικά διδάγματα, τα οποία φροντίζουν να στολίσουν την ψυχή του ανθρώπου με πνευματικές ομορφιές και όχι με τον πλεονασμό της υλικής ομορφιάς. Η παραβολή λοιπόν, του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου, θα έλεγα, ας μου επιτραπεί η έκφραση, πως αποτελεί ένα πνευματικό μανιφέστο. Έναν πλούτο, ενάντια στην τάση του πλουτισμού έναντι του άλλου, στην αδιαφορία προς τη φτώχεια και την έλλειψη του άλλου, εν τέλει στην ίδια τη σκληροκαρδία απέναντι στον πόνο των συνανθρώπων και τα προβλήματα τους.

Ο Χριστός, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση στο κατά Λουκάν, ακριβώς λίγο πιο πριν από την παραπάνω παραβολή, αναφέρει πως «δεν μπορείτε να δουλεύετε τον Θεό και τον μαμωνά» (Λουκ. 16, 13). Ο Χριστός και άλλες φορές έχει τοποθετηθεί στο μείζον αυτό ζήτημα. Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο, ο Κύριος λέει προς τους μαθητές του: «Αλήθεια σας λέω, ότι δύσκολα πλούσιος άνθρωπος θα μπει στη Βασιλεία των Ουρανών. Πάλι σας λέω, ότι είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 19, 23 -25). Σε άλλο δε σημείο, ο Χριστός πάλι σύμφωνα με τη διήγηση του Ματθαίου, διώχνει από τον ναό του Θεού όλους εκείνους που πουλούσαν και αγόραζαν στο ναό, αναποδογυρίζοντας τα τραπέζια των αργυραμοιβών και τα καθίσματα και φωνάζοντας τους ότι έκαναν τον ναό «φωλιά ληστών» (Ματθ. 21, 14). Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τη διήγηση του ευαγγελιστή Μάρκου, όταν ένας νέος ζήτησε από τον Χριστό να μάθει πως θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή, και αφού τηρούσε τις εντολές του Θεού, απογοητεύτηκε πολύ όταν ο Χριστός είπε στον πλούσιο αυτό νέο που είχε πολλά κτήματα, να πουλήσει την περιουσία του στους φτωχούς για να έχει θησαυρό στον ουρανό» (Μάρκ. 10, 22).

Ο Χριστός δεν εξορκίζει τον πλούτο, καθώς λέει πως είναι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο, εκείνοι που έχουν χρήματα να μπουν στη Βασιλεία του Θεού (Μάρκ. 10, 23). Αυτό βάζει σε σκέψεις πως ο πλούτος, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των αδυνάτων. Και πράγματι, αυτό τονίζουν στις ομιλίες τους ο Μ. Βασίλειος, ο ιερός Χρυσόστομος και άλλοι Πατέρες, αναφερόμενοι στη σωστή χρήση του πλούτου. Οι Πατέρες στέκονται επικριτικά απέναντι στην πλεονεξία και στην τάση να πλουτίζει ο άνθρωπος εις βάρος των άλλων και να κρατά την περιουσία του για να ζει με απύθμενο τρόπο τις απολαύσεις της ζωής. Τόσο ο ευαγγελικός, όσο και ο πατερικός λόγος θέτουν το μέτρο ως παράγοντας που σταθμίζει τη βίωση των απολαύσεων της ζωής.

Σε μία εξαίσια του ομιλία, στο «Περί τοῦ μή προσηλῶσθαι τοῖς βιοτικοῖς», ο Μ. Βασίλειος που σε όλη του τη ζωή φρόντιζε για τους φτωχούς και αδυνάτους, γράφει για το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί σωστά ο πλούτος: «Ας σκεφτούμε λοιπόν, αγαπητοί, για τους εαυτούς μας κάτι το φιλάνθρωπο. Και εάν γενικά θέλουμε το βάρος της ευπορίας να το κάνουμε κέρδος μας, ας το διαμοιράσουμε σε πολλούς, οι οποίοι και θα το βαστάξουν με πολλή χαρά και θα το εναποθηκεύσουν στα απαραβίαστα ταμεία, τους κόλπους του Δεσπότου… Ας επιτρέψουμε στον πλούτο που θέλει, να ξεχειλίσει προς αυτούς που τον έχουν ανάγκη». Να λοιπόν, η καλή χρήση του πλούτου σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα. Είναι η στιγμή, που ο πλούτος γίνεται δύναμη για τον συνάνθρωπο.

Στο σημείο αυτό, επισημαίνω κάτι ουσιαστικό. Είναι άλλο να μοιράζω τον πλούτο στους πάσχοντες καθώς αυτό αποτελεί εναρμόνιση και επιταγή ενός δίκαιου νόμου του κράτους, μιας πολιτείας, μέσα από ένα αίσθημα δηλαδή ισότητας προς όλους, κι άλλο είναι να μοιράζω τον πλούτο στους πάσχοντες, τους οποίους βλέπω ως εικόνες Θεού. Ο Rousseau για παράδειγμα στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» κάνει λόγο για προστασία και υπεράσπιση του προσώπου και των αγαθών, για ελευθερία και ισότητα, κάτι που θέτει στη βάση μιας υπακοής απέναντι σε έναν δίκαιο νόμο που προασπίζεται τη δικαιοσύνη. Από την άλλη ο Thomas Hobbes, στην πολιτική του φιλοσοφία, δεν καταδικάζει ηθικολογικά την αχαλίνωτη επιθυμία των ανθρώπων για άμετρη και χωρίς όρια ικανοποίηση των επιθυμιών τους για πλούτο, δόξα κ.ο.κ. Ο πλούτος, για τη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, καταδικάζεται όταν εκλαμβάνεται ως η κατεξοχήν εστίαση της οντολογικής αναφοράς των τάσεων, επιδιώξεων και αγωνιών του ανθρώπου σε μία στάση αυτοϊκανοποίησης και αδικιών σε βάρος άλλων. Αυτή η αλλοτρίωση και ο εκμηδενισμός του προσώπου είναι που αποτελεί αστοχία, με επιπτώσεις απέναντι στη σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους.

Ο Χριστός ζητάει να στραφεί το βλέμμα στον συνάνθρωπο και όχι στον εαυτό. Ο πλουτισμός μου, είναι ένας ακόμη ναρκισσισμός μου. Κι αυτό τη στιγμή, που είναι γνωστό πως, «γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου και γυμνός θα απέλθω» (Ιωβ, 1, 21). Δεν πέθανε μόνο ο φτωχός Λάζαρος. Πέθανε και ο πλούσιος. Μόνο που ο πλούσιος δεν πήρε μαζί του τον πλούτο του. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, φιλοσοφώντας τη ζωή και τον θάνατο, στα νεκρώσιμα ιδιόμελα, γράφει πως «πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Και σε άλλο σημείο διερωτάται: «Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσός καί ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καί ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά».  Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος σε μία εποικοδομητική για την ψυχή ευχή, δεν ζητάει κτήματα, πλούτη, δόξα, υστεροφημία, αναγνώριση, αλλά ταπεινά προσεύχεται ζητώντας από τον Χριστό να του χαρίσει «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης».

Ο Μ. Βασίλειος στον λόγο του «Προς τους πλουτοῦντας» θέτει βασανιστικά ερωτήματα, αδιέξοδα, τολμώ να πω, για τον άνθρωπο που δεν αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο του πλούτου στη ζωή αυτή, σε αντίθεση με τον Χριστό που είναι η όντως ζωή: «Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποταμούς, λιβάδια. Τί λοιπόν θα συμβεί ύστερα από όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι όλοι; Δεν θα είναι αρκετό το βάρος ολίγων πετρών δια να φυλαχθεί η δυστυχής σάρκα; Για ποιον κοπιάζεις; Για ποιον αδικείς; Γιατί με τα χέρια σου μαζεύεις ακαρπία;… Δεν θα υγιάνουν τα λογικά σου; Δεν θα συνέλθεις; Δεν θα φέρεις εμπρός στα τα μάτια σου το δικαστήριο του Χριστού; Τι θα απολογηθείς όταν θα σε έχουν περικυκλώσει οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν εις τον δίκαιον κριτή; Τί Θα κάνεις λοιπόν; Ποίους συνηγόρους θα πληρώσεις; Ποιούς μάρτυρας θα προσκόμισης; Πώς θα ξεγελάσεις τον δικαστή που δεν εξαπατάται;».

 

Για το AMEN.GR,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

 

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο Χριστός άργησε

Posted on 27 Οκτωβρίου 2017 by larisanews

Είναι πράγματι εξαίσια η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής (Λουκ. 8, 41 – 56), η οποία αναφέρεται στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου και στη θεραπεία της αιμορροούσης.
Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, ένας αρχισυναγωγός, ο Ιάειρος, πλησιάζει τον Χριστό και Τον καλεί να ‘ρθει στο σπίτι του, προκειμένου να σώσει την ετοιμοθάνατη μοναχοκόρη του, ένα κορίτσι δώδεκα ετών. Ο Χριστός κινείται προς το σπίτι, όμως κάποια γυναίκα που έπασχε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και δεν είχε βρει ίαση σε γιατρούς, Τον πλησιάζει και αγγίζει την άκρη του ενδύματος Του, σταματώντας έτσι η αιμορραγία της. Ο Χριστός αντιλήφθηκε να βγαίνει δύναμη από μέσα Του και ρωτάει να μάθει ποιος Τον άγγιξε. Η γυναίκα Τον πλησιάζει, λέει πως γιατρεύτηκε κι Εκείνος της λέει «έχε θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σ’ έσωσε, πήγαινε εις ειρήνη» (Λουκ. 8, 48 – 49). Εν τω μεταξύ, η κόρη του Ιάειρου πεθαίνει. Ο Χριστός όμως πηγαίνει σπίτι του αρχισυναγωγού και φέρνει στη ζωή την κόρη του.
Ομολογώ εν πρώτοις, πως αυτό το θαυμαστικό στον παραπάνω τίτλο δύο συναισθήματα προκαλεί στον αναγνώστη∙ ειρωνεία και έκπληξη. Αποκλείω την ειρωνεία και οποιαδήποτε σχετική διάθεση εμπαιγμού του προσώπου του Χριστού και θέτω την υποψία της έκπληξης ως σημείο εκκίνησης της σκέψης. Απορώ όμως, έντονα διαβάζοντας τον παραπάνω τίτλο, σκεπτόμενος τους λόγους για τους οποίους αργεί ο Χριστός. Αργεί όμως; Κι αν αργεί, πως είναι πανταχού παρών; Αν πάλι δε αργεί, τότε ποιες είναι οι απορρέουσες συνέπειες μιας τέτοιας αργοπορίας;
Ο Χριστός σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή πηγαίνει να σώσει την κόρη του Ιάειρου. Μίας γυναίκα όμως, η οποία αναζητά κι εκείνη την ίαση, καθυστερεί τον Χριστό να πάει στο σπίτι του αρχισυναγωγού. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια χρόνου. Με άλλα λόγια η κόρη του Ιάειρου, είναι ζήτημα λεπτών να πεθάνει. Κι ο Χριστός αντί να κατευθυνθεί χωρίς καθυστέρηση στο σπίτι του αρχισυναγωγού, σταματάει και αρχίζει μία άλλη συζήτηση, αυτή τη φορά με μία αιμορροούσα. Ο πατέρας της μοναχοκόρης, έχοντας τη δική του αγωνία, νιώθοντας τον χρόνο ως τον χειρότερο του σύμμαχο ατή την τραγική στιγμή και χωρίς να ωθεί τον Χριστό να βαδίσει γρηγορότερα, Τον ακολουθεί και συμμετέχει στην τραγωδία ενός άλλου ανθρώπου, ήτοι στον πόνο της αιμορροούσας. Και σε λίγο, έρχεται το δυσάρεστο. Αναγγέλλουν στον αρχισυναγωγό πως η κόρη του πέθανε.
Φανταστείτε έναν πατέρα να πληροφορείται πως η μοναχοκόρη του δεν ζει. Κι όχι μόνο αυτό. Του λένε να μην ενοχλεί πλέον τον διδάσκαλο, αφού δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη και η αγωνία της έκπληξης. Ο Χριστός όμως δεν γυρίζει να φύγει, ούτε συμπαραστέκεται στο πένθος του πατέρα, αλλά του λέει «Μη φοβάσαι∙ μόνο πίστευε και θα γίνει καλά» (Λουκ. 8, 51). Δεν θέλω να σκέφτομαι τη συντριβή του πατέρα, αναζητώ όμως την αίσθηση που του δημιουργήθηκε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Αν άκουγε αυτά τα λόγια ο Spinoza ή ο Descartes, ακόμη κι ο Hume, θα έλεγε «Ε, τι μας λες τώρα, ότι πέθανε η κόρη του κι εσύ θα την φέρεις στη ζωή; Πώς γίνεται αυτό; Αυτό είναι αδύνατον; Ούτε οι αισθήσεις, ούτε ο ορθολογισμός επιτρέπει ένα τέτοιο θαύμα. Εδώ όλα εξηγούνται με βάση τον νου και την αισθησιοκρατική αντίληψη κι εσύ τολμάς να παίζεις με τον πόνο του ανθρώπου;».
Ο πατέρας πλέον πενθεί. Ο Χριστός άργησε να φτάσει στο σπίτι κι από την άλλη, βεβαιώνει στον πατέρα πως η νεκρή του κόρη θα γίνει καλά. Αυτό ακούγεται και είναι παράδοξο. Η κόρη του πέθανε και θα γίνει καλά; Μα, πως γίνεται αυτό; Αυτό γίνεται. Και γίνεται μέσα από την πίστη, την οποία οποιοσδήποτε εμπειρισμός και ορθολογισμός, δεν έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί και να την θέσει ως σημείο έρευνας. Ο Husserl μέσα από τη φαινομενολογία του θα μας έλεγε «πάει τελείωσε, αυτή είναι η κατάσταση που υφίσταται και δεν είναι κάτι άλλο, αυτή είναι η αντικειμενικότητα των πραγμάτων, τι πάτε να αλλάξετε;». Όσο δε μάλλον για τον νεοπλατωνικό Πορφύριο, τον φαντάζομαι να ειρωνεύεται τα λόγια του Χριστού και να γράφει στο «Κατά Χριστιανών» για έναν παράλογο και φαντασιόπληκτο Χριστό.
Ο λόγος του Χριστού, αν και φιλοσοφικός ως προς το στοχασμό και την εν γένει θεώρηση των όντων, θέτει την υπέρβαση της κτιστής περατότητας, της φύσεως των όντων και των νόμων της φύσεως, αφού «ὅπου Θεός δέ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις». Ο λόγος του Χριστού δίνει ζωή. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή. Αυτή η ζωή δεν εξηγείται ούτε από την εμπειριοκρατία, ούτε από τον ορθολογισμό, ούτε από τον υπαρξισμό. Το επέκεινα της μεταπτωτικής πορείας, ως αλλοτρίωσης των φθαρτικών συνεπειών που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση αλλά και της εξουσιαστικής θνητότητας, έγκειται στη δυνατότητα της ζωής μετά τον θάνατο. Τη δυνατότητα όμως αυτή, δεν τη δίνει η φύση, οι νόμοι της, οι όροι και οι προϋποθέσεις της ζωής, αλλά το πρόσωπο του Χριστού. Αν κατά Heidegger κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από τον άλλον το θνήσκειν του, ακόμη κι αν ο Ιωάννης Δαμασκηνός ομολογεί στα νεκρώσιμα ιδιόμελα του πως «διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος», σύμφωνα με τον Χριστό αυτό το θνήσκειν με την ανάσταση τελειώνει.
Ο Χριστός αν και άργησε να φτάσει στο σπίτι του Ιάειρου, εντούτοις γνωρίζει πως ο θάνατος δεν έχει μόνιμη εξουσία πάνω στους ανθρώπους, και γι’ αυτό δεν ανησυχεί. Διώχνει τον φόβο από τον πατέρα που πενθεί και του ζητάει μόνο να πιστέψει. Φτάνοντας δε στο σπίτι ο Χριστός και κάνοντας λόγο για κοίμηση της κόρης παρά για θάνατο, ορισμένοι παρευρισκόμενοι τον ειρωνευόταν. Την ίδια ειρωνεία συναντάμε αργότερα στον Άρειο Πάγο, όπου ο απόστολος Παύλος έθεσε ένα καινούριο στοιχείο στα αυτιά των Αθηναίων, εκείνο της ανάστασης των νεκρών (Πράξ. Απ. 17, 32). Ο μεταφυσικός οπτιμισμός του Χριστού έχει λόγο ύπαρξης, όχι απαραίτητα ανάγκη, διότι ο Ίδιος αναστήθηκε από τους νεκρούς και χάρισε την αιώνια ζωή στο ανθρώπινο γένος.
Ο Χριστός αργεί και σήμερα. Μόνο που στο σημείο αυτό, επιλέγω να μην βάλω θαυμαστικό, όπως στον παραπάνω τίτλο, για να δηλώσω έκπληξη. Η απουσία του θαυμαστικού, για τους ανθρώπους πλέον δηλώνει κάτι πιο βαθύ και ανησυχητικό. Αγωνία, φόβο, απογοήτευση, θλίψη, άρνηση. Είναι η στιγμή, που το βάδισμα του Χριστού, άλλοτε τους ενθαρρύνει και άλλοτε τους ταλαιπωρεί. Γιατί όμως επιμένει να βαδίζει αργά; Δανείζομαι τις σκέψεις του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς και αφήνω εκείνος να δώσει συνέχεια στους προβληματισμούς: «Και δύσκολος είναι ο δρόμος Του. Γι’ αυτό βαδίζει αργά. Μέσα από τις λακκούβες αίματος, μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών Εκείνος πορεύεται. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει και στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα μπρος. Γι’ αυτό βαδίζει αργά».
Για την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ,
Ηρακλής Αθ. Φίλιος
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Simple Minds - Someone somewhere
Cher - I found someone
Μανώλης Μητσιάς - Ερωτικό
Διονύσης Τσακνής - Ώρες σιωπής
Pm Dawn - Set adrif on memory bliss
Roxette - Spending my time
Μπάμπης Στόκας - Φίλιππος Πλιάτσικας - Υπάρχουν χρυσόψαρα
Χαρούλα Αλεξίου - Οι Κυριακές
Shara Nelson - One goodbye in ten
Norah Jones - Turn me on

 


Ιανουάριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031EC

LIGO GELIO 1