Tag Archive | "Φίλιος"

Tags: , ,

Χριστός: «Ξένος» και «Αλήτης» – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 06 Απριλίου 2018 by larisanews

Μεταξύ των ομιλιών που έχει γράψει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ξεχωρίζει ένα απόσπασμα μιας ομιλίας (76η) στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο.

«Ἐγώ πατήρ, ἐγώ ἀδελφός, ἐγώ Νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ἱμάτιον, ἐγώ ῥίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενός ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγώ δουλεύσω. Ἦλθον γάρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. Ἐγώ πένης διά σέ, και ἀλήτης διά σέ, ἐπί τοῦ Σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καὶ ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τόν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον; Τοῦτο γάρ ἐστιν εἰς τόν παρόντα βίον πονεῖσθαι. Τί εἰς πῦρ ξαίνεις; τί τῷ ἀέρι πυκτεύεις;».

Το παραπάνω κείμενο, ένα κείμενο άφατης φιλανθρωπίας και αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Ο Χριστός έγινε τα πάντα για τον άνθρωπο. Η αγάπη του Χριστού, όμως, σημειώνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ό,τι έγινε ο Ίδιος για τον άνθρωπο, έγινε χωρίς να ζητήσει τίποτε από τον ίδιο. Έγινε πατέρας, αδελφός, ξένος, αλήτης, όλα για τον άνθρωπο. Και μάλιστα, για να υπηρετήσει τον άνθρωπο και όχι για να υπηρετηθεί. Η αγάπη αυτή του Χριστού είναι ολοτελώς ξένη προς την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, καθώς οι άνθρωποι συχνά ζητάνε ανταλλάγματα. Ο Χριστός με όλη Του τη δόξα κατέβηκε στη γη, ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα και έγινε για τον άνθρωπο, όσα ο άνθρωπος δεν μπορούσε να γίνει για τον Χριστό. Πραγματικά, η μελέτη του παραπάνω κειμένου μαρτυρεί την κατεξοχήν κατάφαση του Χριστού στο γένος των ανθρώπων, σ’ ολάκερη την κτίση.

Αξίζει, θα έλεγα, περισσότερο αυτό το «ξένος» και «αλήτης» που λέει ο Χριστός, πως έγινε για τον άνθρωπο. Ξένος. Μία λέξη, η οποία κατανοείται ιδιαίτερα στις μέρες μας, μιας και οι ανακατατάξεις σε γεωγραφικό επίπεδο, μας οδήγησαν να μυηθούμε στην ομορφιά της λέξης αυτής. Είναι γνωστό εξάλλου, πως όλοι αυτοί οι πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, είναι ξένοι στον δικό μας τόπο. Ένας τέτοιος ξένος ήταν και ο Χριστός. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος, όταν το έτος 2013 συνάντησε παιδιά από διαφορετικές χώρες, με πολύ όμορφο τρόπο, έδωσε το στίγμα: «Ο Χριστός γεννήθηκε ως πρόσφυγας, έζησε ως ξένος, μας δίδαξε με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη την αγάπη για τον διπλανό μας, που ταυτίζεται με τον ξένο και μας διαβεβαίωσε ότι η στάση μας απέναντί τους είναι αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για τη δικαίωση και σωτηρία μας. Ο ίδιος ο Θεός ταυτίζεται με το πρόσωπο του ξένου». Και το «αλήτης», ένας όρος που στιγματίζει τους ανθρώπους, τον παίρνει ο Χρυσόστομος και τον κάνει οικείο στο πρόσωπο του Χριστού. Πάλι, θυμίζει τον λόγο του οσίου Πορφυρίου, που έλεγε για τον Χριστό πως έγινε αλήτης για την αγάπη Του».

Όλα αυτά θυμίζουν τον λόγο του αποστόλου Παύλου, «τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. 9, 22). Ο Παύλος ακολούθησε το παράδειγμα του Χριστού και έγινε τα πάντα για όλους. Όπως ο Χριστός για τον άνθρωπο. Αυτό όμως είχε τίμημα. Μάλλον, αντιλαμβάνεται ως τίμημα από τον ανθρώπινο παράγοντα. Ο άνθρωπος αν δει ότι το να κενώνει τον εαυτό του για τον άλλον, να κάνει υπομονή, να κατανοεί, δεν βγάζει σε άκρη, δεν αργεί να το γυρίσει. Κοίταξε να δεις, σου λέει, εγώ για σένα έκανα τόσα, αρνήθηκα όσα μπορούσα να έχω, άφησα ανέσεις, χρήματα, δόξα, κι εσύ τελικά μου φέρεσαι έτσι; Αυτό το λέει ο άνθρωπος. Δεν το λέει ο Χριστός.

Πραγματικά, αν μπορούσα να κρατήσω κάτι από όλες τις σκέψεις θα κρατούσα δύο στοιχεία. Την αγάπη και το έλεος του Θεού. Το να γίνεται ο Χριστός ξένος και αλήτης ανάμεσα σε ξένους, το να αδειάζει τον Εαυτό Του και να προσλαμβάνει τον άνθρωπο, αυτό δείχνει πως ο άνθρωπος όσες φορές κι αν αμαρτήσει, όσες φορές κι αν με τις αστοχίες του διακόψει την κοινωνία με τον Θεό, Εκείνος δεν μεταβάλλει καμία ενέργεια που εκδηλώνει προς τον άνθρωπο. Δεν εξαρτιέται η αγάπη Του. Πληγώνεται από τους ανθρώπους; Αγαπά. Τον σταυρώνουν οι χριστιανοί; Αγαπά. Πέφτουν άπειρες φορές σε ψυχοφθόρα πάθη όσοι Τον ακολουθούν; Αγαπά. Τίποτε δεν χαμπαριάζει ο Θεός! Δεν πάει εσύ να Του λες, εγώ αυτός είμαι, τόσο μπορώ, έπεσα πάλι, συγχώρα με γιατί θα ξαναπέσω. Εκείνος αγαπά. Βέβαια, αυτό δεν είναι απλά μεγαλείο, δεν δείχνει συναίσθημα, αλλά κάτι πολύ άπιαστο. Πρόκειται για μία αιώνια αγάπη, αιώνια ανεκτικότητα του Θεού προς τις αστοχίες των ανθρώπων και μία χωρίς προϋποθέσεις αποδοχή του ανθρώπου.

Το γεγονός ότι, κατά τον λόγο του Χρυσοστόμου, ο Χριστός έγινε πολλά για τον άνθρωπο, αυτό δημιουργεί έναν εσωτερικό σεισμό στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η επίγνωση όμως αυτής της υπαρξιακής αναστάτωσης δεν έρχεται εύκολα, αλλά κατόπιν επίγνωσης της αμαρτωλότητας του ανθρώπου και του ειδεχθούς προσωπείου. Χρειάζεται μία πνευματική ωριμότητα και μία ωρίμανση στον τρόπο αντίληψης του πένθους των αμαρτιών, που χωρίζουν τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίς να επιφέρουν την τιμωρία, αφού ο Θεός δεν είναι τιμωρός.

Μία τέτοια αντίληψη για το πένθος των αμαρτιών, κάνει τον άνθρωπο να αναστενάζει, να πενθεί, γιατί έχασε το πνευματικό δέσιμο με το πρόσωπο του Χριστού. Τότε ο άνθρωπος, λέει στον Χριστό, Κύριε κοίτα να δεις, εγώ είμαι άθλιος, είμαι τραγικός, πολύ τραγικός, το μόνο που γνωρίζω είναι να προσπαθώ ελάχιστες φορές για την αγάπη Σου. Προσπαθώ δύο φορές, πέφτω πολλές περισσότερες. Μου λείπει η ανάπαυση ψυχής και σώματος όταν είχα συνδεθεί μαζί Σου, τώρα πενθώ πάλι. Σε παρακαλώ, ελέησε με. Αυτό είναι συντριβή. Συντριβή που λυγίζει τον Θεό! Δεν είναι ηθικολογίες, ούτε ξεροί κανόνες που αν δεν τους κάνεις έχασες το παιχνίδι της σωτηρίας. Πώς να μην σε τσακίζει το έλεος του Θεού όταν σε βεβαιώνει εσωτερικά πως έγινε ξένος και αλήτης για όλους;

Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Ρωμαίους, γράφει με συνταρακτικό τρόπο για την αγάπη του Χριστού: «Διότι όταν εμείς ήμαστε ακόμη αδύνατοι, ο Χριστός πέθανε κατά τον ορισμένο καιρό υπέρ των ασεβών. Διότι με δυσκολία θα πεθάνει κανείς για έναν δίκαιο∙ για τον αγαθό ίσως να τολμήσει κανείς να πεθάνει. Ο Θεός όμως αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς με το ότι, ενώ εμείς είμαστε ακόμη αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για εμάς» (Ρωμ. 5, 6-9).

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Εμείς σκοτώσαμε τον Θεό – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 05 Απριλίου 2018 by larisanews

Γνωρίζω πως ο παραπάνω λόγος δείχνει κυνικός. Είναι ένας λόγος που ομολογεί τον θάνατο του Θεού. Σκοτώνεται ο Θεός; Αυτό είναι ύβρις, θα πει κάποιος. Τί κρύβει η ομολογία αυτή που εξαγγέλλει τον θάνατο του Θεού; Και ποιοι είναι εκείνοι που σκότωσαν τον Θεό; Αυτό το «εμείς» με βάζει σε υποψίες. Προφανώς, ο θάνατος του Θεού, αποτελεί ένα έγκλημα, τους υπεύθυνους του οποίου γνωρίζει αυτός που κάνει την εξαγγελία, και ίσως κι αυτός να αποτελεί, μέρος της πιο ανίερης δολοφονίας που συντελέστηκε ή που συντελείται ακόμη στην ιστορία.

Τον θάνατο του Θεού τον εξήγγειλε ο Nietzsche, νωρίτερα ο Hegel και μετά από τον Nietzsche, ο Sartre. Μας είναι πιο γνωστός ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche. Αξίζει, όμως, να δούμε πως περιγράφει τη θεοκτονία αυτή, ο τελευταίος, στη «Χαρούμενη Γνώση»: «Δεν ακούσατε για εκείνον τον τρελό που κρατούσε ένα αναμμένο φανάρι μέρα μεσημέρι κι έτρεχε στην πλατεία της αγοράς φωνάζοντας ασταμάτητα: ‘’Γυρεύω τον Θεό! Γυρεύω τον Θεό!’’- Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν πίστευαν στο Θεό, ξέσπασε ηχηρό γέλιο. Μήπως χάθηκε αυτός; ρώτησε κάποιος. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί; είπε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται;… Τέτοια έλεγαν και γελούσαν. Ο τρελός πήδησε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. ‘’Πού είναι ο Θεός;» φώναξε. ‘’Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του!… Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε ! Πως να παρηγορηθούμε εμείς, οι φονιάδες των φονιάδων; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ότι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος – ποιός θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα; Ποιο νερό μπορεί να μας πλύνει; Ποιούς εξιλασμούς, ποιά ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε;’’».

Ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche και στον Hegel, έχει ένα κοινό. Ο Nietzsche αναφέρεται στη δυτική θεολογία και στη δυτική εκκλησία, η οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει τον Θεό με τη λογική, απέτυχε στην προσπάθεια της αυτή, κι έτσι ο Θεός κατάντησε ιδέα. Ο π. Παντελεήμων Μανουσάκης, σε συνέντευξη μας στην Πεμπτουσία, είχε πει σχετικά: «Τον θεό τον οποίο ο Νίτσε καταδεικνύει ως πεθαμένο, δεν είναι ο Θεός του Αβραάμ, και του Ισαάκ, και του Ιακώβ, ‘’οὐκ ἔστιν ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων’’ (Μθ. 22:32), αλλά ο Θεός των φιλοσόφων, ένα εννοιολογικό είδωλο, εξ’ υπαρχής άψυχο». Η λέξη – κλειδί είναι η λέξη «ιδέα». Από τη στιγμή που ο Θεός γίνεται ιδέα, δεν είναι Θεός. Από την άλλη, ο Hegel θα πει πως ο Θεός της σχολαστικής Δογματικής είναι οριστικά νεκρός.

Τί συμβαίνει, λοιπόν, με τη Δύση; Η δυτική σκέψη, τόσο η φιλοσοφική, όσο και η θεολογική, ξεκίνησε από διαφορετικές αφετηρίες, προκειμένου να προσεγγίσουν το μυστήριο του Θεού, τον Ίδιο τον Θεό. Οι προϋποθέσεις τους ήταν αμιγώς φιλοσοφικές, βασισμένες πάνω σε στοχασμούς και σχήματα φιλοσοφικά, που προέρχονταν από την ελληνική φιλοσοφία. Είτε λοιπόν, διαβάσει κάποιος το οντολογικό επιχείρημα του Άνσελμου, είτε διαβάσει το τρίτο επιχείρημα (οντολογικό) του Descartes, θα διαπιστώσει πως ο Θεός προσεγγίζεται με τρόπο μη αποφατικό, δηλαδή με τρόπο, ο οποίος θεμελιώνεται στη λογική (ντετερμινισμός). Σύμφωνα με τον Descartes, είμαστε ατελείς αλλά μέσα μας υπάρχει η ιδέα ενός τέλειου όντος (Θεός). Η ιδέα αυτή, δεν μπορεί να προέρχεται, όμως, από την ατέλεια μας που δεν μπορεί να συλλάβει το ύψιστο, άρα μας την έχει εμφυσήσει ο Θεός. Επομένως, ο Θεός υπάρχει. Αν και η Θεολογική Σχολή του Παρισίου είδε με καχυποψία το έργο του «Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», εντούτοις η ίδια η θεολογία της Δύσης είναι εκείνη που μετέτρεψε τον Θεό σε ιδέα.

Η δυτική αντίληψη είναι η αποθέωση της λογικής. Αυτό, το πολέμησαν με σθένος ο Nietzsche και ο Kant. Γι’ αυτό ο Nietzsche έλεγε «δική μου δουλειά είναι κυρίως το γκρέμισμα των ειδώλων». Και γι’ αυτό μίλησε για τον θάνατο του Θεού. Στα έργα του, χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα κατά του χριστιανισμού. Όμως, ο χριστιανισμός του Nietzsche δεν είναι ο χριστιανισμός των Πατέρων της εκκλησίας, του Γρηγορίου Νύσσης, Μαξίμου Ομολογητού, Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Είναι ο χριστιανισμός του προτεσταντισμού, όπου ο Θεός δημιουργεί ενοχές στον άνθρωπο, τιμωρεί το ανθρώπινο γένος για την παρακοή, διδάσκει την αναγκαστικό θάνατο του Χριστού ως μέρος απόδοσης της δικαιοσύνης, η οποία εξαντλείται στη νομική της εκδοχή κ.ο.κ.

Αυτόν τον χριστιανισμό γνώρισε ο Nietzsche. Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε, με πατέρα πάστορα και παππού πάστορα. Όμως δεν ήθελε μία τέτοια θεολογία ο Nietzsche. Για τον ίδιο ο Θεός δεν ήταν ιδέα, κάτι που μπορούσε να ερμηνευτεί με τη χρήση της λογικής, που μπορούσε να ειδωλοποιηθεί. Προφανώς, ο Nietzsche αναζητούσε τον Θεό των Πατέρων της εκκλησίας της ορθόδοξης Ανατολής. Γι’ αυτό και έλεγε για τους ναούς των Δυτικών: «Τί άλλο λοιπόν είναι αυτές οι εκκλησίες, παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;». Φοβερός λόγος, λόγος γεμάτος αγωνία και πάθος για την αποκάλυψη του αληθινού Θεού, Τον οποίο η Δύση σκότωσε.

Η Δύση, γίνεται πλέον εμφανές, πως απείχε από την αποφατική προσέγγιση του Θεού. Κάτι τέτοιο, πραγματώθηκε επιτυχώς στην πατερική γραμματεία, κυρίως, των μυστικών Πατέρων, οι οποίοι έδωσαν στον Θεό το «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2, 9). Η αποφατική οδός απέφυγε να δώσει στον Θεό ανθρωπομορφικές εκφράσεις και να τον καταστήσει είδωλο. Ο Μάξιμος Ομολογητής θα αποδώσει στον Θεό το «μη είναι» και όχι το «είναι». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα μιλήσει για αφαιρετικό λόγο (όπως και ο Μάξιμος) και θα σημειώσει πως «ἐπί Θεοῦ, τί ἐστίν, εἰπεῖν ἀδύνατον κατ᾿ οὐσίαν∙ οἰκειότερον δέ μᾶλλον ἐκ τῆς πάντων ἀφαιρέσεως ποιεῖσθαι τόν λόγον».

Κάποτε, ο Heidegger αναφέρθηκε στο τελευταίο και σκληρότερο χτύπημα του Θεού, προφανώς έχοντας στο νου του τη Δύση. Έχω, όμως, την αίσθηση πως τον ίδιο λόγο θα απεύθυνε σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές συναντώνται μέσα στην εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής. «Το σκληρότερο χτύπημα εναντίον του Θεού… ήταν το γεγονός ότι ο υποχρεωτικά υπαρκτός Θεός υψώθηκε σε ανώτατη Αξία. Και το χτύπημα αυτό δεν προέρχεται από τους εκτός, αυτούς που δεν πιστεύουν στον Θεό, αλλά από τους πιστούς και τους θεολόγους των».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ήρθε για να γίνει τελευταίος – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 02 Απριλίου 2018 by larisanews

Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να γίνει πρώτος, να εξουσιάζει την ανθρωπότητα και να απολαύσει τιμές και δόξες. Ήρθε για να γίνει τελευταίος. Εάν ο άνθρωπος αντιληφθεί πραγματικά τι σημαίνει η ενανθρώπιση και το θείος πάθος, μόνο τότε θα βγει από την ανασφάλεια του, την απαισιοδοξία του και θα υποψιαστεί πως η σωτηρία είναι κάτι που τον αφορά άμεσα.

Ο Μάξιμος Ομολογητής, στα κεφάλαια του «Περί αγάπης» λέει κάτι, που δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το απροϋπόθετο του Θεού. Λέει, λοιπόν, πως ο Χριστός χάρισε σε όλους εξίσου την ελπίδα της ανάστασης «εἰ καί ἕκαστος ἑαυτόν, εἴτε δόξης, εἴτε κολάσεως καθίστησιν ἄξιον». Δηλαδή, η ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός, μία πραγματικότητα που αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους. Αναστήθηκε για όλους, είτε κάποιος θέτει τον εαυτό του άξιο της δόξης, είτε της κόλασης. Φοβεροί λόγοι. Άκρως αντι – ηθικιστικοί.

Μην σας φαίνεται περίεργο. Ολόκληρο το ευαγγέλιο είναι αντισυστημικό, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Το άδειασμα του Θεού, έρχεται και πατάει επάνω στον ανθρώπινο καθωσπρεπισμό και εγωκεντρισμό. Ο Υιός του Θεού δεν ενανθρώπισε μόνο για τον ενάρετο, τον τίμιο, τον ευσεβή, καθώς «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Μαρκ. 2, 17). Ήρθε για να αντιστρέψει τα πράγματα και τη νενομισμένη αντίληψη που υπέφερε από το βάσανο της θέλησης για δύναμη. Αναποδογύρισε την έννοια της δύναμης, της εξουσίας και είπε, κοίταξε, αν θες να είσαι πρώτος, γίνε τελευταίος∙ «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Μάρκ. 10, 45).

Ο άνθρωπος όμως δεν θέλει να είναι τελευταίος. Πασχίζει να είναι πρώτος. Νοσεί από εγωισμό. Ο εγωισμός, όταν φτάνει στην υπερβολή του, κατά τον Freud, αποτρέπει τους ανθρώπους να έχουν ουσιαστικές σχέσεις. Η «ἄλογος φιλία», όπως ονομάζει τη φιλαυτία ο Μάξιμος Ομολογητής, αντίκειται στην αγάπη, όπως θα πει στη συνέχεια. Αν αγαπώ τον εαυτό μου, δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου σε μία προοπτική εξόδου προς τον άλλον και ως εκ τούτου δεν συσχετίζομαι μαζί του. Ο άλλος γίνεται «η κόλαση μου», για να θυμηθούμε τον Sartre, και όσον αφορά τη διακονία προς αυτόν τον άλλον; Ούτε συζήτηση.

Ο Θεός άδειασε για να γεμίσει ο άνθρωπος. Όταν ενανθρώπισε δεν φοβήθηκε μήπως χάσει κάτι από την βεβαιότητα της τριαδικής Του παρουσίας, μήπως κινδυνεύσει η ουσία Του. Ακόμη και όταν έπαθε για τη σωτηρία του ανθρώπου, ακόμη και τότε διακόνησε με άφραστη ταπείνωση τον άνθρωπο. Η διακονία του ήταν μία πράξη ατελείωτης και ανεξάντλητης αγάπης. Αυτή η έξοδος Του προς τον κόσμο, αποτέλεσε την ισχυρή του κατάφυση στις αγωνίες, τους πόνους του ανθρώπου. Υπήρξε το «ναι» του Θεού στον πάσχοντα άνθρωπο. Και κάτι, που αν και θεωρείται πλέον δεδομένο, δεν γνωρίζω εάν γίνεται αντιληπτό το βάθος της πράξης αυτής. Το άδειασμα του Θεού, το «ξεβόλεμα» Του, η διακονία Του, ήταν η πράξη ενός πρώτου. Δεν ήταν η πράξη κάποιου τελευταίου.

Και ως πρώτος, έγινε τελευταίος. Αλλά δεν έγινε για τον Εαυτό Του. Αν δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, αν δεν ήθελε να διορθώσει την προαίρεση του, τότε ποιος λόγος να ντυθεί την ανθρώπινη σάρκα; Ποιος ο λόγος να δοκιμαστεί και να εξευτελιστεί, δεχόμενος χτυπήματα και πτυσίματα; Δεν είχε κανένα κέρδος. Απολύτως κανένα. Μόνο ένας είχε κέρδος από όλο αυτό. Ο άνθρωπος. Για τον άνθρωπο ξεκίνησε το σχέδιο της Θείας Οικονομίας του Θεού. Ήρθε ο πρώτος να γίνει τελευταίος, για να γίνει τελευταίος πρώτος. Ασύλληπτη κίνηση. Άλογη κατάφαση στην αδιαφορία, στον ξεπεσμό του ανθρώπου, αλλά και στην εμμονή του να ερωτοτροπεί με τον εκμηδενισμό του.

Αξίζει να σημειωθεί πως η συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο είναι εκτός λογικής. Ποιος φιλόσοφος θα ανέμενε μία τέτοια ευχάριστη εξέλιξη; Η μεταφυσική τους ήταν τραγωδία. Ποιος αισιόδοξος θα περίμενε ο Θεός να κινηθεί προς τον άνθρωπο και να του αποκαλυφτεί; Αυτό ήταν αδιανόητο για τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Πλάτωνας, αν του έλεγες πως ο Θεός ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, θα σου ‘λεγε πας με τα καλά σου, τί είναι αυτά που λες; «Θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται» θα δίδασκε και πάλι. Κι όμως, η θεία ενανθρώπιση και το θείο πάθος, ξεπέρασαν τα αδιέξοδα της μεταφυσικής αγωνίας και απαισιοδοξίας.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος λέει κάτι εξαίσιο για την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού: «Διά τό ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ τον ἄνθρωπον». Δηλαδή, ο Θεός ενανθρώπισε για να αγιαστεί ο άνθρωπος μέσα από την ανθρώπινη φύση του Θεού. Ντύθηκε τον άνθρωπο ο Θεός, για να τον σώσει! Που να το άκουγε αυτό ο Πλωτίνος. Θα τα είχε γυρίσει όλα ανάποδα. Δεν ισχύει αυτό όμως για τον απόστολο Παύλο. Λέει κάτι πολύ συνταρακτικό στην προς Εφεσίους επιστολή. Λέει στους Εφεσίους πως είναι «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ. 2, 19). Συμπολίτης των αγίων. Και οικείος του Θεού. Ποιος; Ο άνθρωπος. Οικείος του Θεού. Οικείος του άπειρου και ακατάληπτου Θεού! Να η τιμή που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο, που συνεχίζει να επιμένει να αρνείται τον θεό. Τον κάνει οικείο Του. Από τα παραπάνω είναι εμφανές το δέσιμο, η σχέση, η ελεύθερη εξάρτηση του ανθρώπου από τον Θεό.

Ο Χριστός διακόνησε με άκρα ταπείνωση τον άνθρωπο. Πριν από τη Σταύρωση, έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Εκπλήσσει αυτή η κίνηση. Είναι κάτι που έκανε ο δούλος προς τον αφέντη του, εκείνη την εποχή. Ο Χριστός έρχεται και το αντιστρέφει. Γίνεται εκείνος δούλος και κάνει αφέντη τον άνθρωπο. Δεν μένει όμως σε αυτό ο Χριστός. Προτρέπει τους μαθητές Του να διακονεί ο ένας τον άλλον. Άλλο ένα σημείο αδειάσματος, κένωσης του Χριστού. Κι έρχεται ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος και γράφει: «Αλλοίμονο στον πρεσβύτερο ή στον επίσκοπο που νομίζει ότι κάθεται στις πλάτες κάποιων που είναι δήθεν από κάτω».

Ο Χριστός όταν δίδασκε, όταν είχε δημόσια παρουσία, δεν ζήτησε πρωτοκαθεδρίες. Αυτά είναι των ανθρώπων. Υπήρξε σαφής: «Εκείνος που θέλει να γίνει μεταξύ σας μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας, και εκείνος, που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να υπηρετηθεί αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωή του λύτρο διά πολλούς» (Ματθ. 20, 26 – 29).

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Αθεϊα: Ποιος Θεός; – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 30 Μαρτίου 2018 by larisanews

Θεωρώ πως η αθεΐα δεν αποτελεί απειλή για την ορθοδοξία, την πίστη του καθενός. Και το λέω αυτό, καθότι συχνά ακούμε φωνές εντός των τειχών της εκκλησίας, οι οποίες εναντιώνονται στον αθεϊσμό, ενώ την ίδια στιγμή «ο άθεος μπορεί να είναι καλύτερος από αυτόν που επαναλαμβάνει ‘’Κύριε, Κύριε’’», όπως σημειώνει ο Nicolas Berdiaeff, στο βιβλίο του «Αλήθεια και Αποκάλυψη».

Είναι γνωστό πως ο αθεϊσμός γεννήθηκε στη Δύση. Η δυτική θεολογική σκέψη προσπάθησε να γνωρίσει τον Θεό μέσα από την νόηση. Αυτό, οδήγησε στην εμφάνιση του φιλοσοφικού ρεύματος της αθεΐας τον 19ο αιώνα, καθώς οι φιλόσοφοι δεν κατάφερναν να αποκτήσουν γνώση του Θεού, μέσα από τη λογική, άρα και Τον απέρριπταν. Αυτό είχε ως απόρροια την ειδωλοποίηση του Θεού και την μετατροπή του σε ιδέα. Είναι αυτό που λέει ο Feuerbach, ότι δηλαδή στη Δύση ο άνθρωπος δημιούργησε τον Θεό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση δική του. Ο Nietzsche, αυτό πολέμησε με πάθος, την μετατροπή του Θεού σε ιδέα.

Ο Nicolas Berdiaeff, στο προαναφερθέν βιβλίο του, αναφέρεται στην αθεΐα της ημέρας και στην αθεΐα της νύκτας. Η πρώτη (18ος – 19ος αι.), την οποία ο Berdiaeff αποκαλεί «αισιόδοξη», είναι εκείνη του Διαφωτισμού, του Rousseau, Diderot, του Voltaire, που εξήρε τη λογική και έλεγε πως δεν χρειάζεται ο Θεός αφού η ανθρώπινη φύση είναι καλή. Η δεύτερη (20ος – 21ος αι.), είναι εκείνη του Sartre, Camus, Heidegger, αλλά και η σκληρή αθεΐα των σύγχρονων Richard Dawkins, Michael Onfray, Sam Harris, Daniel Dennett. Ο δεύτερος είναι ένας σκληρός κι επιθετικός αθεϊσμός, ο οποίος όχι μόνο δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού, αλλά με σκληρή γλώσσα μάχεται τον Θεό.

Αν και κατά Berdiaeff δεν υφίσταται συνεπής αθεΐα αλλά ειδωλολατρία (άποψη που υποστηρίζει και ο π. Ν. Λουδοβίκος), τίθεται ένα ερώτημα. Γιατί οι άνθρωποι γίνονται άθεοι; Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, στο τελευταίο του βιβλίο διηγείται το εξής περιστατικό: «Πριν από λίγο καιρό έκανα μία διάλεξη στην Θεσσαλονίκη και με πλησιάζει στο τέλος ένας καθηγητής του πανεπιστημίου. Κάτι άκουσε, απ’ ότι φαίνεται, και του άρεσε. Με πολύ ορμή έρχεται, μου αρπάζει το χέρι μου και μου λέει: ‘’Πολύ μου άρεσαν όσα είπατε. Εγώ είμαι ένας σχεδόν άθεος’’. Του απαντώ αυθόρμητα: ‘’Και εγώ είμαι ένας σχεδόν χριστιανός’’. Οι άνθρωποι γίνονται άθεοι γιατί δεν θέλουν να έχουν έναν Θεό, που δεν είναι άξιος Θεού». Ε, λοιπόν, αυτός ο Θεός που δεν είναι άξιος Θεού, είναι ο Θεός όπως Τον είδε η δυτική θεολογία.

Από τα παραπάνω λόγια φαίνεται πως πολλοί φιλόσοφοι στη Δύση, δεν ασχολήθηκαν με το θέμα της ύπαρξης του Θεού για τον λόγο ότι δεν τους ενδιέφερε ένας Θεός όπως τους Τον γνώρισε η χριστιανική Δύση. Είναι θέμα της περί του Θεού αντίληψης. Δεν τους ενδιέφερε ένας Θεός τιμωρός, που γεμίζει με ενοχές τους ανθρώπους. Ο Kant εναντιώθηκε σε αυτό και δεν τον ένοιαζε πλέον να αποδειχτεί η ύπαρξη του Θεού, παρά τον ενδιέφερε να είναι ηθικός άνθρωπος. Δεν τους ενδιέφερε ένας Θεός που γίνεται αντιληπτός μέσα από τη λογική (το αδιέξοδο της δυτικής θεολογίας σε αντίθεση με την αποφατική θεολογία των Πατέρων όπου στον Θεό, κατά Μάξιμο Ομολογητή, πρέπει να αποδίδουμε όχι το είναι αλλά το μη είναι). Τον Θεό της Δύσης γνώρισε ο Δανός φιλόσοφος Kierkegaard, που δεν δέχτηκε να τον χειροτονήσουν επίσκοπο, γιατί όπως έλεγε ο ίδιος, δεν ήθελε να συμμετάσχει στην μεταχείριση του Θεού ως παλαβού. Τον Θεό της χριστιανικής Δύσης, γνώρισε και ο Nietzsche, ο οποίος και εναντιώθηκε στον προτεσταντισμό. Γι’ αυτό διακήρυξε πως «ο Θεός πέθανε», επειδή ο Θεός της Δύσης κατάντησε ιδέα. Η αθεΐα του Nietzsche υποφέρει για τον «θάνατο» του Θεού, δεν χαίρεται. Δεν τους ενδιέφερε, επίσης, τους φιλοσόφους ένας Θεός που ελέγχει την ελευθερία των ανθρώπων. Σ’ αυτό το ζήτημα, ο υπαρξισμός του Sartre υπήρξε σαφής. Για τον Sartre, «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Για τον ίδιο, αν υπάρχει Θεός, τότε ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση, καταπιέζεται ο άνθρωπος από τη βούληση του Θεού.

Ο Μάξιμος Ομολογητής θα έλεγε κάτι άλλο. «Έχουμε το ‘’είναι’’ μας δεδανεισμένο», δηλαδή το υπαρξιακό μας «είναι» αναφέρεται στον Θεό, κάτι που φυσικά για τους Πατέρες δεν σημαίνει κατάργηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Κι έρχεται ένας πρώην μαθητής του Sartre, ο René  Eni, που βαφτίζεται ορθόδοξος στο Άγιο Όρος, και μας λέει: «Η εμπειρία μου από την ορθοδοξία βρίσκεται πολύ πέρα από τα λόγια, εκεί όπου υπάρχει ένα πρόσωπο: το πρόσωπο του ανθρώπου. Το πρόσωπο του Θεού. Η εικόνα. Όλη η ελευθερία εκεί βρίσκεται».

Η αθεΐα της νύκτας, γνωστή και ως νεοαθεϊσμός, ευαγγελίζεται έναν «τραγικό αντιανθρωπισμό» κατά Χρυσόστομο Σταμούλη. Τον θεωρώ σκληρό, προσβλητικό, εχθρικό με τον Θεό. Δεν δείχνει να έχει προτάσεις, παρά απωθημένα και ενεργεί αντιδραστικά στην ύπαρξη του Θεού. Η αθεΐα αυτή αναδεικνύει τον άκρατο ηδονισμό και καταδικάζει την ασθενή φύση, προβάλλοντας, έτσι, το υγιές και δυναμικό στοιχείο του ανθρώπου (θυμίζει τον «υπεράνθρωπο» του Nietzsche). Για τον Michael Onfray, ο Εσταυρωμένος είναι ένα «ακρωτηριασμένο πτώμα» που δεν αποτελεί υγιές πρότυπο. Ο εξελικτικός βιολόγος Richard Dawkins, δηλώνει πως η θρησκεία εμποδίζει τον ορθολογισμό, η πίστη στον Θεό είναι παραλογισμός και πως ο Θεός είναι αυταπάτη. Γι’ αυτό και γράφει προς την κόρη του Juliet όταν εκείνη ήταν δέκα ετών, πως η αίσθηση των θρησκευόμενων ανθρώπων για τον Θεό, την οποία ονομάζουν αποκάλυψη, «δεν είναι από μόνη της σοβαρός λόγος για να πιστέψεις» και την προτρέπει να ζητάει αποδείξεις.

Η Δύση είναι η ευκαιρία της Ανατολής. Η θεολογία των Πατέρων δεν χρειάζεται να εξορκίσει τη Δύση, αλλά να δώσει νόημα στα τραγικά υπαρξιακά της αδιέξοδα. Ας διαλεχθεί, επιτέλους, η εκκλησία με τον αθεϊσμό. Ας έχουμε στο νου μας μία αλήθεια. Ο Camus, o Sartre, ο Nietzsche, ο Heidegger και άλλοι, υπήρξαν άθεοι ή πάλευαν μέσα στην αθεΐα τους, καθώς μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον, αυτό του χριστιανισμού της Δύσης, όπου ο Θεός είναι ένας τιμωρός Θεός, που δημιουργεί απωθημένα, απομακρύνεται από τον άνθρωπο και θεωρείται ως ιδέα. Αν όλοι αυτοί γνώριζαν τη θεολογία των Πατέρων, αν συναντούσαν τον Μάξιμο Ομολογητή, τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Ισαάκ Σύρο, ενδεχομένως να αναθεωρούσαν πολλά από τον άθεο υπαρξισμό τους. Ο Camus, βέβαια, κάτι υποψιάστηκε. Γι’ αυτό και όταν διάβασε το βιβλίο του Vladimir Lossky, «Η μυστική θεολογία της Εκκλησίας της Ανατολής», αναφώνησε: «Επιτέλους, τώρα μπορούμε να συζητήσουμε με το χριστιανισμό».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ημέρα της Γυναίκας-Και ο Χριστός πού;

Posted on 09 Μαρτίου 2018 by larisanews

Αυτή την ημέρα (8 Μαρτίου), που εορτάζεται η γυναίκα, το όνομα της συνδέεται επαναστάσεις, διαδηλώσεις, ψηφίσματα, ταξικές αναφορές, εστίαση σε οικονομικά μεγέθη, υπερτονισμός της ελευθερίας, φιλοσοφικές θεωρίες, κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, αγώνες που αλλάζουν την ιστορία, χωρίς όμως να ολοκληρώνουν το πρόσωπο της γυναίκας.

Έχω την πίστη ότι μέσα στην ιστορία κανένας φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, ψυχολόγος, δεν τίμησε τη γυναίκα, όσο την τίμησε ο Θεός, ο οποίος την έπλασε από την πλευρά του Αδάμ και όχι από κάποιο άλλο μέρος του σώματος. Αυτή η ενέργεια έχει ύψιστη θεολογική σημασία, καθώς ο Θεός την έπλασε ισότιμη προς τον άντρα και όχι κατώτερη, υποδεέστερη του. Ο άνθρωπος, τόσο ο άντρας, όσο και η γυναίκα, αποτελεί εικόνα του Θεού. Κι αυτό είναι ύψιστη τιμή, την οποία δίνει ο Θεός στον άνθρωπο∙ το να τον δημιουργήσει σύμφωνα με τη δική Του εικόνα, δίνοντας του όλα εκείνα τα χαρίσματα, τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να κατευθύνει προς τον Ίδιο ή πράττοντας αντιθέτως. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για τον άνθρωπο από το να γίνει θεός κατά χάριν;

Ο Χριστός με τη διδασκαλία Του δεν αγωνίστηκε για να παραχωρήσει στη γυναίκα ίσα δικαιώματα, ένα δίκαιο ωράριο, μία ίση μεταχείριση που θεμελιώνεται σε κάποιο συμβόλαιο ή σε κάποια διακήρυξη. Αγωνίστηκε για να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, τη δουλειά του θανάτου και την εξουσία του διαβόλου και να τον καταστήσει κοινωνό της χάριτος Του. Να του δώσει την ευκαιρία να μπει ξανά στο παιχνίδι της σωτηρίας, που δεν αποτελεί πλέον ουτοπία αλλά την απόλυτη κατάφαση του Θεού στον άνθρωπο. Για τη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, η γυναίκα δεν είναι μίασμα, δεν είναι πράγμα, αλλά κάτι που κανένας δεν τόλμησε να διακηρύξει και να πραγματώσει∙ είναι εικόνα Θεού! Αυτό κι αν είναι επανάσταση. Από τις μεγαλύτερες κιόλας, καθώς κατευθύνει την γυναίκα, εν τέλει τον άνθρωπο, στο επέκεινα της ιστορίας, όπου τα μεταφυσικά αδιέξοδα των φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών αγωνιών, βρίσκουν διέξοδο στην ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου που συνδέεται με το πρόσωπο του Θεού. Αυτό όμως, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί φιλοσοφική επιτυχία αλλά αγιοπνευματική τιμή και δόξα στο ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Χριστός τίμησε, όσο κανείς άλλος, το πρόσωπο της γυναίκας, στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερα τιμή και ευλογία που δέχτηκε ποτέ γυναίκα, από το να κυοφορήσει στη μήτρα της τον άπειρο, ακατάληπτο Θεό. Ο Συμεών Νέος Θεολόγος, έχει γράψει καταπληκτικά ποιήματα. Σε ένα από αυτά, τους γνωστούς «Ύμνους Θείων Ερώτων», γράφει τα εξής θαυμαστά: «Ἐγώ δέ πάλιν λέγω σοι˙ Βλέπε Χριστόν ἐν μήτρᾳ, καί τά ἐν μήτρα νόησον και μήτραν ὑπεκδύντα, καί πόθεν ἐξερχόμενος ὁ Θεός μου διῆλθε!». Ποιος; Ο αχώρητος Θεός χωράει στη μήτρα μιας γυναίκας! Ο αιρετικός Νεστόριος δεν το δεχόταν αυτό γιατί έλεγε πως «τα ομοούσια τίκτουν ομοούσια». Όμως, η πρωτοβουλία δεν ανήκει στην γυναίκα αλλά στον Θεό. Γι’ αυτό και ο άγιος Πρόκλος Κων/πόλεως, σημειώνει πως «μία άνθρωπος δεν μπορεί να γεννήσει τον Θεό, αλλά ένας Θεός μπορεί να γεννηθεί υπό γυναικός».

Ο απόστολος Παύλος, είναι αλήθεια πως, μερικές φορές, αντιμετωπίζεται με καχυποψία καθώς λέγεται ότι υποτιμούσε τη γυναίκα. Δεν είναι αλήθεια. Είχε διευρυμένο πνεύμα. Στην προς Εφεσίους επιστολή (Εφ. 5, 20 – 33), επιστολή που διαβάζεται στην ακολουθία του γάμου, όταν μιλάει για υποταγή της γυναίκας στον άντρα, η υποταγή εννοείται ως αγαπητική προσήλωση στον άντρα, και την παρομοιάζει με την υποταγή της εκκλησίας στον Χριστό. Και συνεχίζει: «Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τάς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησε τήν ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς… ὁ ἀγαπῶν τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτόν ἀγαπᾷ» (Εφ. 5, 25 – 28). Προς συμπλήρωμα των παραπάνω λόγων, ο Παύλος θα γράψει ένα ακόμη επαναστατικό λόγο, ένα πνευματικό μανιφέστο αν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι, και θα μιλήσει για ισότητα όλων, προσέξετε όμως, «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Αυτό το «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» έχει μεγάλη σημασία, γιατί η ισότητα όλων απορρέει από το πρόσωπο του Χριστού. Η ισότητα εδώ δεν αποτελεί μέρος μιας ανθρώπινης κατάκτησης, ένα δικαίωμα που αποκτάται από αγώνες, μια διακήρυξη, μία αρχή εντός του νόμου, αλλά αποκτά οντολογία από το θεανθρωποκεντρικό πρόσωπο. Γράφει, λοιπόν, ο Παύλος: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3, 28).

Στην αρχαία εκκλησία υπήρχε ο θεσμός των διακονισσών, οι γυναίκες μαζί με τους άντρες έψαλλαν όλοι μαζί τα πρώτα χριστιανική χρόνια, διακονούσαν στο έργο της εκκλησίας. Αναδείχθηκαν γυναίκες αμαρτωλές που μετάνιωσαν για τη ζωή που έκαναν, άλλες αγίασαν μέσα από τον έγγαμο βίο και άλλες μέσα από τον ασκητικό. Αναδείχθηκαν γυναίκες ευλαβείς, που έφεραν στον κόσμο παιδιά, τα οποία ανέθρεψαν χριστιανικά, παιδιά που αγίασαν. Αναδείχθηκαν γυναίκες που μαρτύρησαν για την αγάπη του Χριστού. Γεμάτο το Συναξάρι από τέτοιες γυναίκες. Γυναίκες αφιερώνονται και σήμερα στον Χριστό και κοσμούν τις Ιερές Μονές. Ο Θεός δεν έδωσε άλλες ευκαιρίες στον άντρα και άλλες στη γυναίκα. Όλοι  οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τον Χριστό και να αγιαστεί η ψυχοσωματική τους ύπαρξη μέσα στην εκκλησία. Ο Χριστός ποτέ δεν απαξίωσε τη γυναίκα. Ακόμη και την γυναίκα που πριν από λίγο είχε μοιράσει το σώμα της στα κρεβάτι με διαφορετικούς άντρες, με αγάπη και την προστάτευσε από όσους ήθελαν να την λιθοβολήσουν.

Ο Γρηγόριος Νύσσης έχει γράψει θαυμάσια φιλοσοφημένα έργα. Σε μία ομιλία του, αφού μιλήσει για την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού δημιουργία του ανθρώπου, σημειώνει για την γυναίκα: «Ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καί ἡ γυνή ἔχει τό Κατ’ εἰκόνα θεοῦ γεγενῆσθαι ὡς καί ὁ ἀνήρ ὁμοίως. ὁμότιμοι αἱ φύσεις, ἴσαι αἱ ἀρεταί, ἆθλα ἴσα, ἡ καταδίκη ὁμοία. μή λεγέτω· ἀσθενής εἰμι. ἡ ἀσθένεια σαρκός, ἐν ψυχῇ τό δυνατόν ἐστιν. ἐπειδή τοίνυν ὁμότιμος ἡ κατά θεόν εἰκών, ὁμότιμος ἔστω ἡ ἀρετή καί ἡ τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις. οὐδεμία παραίτησίς ἐστι τῷ βουλομένῳ προφασίζεσθαι ἀσθενές τό σῶμα. δι’ αὑτό τοῦτο ἁπλῶς ἁπαλόν, ἀλλά διά τήν συμπάθειαν εὔτονον ἐν καρτερίαις, σύντονον δέ ἐν ἀγρυπνίαις. πότε δύναται ἀνθρώπου φύσις ἁμιλληθῆναι γυναικός φύσει καρτερικῶς διαγούσης τόν ἑαυτῆς βίον;».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο Θεός της Δύσης πέθανε, ο Θεός της Ανατολής;

Posted on 26 Φεβρουαρίου 2018 by larisanews

Πάντα επίκαιρος ο μεγάλος φιλόσοφος Νίτσε. Και είναι αυτή του η ομολογία, της θεοκτονίας, η οποία υπήρξε καταλυτική για τον δυτικό κόσμο. Είναι αλήθεια πως ο Νίτσε δεν σκότωσε τον Θεό. Εξάλλου ο Θεός δεν σκοτώνεται. Εξήγγειλε όμως τον θάνατο Του. Έναν θάνατο που ήδη είχε συντελεστεί εξαιτίας της αδυναμίας στην οποία βρέθηκε η δυτική θεώρηση, που δεν κατάφερε να βιώσει χαρισματικά το μυστήριο του Θεού, το μυστήριο της αγάπης, της αποκάλυψης Του, την ίδια Του την φανέρωση στον άνθρωπο, στην κτίση, στην ιστορία. Αύριο είναι Κυριακή της ορθοδοξίας; Τί δεν είναι όμως η ορθοδοξία;

Η ορθοδοξία δεν περιλαμβάνει στους κόλπους της ιδέες, κανόνες, εντολές, αυθεντίες και έτοιμες συνταγές σωτηρίας. Το ήθος της είναι ήθος ασκητικό, λιτό, διακριτικό. Καλλιεργεί στον άνθρωπο την ηθική και όχι τον ηθικισμό, όπως επίσης την ευσέβεια, όμως όχι τον ευσεβισμό. Δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να εφαρμόσει εντολές και κανόνες. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε ποιος ο λόγος να δημιουργηθεί ελεύθερος από τον Θεό; Ο άνθρωπος ασκείται σε μία ζωή που ευωδιάζει ταπείνωση, απλότητα, ησυχία. Αυτή η άσκηση, όπως αναφέρει ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος στη φετινή  πατριαρχική εγκύκλιο για τη Μ. Τεσσαρακοστή, «δέν εἶναι ἀτομικόν, ἀλλά ἐκκλησιαστικόν γεγονός καί κατόρθωμα, μετοχή τοῦ πιστοῦ εἰς τό μυστήριον καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀγών κατά τῆς φιλαυτίας, ἄσκησις τῆς φιλανθρωπίας, εὐχαριστιακή χρῆσις τῆς δημιουργίας, συμβολή εἰς τήν μεταμόρφω-σιν τοῦ κόσμου».

Η ορθοδοξία δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους, οπαδούς, κλειστές ομάδες. Ο λόγος της αφορά όλους τους ανθρώπους, όλων των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών επιπέδων. Αγωνιά κι ενδιαφέρεται για τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα Θεού. Εξάλλου ο Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α Τιμ. 2, 4). Είναι αυτό που λέει ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιος: «Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία».

Η ορθοδοξία δεν σχετίζεται με κάθε είδους προτεσταντικές κι άλλες επιρροές. Γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα συναντάται στον χώρο της εκκλησίας. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα μέσα στην εκκλησία και διά των ιερών της μυστηρίων. Η άσκηση των γεγυμνασμένων αισθητηρίων δεν πραγματώνεται στα δωμάτια των οργανώσεων (αδελφοτήτων), οι οποίες αποτελούν πνευματικά τέκνα του προτεσταντισμού. Ο πνευματικός πλούτος της ορθοδοξίας δεν έχει να κάνει με τύπους που πρέπει να εφαρμοστούν από ατσαλάκωτους ανθρώπους, υπακούοντας σε ένα προκαθορισμένο κώδικα εντολών, οι οποίες αν παραβιαστούν επιφέρουν την τιμωρία στον άνθρωπο από έναν σκληρό και τιμωρό Θεό. Αυτός ο πιετισμός και νομικισμός που αναζωογονείται στις οργανώσεις, αλλοιώνει το ήθος του ορθόδοξου ανθρωπισμού. Ας το φωνάξουμε επιτέλους δυνατά, πως κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής είναι η ενορία και όχι η οργάνωση, και πως υπακοή οφείλουμε με αγάπη και ελευθερία στον Επίσκοπο και όχι στα καταστατικά των οργανώσεων που δημιουργούν ανέραστους και απογοητευμένους ανθρώπους.

Η ορθοδοξία δεν καλλιεργεί τον τρόμο σχετικά με τα έσχατα και δεν αναπαραγάγει προφητείες. Υπάρχει όντως μία τάση, επικίνδυνη μπορώ να πω, που φοβίζει τον κόσμο. Γίνεται πολύ συχνά πλέον λόγος για τα έσχατα, για το εάν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, ενώ την ίδια στιγμή ελάχιστοι έχουν αναρωτηθεί εάν ζούνε τη ζωή πριν από τον θάνατο! Ακούμε κατ’ επανάληψη για τα έσχατα, τη Δευτέρα Παρουσία, τα σημεία των καιρών, και παράλληλα έχουμε αγνοήσει το βασικό πρόσωπο της όλης υπόθεσης, τον Χριστό. Εκεί παίζεται το παιχνίδι, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Αν ο άνθρωπος είναι βαφτισμένος στο όνομα της Αγίας Τριάδος, αν εξομολογείται, σκάβει στον έσω του εαυτό για μία βαθύτερη υπαρξιακή τοποθέτηση, προσεύχεται, ζητάει το έλεος του Θεού, κοινωνεί Σώμα και Αίμα Χριστού, τότε ποιος κίνδυνος μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Επίσης, σχετικό με αυτό, είναι και το θέμα των προφητειών. Ο κόσμος αναζητά να βρει ποιες προφητείες έχουν εκπληρωθεί, ποιος γέροντας είπε και τι, ανάγουν σε αυθεντία το πρόσωπο του κάθε γέροντα, με αποτέλεσμα στα ράφια των βιβλιοπωλείων, να εξαντλούνται τα βιβλία που μιλάνε για τα έσχατα και τις προφητείες, και τα πατερικά κείμενα να αναμένουν κάποιος να συσχετιστεί μαζί τους. Δυστυχώς, το πρόσωπο του Χριστού έχει αντικατασταθεί από τον φόβο και τις έτοιμες μαγικές συνταγές σωτηρίας.

Η ορθοδοξία δεν ενθαρρύνει το φαινόμενο του γεροντισμού, που πλήττει την εκκλησία. Για το φαινόμενο αυτό, γράφει χαρακτηριστικά τα εξής, ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας: «Πλήθος ιερέων που εξομολογούν πιστούς ενεργούν ως Γέροντες κατευθύνοντας τα Πνευματικά τους παιδιά, εισδύοντας στην προσωπική και οικογενειακή τους ζωή και δημιουργώντας πνευματικά εξαρτημένους ανθρώπους. Έτσι, το μυστήριο της μετανοίας γίνεται μέσο δημιουργίας οπαδών». Το φαινόμενο αυτό καταργεί το φυσικό θέλημα του ανθρώπου και φέρνει το γνωμικό θέλημα του (Μάξιμος Ομολογητής) στην κατεύθυνση όπου απουσιάζει κάθε ελεύθερη προσωπική βούληση, η οποία υποτάσσεται στον γέροντα. Δεν πρόκειται περί υπακοής, δηλαδή περί της ύψιστης χριστιανικής αρετής που φέρνει την ταπείνωση και τη διάκριση, αλλά περί απόλυτου ελέγχου της ανθρώπινης βούλησης από το πως θα ντυθεί κάποιος νέος, ποια κοπέλα θα γνωρίσει, πως θα την γνωρίσει, πώς θα ντύνεται, ποιο είδος μουσικής θα ακούει, κ.ο.κ..

Κατόπιν όλων αυτών, ο άνθρωπος της ορθοδοξίας είναι ερωτικός άνθρωπος και ο Θεός της, «μανικός εραστής» του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν είναι ερωτικός, τότε δεν είναι ορθόδοξος. Κι αν δεν είναι ορθόδοξος, δεν είναι χαρούμενος. Η Δύση, σκοτώνοντας τον Θεό, οδήγησε τον άνθρωπο στην αλλοτρίωση του εαυτού του και στην απώλεια μιας οντολογίας της σχέσης. Φοβικά κι ενοχικά σύνδρομα, στέρησαν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αγαπήσει ελεύθερα τον Θεό και τον συνάνθρωπο του ως εικόνα Θεού. Η Δύση είναι η ευκαιρία της Ανατολής. Η ευλογημένη ευκαιρία, να γνωριστεί το πρόσωπο του Χριστού στους ανθρώπους των μεταφυσικών δυτικών αδιεξόδων, που αντικατοπτρίζουν τη δόξα του υπεράνθρωπου στη θέση της θεϊκής δόξας.

Ηρακλής Αθ. Φίλιος           

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο ανυπάκουος Άγιος, οι τάσεις φυγής, η ιεροσύνη

Posted on 25 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Πώς μπορεί να συνδέεται η ανυπακοή με τον βίο ενός αγίου; Κι αν έχει τάσεις φυγής, αυτό τι χαρακτήρα δείχνει; Και η ιερωσύνη;

Τα παραπάνω, αφορούν τον άγιο Γρηγόριο Θεολόγο (329 – 390 μ.Χ.), τον οποίο η εκκλησία μας τιμά στις 25 Ιανουαρίου και ο οποίος υπήρξε μαζί με τον Ιωάννη Χρυσόστομο και τον Μ. Βασίλειο, ένας από τους Τρεις Ιεράρχες. Το έργο, το οποίο μας δίνει τις σχετικές πληροφορίες, φέρει τον τίτλο «Ἀπολογητικός τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς». Έργο που μεταξύ άλλων, αναφέρεται διεξοδικά στην ιερωσύνη.

Ο Γρηγόριος, όπως αναφέρει στο έργο αυτό, δείλιασε να αναλάβει το υπούργημα της ιερωσύνης και σημειώνει τρία αίτια ανυπακοής: Πρώτον, αγάπησε περισσότερο την ησυχία και τη μοναχική ζωή. Δεύτερον, ένιωθε ντροπή για όσους επιδιώκουν την ιερωσύνη χωρίς να είναι άξιοι. Και τρίτον, ένιωθε φόβο από το μεγαλείο του Θεού, το οποίο καλείται να πλησιάσει ο ιερέας. Σχετικά με τον δεύτερο λόγο, γράφει χαρακτηριστικά: «Και προτού γίνουν άξιοι να πλησιάσουν στα μυστήρια, επιδιώκουν να καταλάβουν το άγιο βήμα και συνθλίβονται και συνωθούνται γύρω από την αγία τράπεζα, όχι επειδή τάχα θεωρούν το αξίωμα της ιερωσύνης υπόδειγμα αρετής και υπεύθυνο λειτούργημα, αλλά επειδή το θεωρούν ως βιοποριστικό επάγγελμα και ως ανεξέλεγκτη εξουσία».

Ο Γρηγόριος πάλευε ανάμεσα στις επιλογές του. Να γίνει ρήτορας ή φιλόσοφος; Μοναχός ή Επίσκοπος; Να μονάσει μαζί με τον Μ. Βασίλειο ή να μείνει κοντά στον Επίσκοπο πατέρα του που χρειαζόταν βοήθεια στο ποιμαντικό έργο; Οι τάσεις φυγής που είχε, δεν σταμάτησαν ποτέ. Ακόμη και από τη θέση του Επισκόπου, παρέμενε ανήσυχος. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη του να μονάσει. Ήταν πράγματι ένας εσωστρεφής άνθρωπος, που επιδίωκε την ησυχία και την περισυλλογή. Ήθελε να ζει μακριά από τον κόσμο. Και όσες φορές έφευγε από το ένα μέρος στο άλλο, ο Θεός τον έβρισκε όπου κι αν πήγαινε.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος στο έργο του «Ἀπολογητικός τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς», επικεντρώνεται στην ιερωσύνη, την οποία καλεί «τέχνη τεχνών» και «επιστήμη επιστημών». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να τη συγκρίνει με την επιστήμη της ιατρικής. Θα γράψει λοιπόν, πως η ιατρική «φροντίζει για τα σώματα και για την φθαρτή ύλη», ενώ η ιερωσύνη «φροντίζει για την ψυχή, η οποία προέρχεται από τον Θεό, και είναι θεία» και πως ο σκοπός της ιατρικής των ψυχών είναι «να κάνει θεό και άξιο της ουρανίου μακαριότητας τον άνθρωπο».

Κι ερχόμαστε στο σήμερα. Ομολογώ, επί του παρόντος, πως δεν έχω ούτε την δυνατότητα, ούτε την πολυτέλεια να εκφράσω λόγο πειστικό, κατ’ επέκταση βιωματικό, από τη θέση μου σχετικά με την ιερωσύνη. Όμως η ύπαρξη πόθων και έλξης προς το ύψιστο αυτό λειτούργημα, μου δίνει τη δυνατότητα να εκφράσω μερικές σκέψεις. Σκέψεις βιωματικές, αβίαστες, ελεύθερες. Η ιερωσύνη δείχνει να είναι ένα μεγάλο μυστήριο. Κάτι υπερβατικό, χωρίς το υπερβατικό να σημαίνει ότι είναι κάτι το παράλογο. Ίσως, όμως, για την εποχή μας ο πόθος ενός ανθρώπου να αξιωθεί της ιερωσύνης να είναι μία παράλογη υπόθεση. Και πιστεύω πως είναι! Ένας ευχάριστος παραλογισμός, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στην εποχή της απάθειας, της παραίτησης και των ανώδινων ευκολιών. Έτσι, η φύση του υπουργήματος είναι φύση θεϊκή, αλλά εκφραζομένη ως δωρεά του Θεού προς τον άνθρωπο, αξιώνεται να βιώνεται και να γίνεται. Όπως και η εκκλησία εξάλλου, που έχει το «είναι» της σε αυτό που γίνεται.

Θα έλεγα, πως η ιερωσύνη έχει έναν σταυρό πολύ μεγάλο και πολύ βαρύ. Εξάλλου, δεν είναι παράλογο να σηκώσεις βάρη και ευθύνες που δεν σου αναλογούν; Φυσικά δε, υπό την προϋπόθεση ότι αποφασίζεις να δεχτείς την κλήση αυτή όχι ως προσωπική υπόθεση, ούτε ως επιτακτική καταξίωση. Επουδενί, ως ένα υπαρξιακό αδιέξοδο και ακυβέρνητο απωθημένο. Είναι αυτό που συχνά λέγεται, ότι δηλαδή η ιερωσύνη δεν είναι λύση αλλά κλήση. Ακόμη κι αν έχει τις δικές της προϋποθέσεις, το κάλεσμα του Χριστού είναι ανένταχτο, απροϋπόθετο, εξολοκλήρου προσωπικό, αναδεικνύοντας μέσα από τη συνάντηση Θεού – ανθρώπου, τις άγνωστες, άλλοτε γνωστές, βουλές του εραστού Νυμφίου.

Ποιος έχει το πλεονέκτημα να οδηγήσει σε απολογία τον Θεό για το πώς των ενεργειών Του; Ποιος έχει την ηθική καθαρότητα να ζητήσει από τον Θεό να ελέγξει το κάλεσμα του; Κανείς δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ο Θεός καλεί τον άνθρωπο στην ιερωσύνη. Ακόμη κι όταν ο άνθρωπος αποφεύγει να ανταποκριθεί στην κλήση, ο Θεός γνωρίζοντας τα βάθη της ψυχής του, ενεργεί κατά το θέλημα Του. Άγνωστο; Απροσδιόριστο; Ακατανόητο; Ασυμβίβαστο; Εκείνος γνωρίζει. Και ο άνθρωπος ίσως κάποτε μάθει. Ίσως το σχέδιο του Θεού να ξετυλίγεται αργά μέσα στην ιστορία και η προσωπική κλήση που ο Ίδιος απευθύνει να είναι απαραβίαστα προσωπική, που μόνο εκείνος ο οποίος δέχεται το κάλεσμα από τον Θεό, ίσως κάποτε μπορέσει να αντιληφθεί το πως των πραγμάτων. Ο Γρηγόριος Θεολόγος αισθανόταν ότι δεν ήταν άξιος για το υπούργημα της ιερωσύνης και εκθέτει τους λόγους αυτούς στο παραπάνω έργο του. Ήθελε να μονάσει, αγαπούσε την άσκηση και την ήσυχη ζωή. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια για εκείνον. Χωρίς να παραβιάσει το θέλημα του και βλέποντας μέσα του, τον κάλεσε να διακονήσει την εκκλησία ως πρεσβύτερος και μάλιστα τον αξίωσε με τον βαθμό της Αρχιεροσύνης.

Πονεμένος άνθρωπος ο Γρηγόριος Θεολόγος. Ευαίσθητος, μόνος και ταλαιπωρημένος. Πέρασε πολλά. Έπαθε πολλά γιατί αγαπούσε τον Θεό και τον συνάνθρωπο του. Πολλά δεινά τον βρήκαν στη ζωή. Κι όταν αισθάνθηκε πλήρως εγκαταλελειμμένος, έγραψε μία επιστολή στον μαθητή του Ευδόξιο: «Ρωτάς πώς τα πάω – άσε, πολλή πίκρα. Μου λείπει ο Βασίλης, ο πνευματικός μου αδερφός, και ο Καισάριος, ο βιολογικός μου αδερφός. Ο πατέρας και η μητέρα μου μ’ έχουν εγκαταλείψει, για να το πω με τα λόγια του Δαυίδ. Τα του σώματος πονεμένα, τα γηρατειά επικρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, οι υποχρεώσεις με εξαντλούν τα προβλήματα συσσωρεύονται, οι φίλοι με προδίδουν η Εκκλησία διαλύεται. Χάθηκαν τα καλά, έμειναν τα στραβά, μέσα στη μαύρη νύχτα αρμενίζω, και φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Τί άλλο πρέπει πια να πάθω; Μια μόνο λύση υπάρχει για τα βάσανα μου, ο θάνατος. Αν κρίνω όμως με βάση τα εδώ, κι εκεί απαίσια θα είναι!».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Όχι, ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω!

Posted on 22 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Τί είναι ο άνθρωπος; Από τί αποτελείται η ύπαρξη του; Αν γνωρίζαμε πραγματικά τι είναι ο άνθρωπος κι ερχόταν κάποιος και μας έλεγε πως δεν είναι μόνο αυτά που συνθέτουν την ύπαρξη του αλλά και κάτι παραπάνω, κάτι ακόμη, τότε τί είναι αυτό; Και ποιος είναι εκείνος που μας λέει κάτι τέτοιο;

Δεν υπάρχει μία ενιαία εικόνα για τον άνθρωπο, αν και υπάρχουν συγκλίσεις. Θέλω να πω πως αλλιώς τον είδε η φιλοσοφία, αλλιώς η θεολογία, αλλιώς η ανθρωπολογία, αλλιώς η ψυχολογία, αλλιώς κάποια κοινωνικά και πολιτικά συστήματα. Ο Freud θα μας μιλήσει για το εγώ που κατά πολύ, είναι φανταστικό. Ο νεοπλατωνικός Πλωτίνος θα μας πει πως η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Η Δύση θα ενοχοποιήσει το σώμα και η ορθόδοξη παράδοση θα μιλήσει για ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη.

Κι έρχεται ένας μεγάλος Πατέρας της εκκλησίας και μας αναστατώνει ευχάριστα. Ο όσιος Μάξιμος Ομολογητής (580 – 662 μ.Χ.) που εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου, μας λέει πως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο μία ύπαρξη που διατηρεί τη σύγκραση ψυχής και σώματος, αλλά και κάτι ακόμη, κάτι παραπάνω. Είναι το «όλον αυτού», και συγκεκριμένα η βούληση του, το ελεύθερο θέλημα, που είναι καθοριστικό του προσώπου, όπως γράφει σε επιστολή του.

Αυτό τον «όλον αυτού», η φιλοσοφική σκέψη αλλά και η δυτική ανθρωπολογία δεν κατάφεραν ποτέ τους να το υποψιαστούν. Ο Ντεκάρτ μας λέει συνεχώς «είμαι ένα σκεπτόμενο πράγμα», θεώρηση η οποία δεν απέχει από το πώς είδε τον Θεό και τον άνθρωπο η δυτική θεολογία, η οποία μάλιστα, και με τη συμβολή του ιερού Αυγουστίνου, ενοχοποίησε το σώμα. Γιατί το κάνει όμως αυτό ο Αυγουστίνος; Γιατί είναι νεοπλατωνικός και για τη νεοπλατωνική σκέψη το σώμα είναι κακό. Διαβάζουμε στην πρώτη Εννεάδα του Πλωτίνου, όπου αναφέρεται στον άνθρωπο: «Ας δεχτούμε λοιπόν ότι πρόκειται για μίξη. Αλλ’ αν έχουμε μίξη, το κατώτερο – το σώμα – θα γίνεται καλύτερο, ενώ το άλλο – η ψυχή – χειρότερο. Το σώμα θα γίνεται καλύτερο μετέχοντας στη ζωή και η ψυχή χειρότερη μετέχοντας στον θάνατο και την αλογία».

Αυτό λοιπόν το «όλον αυτού» του Μαξίμου Ομολογητού είναι τελείως επαναστατικό! Είναι εμφανές, πως η ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία υπερβαίνει τα μεταφυσικά αδιέξοδα και τις ατελέσφορες προσπάθειες της δυτικής ανθρωπολογίας και θεολογίας, της ψυχολογίας και των κοινωνικών ρευμάτων να ορίσουν τον άνθρωπο, μα περισσότερο να του δώσουν τη συνέχεια της ύπαρξης του. Η ανθρωπολογία του ορθόδοξου χριστιανισμού, παίρνει την ύπαρξη του όλου ανθρώπου και την τινάζει στον σκοπό για τον οποίο έχει δημιουργηθεί ο άνθρωπος∙ ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν θεός.

Αυτή η χαρισματική κατάσταση, που είναι κατά φύσιν, αφορά την όλη ύπαρξη του ανθρώπου, και την ψυχή και το σώμα και την βούληση και όχι ένα μόνο μέρος. Είναι αυτό που λέει ο Μάξιμος στο «Περί αποριών», ότι δηλαδή «ὅλος ὅλῳ περιχωρήσας ὁλικῶς τῷ Θεῷ, καί γενόμενος πᾶν εἴ τί πέρ ἐστιν ὁ Θεός, χωρίς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταὐτότητος». Πού να φανταζόταν κάτι τέτοιο ο Πλάτωνας; Και πού να άκουγε τον απόστολο Παύλο να λέει πως το σώμα είναι «ναός του αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6, 19); Θα είχε φρίξει. Και περισσότερο ο Πλωτίνος που ντρεπόταν να κυκλοφορεί επειδή είχε σώμα. Αν άκουγε, μάλιστα, ότι το σώμα αγιάζεται, θα έλεγε τι λέτε, είστε με τα καλά σας, το σώμα είναι κακό, ανίερο, η ψυχή είναι η ουσία του ανθρώπου.

Λέει και πολλά άλλα καταπληκτικά ο Μάξιμος. Σε μία του επιστολή προς τον ηγούμενο φίλο του Θαλάσσιο, θα γράψει πως ο άνθρωπος «ἐκ Θεοῦ τό εἶναι λαβών». Φοβερός λόγος! Ο άνθρωπος λαμβάνει το «είναι» του από τον Θεό, είναι ένα θεοειδές ον ο άνθρωπος. Είναι αυτό που λέει ο Γρηγόριος Θεολόγος, πως ο άνθρωπος είναι «ζῶον… τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον» και ο Συμεών Ν. Θεολόγος στους καταπληκτικούς ύμνους των θείων ερώτων, πως «καί γενησόμεθα ὁμοῦ θεοί Θεῷ συνόντες».

Να λοιπόν, η σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Σχέση «αναλογική» όπως θα μας πουν ο Μάξιμος και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Στη σχέση αυτή, συμβαίνει κάτι το παράδοξο! Ο Θεός δεν περιμένει τον άνθρωπο να κινηθεί προς Εκείνον, αλλά πρώτος κινείται προς τον άνθρωπο. Και πώς κινείται; Με έρωτα! Σε πείσμα εκείνων των ανυποψίαστων και ανέραστων θεολογικών φωνών που μας λένε πως ο εραστός Θεός (κατά Διονύσιος Αρεοπαγίτη) δεν έχει έρωτα προς τον άνθρωπο, έρχεται ο Μάξιμος Ομολογητής και τι λέει; «Ὁ γάρ ἀγαθοεργός ἔρως ἐκίνησε το θεῖον εἰς πρόνοιαν, εἰς σύστασιν ἡμῶν». Ναι, ο Θεός έχει έρωτα προς τον άνθρωπο!

Ο Θεός γίνεται Το «κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων», όπως θα πει ο Νικόλαος Καβάσιλας. Δυστυχώς, όμως, σήμερα έχουμε γίνει νεοπλατωνικοί. Κι ενώ ο Μάξιμος Ομολογητής, χωρίς φόβο και δισταγμό, μιλάει τον 6ο αι. μ.Χ για έρωτα του Θεού προς τον άνθρωπο, ορισμένοι σήμερα αρνούνται κάτι τέτοιο. Αυτή η φοβία όμως, έχει τις ρίζες της στη νεοπλατωνική σκέψη. Για τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο, ο έρωτας είναι ένας όρος που ξεκάθαρα δηλώνει έλλειψη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να έχει αυτή την έλλειψη, ο Θεός όμως ως τέλειον ον, όχι. Ο έρωτας στην κοσμολογία και ανθρωπολογία του Μαξίμου έχει βασικότατο ρόλο. Αφού σύμφωνα με τον ίδιο, «ἐκ γάρ τῆς ἐρωτικῆς ταύτης δυνάμεως και πτηνά ἀγεληδόν ἵπτανται, και κύκνοι καί χῆνες και γερανοί και κόρακες… κατά οὖν την φυσικήν κίνησην και αὐτά ἐπέστραπται πρός τόν Θεό».

Ο λόγος και πάλι στον όσιο Μάξιμο Ομολογητή, όπως συναντάται σ’ ένα αξιόλογο έργο του, τα «Κεφάλαια περί αγάπης», ένα μανιφέστο ασκητικής ήθους και μεγάλης πνευματικής ωφέλειας για τον άνθρωπο: «Μερικοί αδελφοί νομίζουν ότι δεν έχουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Επειδή έχουν αμελήσει την εργασία των εντολών, δεν γνωρίζουν ότι όποιος έχει ανόθευτη την πίστη του στο Χριστό, έχει όλα μαζί τα χαρίσματα μέσα του. Επειδή εξαιτίας της αργίας μας είμαστε μακριά από την κατ’ ενέργειαν αγάπη προς Αυτόν, η οποία μας δείχνει τους θησαυρούς που έχουμε μέσα μας, δικαιολογημένα νομίζομε ότι δεν έχομε τα θεία χαρίσματα. Αν ο Χριστός κατοικεί στις καρδιές μας (Εφ. 3, 17) με την πίστη, κατά το θείο Απόστολο, και όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως είναι κρυμμένοι μέσα σ’ Αυτόν (Κολ. 2, 3), άρα όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως είναι κρυμμένοι μέσα στις καρδιές μας. Γίνονται φανεροί στην καρδιά ανάλογα με την κάθαρση καθενός μέσω της εργασίας των εντολών».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ένας «τσαλακωμένος» θέλει να δει τον Χριστό

Posted on 19 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε από τον «τσαλακωμένο» άνθρωπο. Ένα πρόσωπο αταξινόμητο που δεν σχετίζεται με τον καθωσπρεπισμό, ενίοτε και με τύπους, δεοντολογίες και κανόνες. Πρόσωπο που δεν υπακούει, επουδενί, στον ηθικισμό και ευσεβισμό, όπως οι τελευταίοι ερωτοτροπούν με τη ζωή της εκκλησίας, την οποία και αλλοιώνουν.

Στην περίπτωση μας; Ένα πρόσωπο που η καθεστηκυία αντίληψη, του απαγορεύει να δει ακόμη και τον Χριστό. Πρόκειται για μία μορφή που ο ανέραστος ηθικισμός της εκκλησίας, όπου εκείνος συναντάται, του απαγορεύει να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Χριστό, αφαιρώντας του το δικαίωμα της συνάντησης. Και ποιός είναι αυτός που θέλει να δει τον Χριστό; Ο Ζακχαίος. Είναι το πρόσωπο, στο οποίο αναφέρεται η ευαγγελική περικοπή της  Κυριακής (Λουκ. 19, 1-10). Ένας αρχιτελώνης, όχι απλά τελώνης, που μόλις ο Χριστός μπήκε στην Ιεριχώ, αναζητούσε να Τον δει. Μέχρι και στη μουριά ανέβηκε προκειμένου να Τον αντικρίσει. Ο Χριστός τον κοιτάζει πάνω στο δέντρο και του λέει «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει να μείνω στο σπίτι σου σήμερα» (Λουκ. 19, 5). Μερικοί αντιδρούν στο κάλεσμα αυτό. Ο Χριστός πηγαίνει στο σπίτι του Ζακχαίου, ο Ζακχαίος μετανοεί για τις αδικίες στις οποίες είχε προβεί, μοιράζει την περιουσία του και ένα νέο ξεκίνημα αρχίζει για το σπίτι του την ημέρα αυτή.

Αυτή η συνάντηση ήταν απροσδόκητη. Ο Χριστός μέσα σε όλη αυτή την βοή, στρέφει το βλέμμα του προς τον Ζακχαίο. Αλλά δεν τον κοιτάζει μόνο, έστω κι επίμονα. Τον καλεί σε συνάντηση. Απροϋπόθετη συνάντηση. Του λέει κατέβα σήμερα θα έρθω να μείνω στο σπίτι σου. Ποιός περίμενε, Εκείνος για τον Οποίο έλεγαν ότι είναι ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού, να ζητήσει από έναν διαπλεκόμενο της εποχής, έναν ληστή της περιουσίας των ανθρώπων, τον Ζακχαίο, να πάει στο σπίτι του και να κάνει μαζί του παρέα. Αυτό ήταν αδιανόητο για όσους ακολουθούσαν εκείνη τη στιγμή τον Χριστό και δεν δέχτηκαν μία ανάλογη πρόσκληση από Εκείνον. Δεν πίστευαν ότι ένας διεφθαρμένος με τέτοια υψηλή θέση που αδικούσε τον λαό, θα μπορούσε να γίνει φίλος του Χριστού. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή, με παράπονο έλεγαν όλοι «στο σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου πηγαίνει να μείνει». Αυτό δεν θα μπορούσε να τους οδηγήσει να σχηματίσουν μία άλλη πλέον γνώμη για το πρόσωπο του Χριστού;

Ο Χριστός κάτι είδε στον άνθρωπο αυτό. Κάτι βλέπει σε όλους τους ανθρώπους. Και την στιγμή που χρειάζεται, επεμβαίνει για το προσωπικό κάλεσμα. Ναι, μα θα πει κάποιος ηθικιστής, κάλεσμα σε έναν τέτοιο άνθρωπο; Είναι δυνατόν ο Υιός του Θεού να συνδιαλέγεται με τσαλακωμένους και αμαρτωλούς; Δείξετε μου λοιπόν έναν αναμάρτητο. Δείξετε μου έναν ατσαλάκωτο. Ποιος τολμά να πιστεύει ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα για να κρίνει τους ανθρώπους και να τους κουνήσει το δάχτυλο; Ποιος θεωρεί ότι κατέχει εκείνη την ηθική καθαρότητα, που θα του επιτρέψει ακόμη και να απαιτήσει από τον Χριστό να δεχτεί εκείνον και όχι τον άλλον; Ποιος είπε ότι ο Χριστός ήρθε για να ντροπιάσει τον άνθρωπο μπροστά στους άλλους; Ποιος είπε ότι ο Χριστός τιμωρεί τον τελευταίο, που μπορεί κατά τους λόγους του Χριστού να γίνει πρώτος;

Τί είδε λοιπόν ο Χριστός στον Ζακχαίο; Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, κατατοπίζοντας μας σχετικώς, θα πει: «Εγώ δε νομίζω ότι τούτος ελκυόταν και αναχαιτιζόταν αρρήτως από την θεία δύναμη του Ιησού. Ελκυόταν δηλαδή, επειδή είχε τρόπο χρηστό και ψυχή κατάλληλη για την αρετή, γι’ αυτό κι επιθυμούσε κι επιχειρούσε να δει τον Ιησού. Αναχαιτιζόταν δε από τη θεία δύναμη, διότι αιχμαλωτίστηκε από τα αντίθετα στην πολιτεία του Χριστού, δηλαδή από την τελωνία και τον πλούτο». Να λοιπόν, που ο Χριστός είδε την ψυχή του τελώνη να ελκύεται από τον Ίδιο. Κι αν ο άνθρωπος είναι «ζῶον θεούμενον», όπως μας λέει ο Γρηγόριος Θεολόγος, τότε ακόμη κι αυτός ο τελευταίος για τους άλλος, αλλά όχι για τον Χριστό, αρχιτελώνης, έχει την δυνατότητα να κοινωνήσει με τον Θεό Λόγο, να δει με τη χάρη του Θεού ποιος είναι στα αλήθεια, μα περισσότερο να δει με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος τι μπορεί να γίνει. Κι αυτό, επειδή ο άνθρωπος δεν έχει σημασία μόνο τι είναι απλά και μόνο ως μία υπαρξιακή ολότητα, ως το συναμφότερον κατά Γρηγόριο Παλαμά, αλλά τι μπορεί να γίνει!

Ο Ζακχαίος τι γίνεται; Πετάει την ωραιοπάθεια του εαυτού του που του παρείχε στην κοινωνία ασφάλεια, δόξα και πλούτη, χρησιμοποιεί το πάθος του πλούτου και το κινεί προς το αγαθό (δηλαδή για να αποκαταστήσει πλέον τις αδικίες) και όχι προς το κακό (κερδοφορία εις βάρος του λαού) όπως έπραττε πριν κι έτσι πλέον γίνεται φίλος του Νυμφίου. Ο Ζακχαίος πλέον, αφού η καρδιά του αρχίσει να φλέγεται από το πρόσωπο του Χριστού, γνωρίζει πως η αγάπη του Θεού περνάει μέσα από τον παράδεισο και πως ο άλλος είναι ο παράδεισος μου και όχι η κόλαση όπως θα έλεγε ο Sartre. Έτσι, αποκαθιστά όλες τις αδικίες που είχε διαπράξει. Ήταν πλέον αδιανόητο να ποθεί τον Χριστό, η υπαρξιακή του υπόσταση να κινείται προς κοινωνία με τον Χριστό και να μην έχει τη θέληση να ικανοποιήσει το αίσθημα της δικαιοσύνης προς τον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό και είπε μπροστά στον Χριστό «το μισό της περιουσίας μου δίνω, Κύριε, στους πτωχούς και εάν με δόλιο τρόπο πήρα από κάποιον τίποτε, θα του το αποδώσω τέσσερις φορές περισσότερο» (Λουκ. 19, 8).

Δεν χρειάζεται η ψυχολογία του βάθους για να καταλάβει κάποιος τις τραγικές μορφές όσων διαμαρτυρήθηκαν για την ενέργεια του Χριστού να καλέσει τον Ζακχαίο σε συνάντηση. Είναι πολύ απλό. Και συναντάται και σήμερα. Και δυστυχώς, ως επί το πλείστον, συναντάται μέσα στην εκκλησία. Δεν αντέχει η υπαρξιακή μοναξιά και η υποκριτική συμπεριφορά κάποιου την αγάπη και την δωρεά του Χριστού.

Ο ευσεβισμός και ο ηθικισμός, όπου και όταν υπάρχουν και αναπτύσσονται στον εκκλησιαστικό χώρο, αρνούνται να σωθεί ο αμαρτωλός, ο τσαλακωμένος, ο αδιάφορος, εκείνος που δεν είμαστε «εμείς». Και το «εμείς» αυτό πρόκειται για την ψευδή ταυτότητα του εαυτού, την αλλοιωμένη παρουσία του προσώπου ως εικόνα Θεού, εν τέλει την διεφθαρμένη επιτακτικότητα ενός εαυτού να απαιτεί τον Θεό για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους. Θεωρούμαστε σεσωσμένοι, ηθικοί, άνθρωποι της εκκλησίας, αλλά μόλις διαπιστώσουμε την τρίπλα του Θεού, ας μου επιτραπεί η έκφραση, και τη κίνηση Του προς κάποιον, τον οποίο θεωρούμε ως «τελευταίο», τότε αφηνιάζουμε. Πιστεύουμε, για να μην πω απαιτούμε, ότι ο Θεός μας αγαπά (και είναι αλήθεια ότι μας αγαπάει), αλλά απαγορεύουμε στον Θεό να έχει σχέση με κάποιον που δεν είμαστε «εμείς», με κάποιον που θεωρούμε ότι δεν έχει κάνει τις ίδιες θυσίες με τις δικές μας ώστε να μπορέσει να είναι και να γίνει αρεστός στον Θεό.

Θέλω να τελειώσω με τους λόγους ενός κληρικού που θαυμάζω και αγαπώ πολύ. «Ο Θεός αγαπά αληθινά τον άνθρωπο, που σημαίνει δεν τον κρίνει… Η αγάπη μου, λέει, αυτή και μόνη θα κρίνει στο τέλος τον κόσμο, αλλά τώρα δεν κρίνω κανέναν. Αυτό αν μπορούσαμε να το πούμε στον κόσμο, να ξέρατε ότι θα χαρίζαμε πολλή ανακούφιση. Αλλά δεν τα λέμε αυτά, λέμε άλλα πολλές φορές. Υφιστάμεθα, από ασύγγνωστη άγνοια, μια ισχυρότατη επίδραση, στο σημείο αυτό, του δυτικού νομικισμού και πιετισμού και ηθικισμού, και καταδικάζουμε τους άλλους που θέλουν τον Χριστό: είσαι έτσι, είσαι αλλιώς… Ναι, είμαι έτσι και αλλιώς, αλλά θέλω τον Θεό μου» (π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Η Ιστορία της Αγάπης του Θεού).

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος;

Posted on 18 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Ομολογώ πως μερικές φορές προβληματίζομαι πάρα πολύ με τα δογματικά θέματα της ορθόδοξης πίστης μας. Δεν είναι μόνο η δυσκολία των θεμάτων αυτών, τα οποία απαιτούν πολύ μεγάλη προσοχή και φυσικά ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό στους λόγους των Πατέρων, αλλά και κάτι που αφορά την εποχή μας, τον σύγχρονο άνθρωπο.

Έχω την αίσθηση, ως νέος άνθρωπος, πως οι περισσότεροι συνομήλικοι μου αλλά και αρκετοί που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με τον Χριστό και την εκκλησία, δεν ενδιαφέρονται για τα δογματικά θέματα. Τι ενδιαφέρουν κάποιον νέο οι δογματικές διατυπώσεις και δυσνόητες φράσεις που αναφέρονται στο πρόσωπο του Χριστού και της Θεοτόκου; Όλες αυτές οι «μπερδεμένες» λέξεις που προσδιορίζουν τη σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος; Δεν φταίει ούτε ο νέος, ούτε κάποιος άλλος που δεν ασχολείται με τα θέματα αυτά.

Και φτάνω στο σημείο των σημερινών σκέψεων, οι οποίες φιλοξενούν έναν άγιο που εορτάζει στις 18 Ιανουαρίου και διαδραμάτισε με τον λόγο του καθοριστικό ρόλο ως προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Το πρόσωπο αυτό είναι ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (375 – 444 μ.Χ.). Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος; Κάποιος που δεν πιστεύει στον Τριαδικό Θεό, θα ήταν αδιάφορος προς το ερώτημα αυτό. Κάποιος άλλος που πιστεύει στον Τριαδικό Θεό και στην Παναγία, θα ήθελε το χρόνο του να σκεφτεί τι το ξεχωριστό μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο ερώτημα. Κι αν σκεφτόταν, θα ρωτούσε ενδεχομένως, εάν είναι τόσο σημαντικό να αποκαλείται η Παναγία με τον έναν ή με τον άλλον όρο. Ίσως βέβαια, αν το έψαχνε και λίγο περισσότερο, να ρωτούσε εάν η πίστη του επηρεάζεται από τον έναν όρο ή τον άλλον.

Επαναφέρω το ερώτημα: Η Παναγία είναι Θεοτόκος ή ανθρωποτόκος; Ο Νεστόριος, ένας μέγας αιρετικός ευσεβιστής και ηθικιστής, με θρασύτητα κήρυττε κανείς να μην ονομάζει την Μαρία Θεοτόκο, γιατί η Μαρία ήταν άνθρωπος και από τον άνθρωπο είναι αδύνατον να γεννηθεί ο Θεός. Αυτό βέβαια μας θυμίζει μία πλατωνική αλλά και νεοπλατωνική αντίληψη, καθώς για το πλατωνικό συμπόσιο «θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται», δηλαδή ο Θεός δεν μπορεί να ενωθεί με τον άνθρωπο. Αυτές υπήρξαν εξάλλου οι καταβολές του Νεστορίου, αμιγώς φιλοσοφικές (όπως και του Αρείου και των άλλων αιρετικών).

Άρα, αφού για τον Νεστόριο, κανένας δεν μπορεί να γεννήσει τον Θεό, τότε η Μαρία δεν είναι Θεοτόκος και φυσικά αυτό αναιρεί τη θεομητρότητα της, ένα πραγματικά ασύλληπτο μυστήριο, το οποίο όμως, κι εδώ προσέξτε το θαυμάσιο, ως μυστήριο δεν επαφίεται στις δυνάμεις του κτιστού ανθρώπου αλλά καταπώς σημειώνει ο άγιος Πρόκλος Κων/πόλεως «μία άνθρωπος δεν μπορεί να γεννήσει τον Θεό, αλλά ένας Θεός μπορεί να γεννηθεί υπό γυναικός». Δηλαδή, η πρωτοβουλία ανήκει όχι στον άνθρωπο, αλλά στον Θεό. Κι όμως, για τον Νεστόριο «τα ομοούσια τίκτουν ομοούσια». Πώς λοιπόν το κτιστό θα γεννήσει το άκτιστο; Αυτό βέβαια, οδήγησε τον Νεστόριο να καλεί την Μαρία «ανθρωποτόκο», «Κυριοτόκο», «Χριστοτόκο», αλλά όχι Θεοτόκο.

Κι εδώ έρχεται ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας με καταλυτική παρουσία στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431 μ. Χ.) και θα μας πει πως «η αγία Παρθένος λέγεται και είναι μαζί χριστοτόκος και Θεοτόκος». Δεν θεολογεί όμως αφ’ εαυτού το Κύριλλος, αλλά ξεκαθαρίζει πως «αυτά τα διδαχθήκαμε από τους αγίους Πατέρες», δηλαδή εκείνες τις μορφές των αγίων που διαφύλαξαν με τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, την αλήθεια για τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, αλλά και την αλήθεια περί των σχέσεων των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Παναγία για τον Κύριλλο δεν είναι απλά ένας άνθρωπος. Δεν είναι η «ανθρωποτόκος» του Νεστορίου αλλά η Θεοτόκος που γέννησε τον Θεό. Γράφει πολύ ωραία ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος στο βιβλίο του «Οι Θεομητορικές εορτές»: «Μέσα στη γαστέρα της Θεοτόκου για εννέα μήνες… ο Χριστός ως τέλειος Θεός δεν είχε χωρισθεί από τον Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα, δεν έχασε ποτέ την θεότητά Του… Επειδή συγχρόνως ήταν και τέλειος άνθρωπος, γι’ αυτό και διατηρούσε σχέση και κοινωνία με την Μητέρα Του, λαμβάνοντας τροφή από αυτήν και προσφέροντας σε αυτήν την Χάρη Του».

Αξίζει μία επισήμανση που συνδέει τα δύο πρόσωπα, του Χριστού και της Παναγίας. Αν η Παναγία δεν γέννησε τον Θεό, αλλά έναν άνθρωπο, όπως έλεγε ο Νεστόριος, τότε ο άνθρωπος πως είναι δυνατόν να σωθεί; Διερωτάται ο Κύριλλος: «Εάν ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι Θεός, τότε πως δεν είναι Θεοτόκος η αγία Παρθένος που γέννησε;» Με τις βλασφημίες του Νεστορίου, όπως και των σύγχρονων αιρετικών (Ιεχωβάδων κ.λ.π.) περί του προσώπου της Θεοτόκου, πλήττεται άμεσα και το πρόσωπο του Χριστού. Αν γεννήθηκε ένας άνθρωπος από την Παναγία και όχι ο Θεός, τότε είναι αδύνατη κάθε σωτηρία στον άνθρωπο. Αυτό πλήττει βαθιά και αλλοιώνει την χριστιανική ανθρωπολογία και σωτηρία, αφήνοντας βαθύτατες οντολογικές συνέπειες στο θέμα της ανθρώπινης ύπαρξης και σωτηρίας.

Ας πάρουμε τον Χριστό στα σοβαρά. Αν η Παναγία δεν γέννησε τον Θεό αλλά έναν άνθρωπο, τότε ο Χριστός δεν είναι Θεός. Αν ο Χριστός όμως δεν έχει τη θεότητα (όπως υποστήριζε ο Άρειος) είναι απλά ένα κτίσμα. Και σε μία τέτοια περίπτωση η σωτηρία του ανθρώπου, είναι μία ουτοπία. Το μυστήριο του Θεού δεν ερμηνεύεται, δεν εκλογικεύεται και δεν εμπίπτει σε φιλοσοφικούς στοχασμούς. Αν λοιπόν, κι επανέρχομαι στις αρχικές σκέψεις, ο Θεός δεν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, τότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελπίζει στη σωτηρία του, και οφείλει να δεχτεί την αιώνια του καταδίκη στην ανυπαρξία. Όμως ο Θεός κάνει την υπέρβαση. Είναι Θεός των εκπλήξεων!

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ένας ξεχασμένος και παρεξηγημένος Άγιος

Posted on 11 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει ένας Πατέρας της εκκλησίας, ένας εραστής του Χριστού, ο οποίος δείχνει στις μέρες μας να είναι «ξεχασμένος» αλλά και «παρεξηγημένος». Πρόκειται για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον οποίο η εκκλησία μας τιμά στις 10 Ιανουαρίου. Δυστυχώς, έχω την αίσθηση, που δεν θα ήθελα να έχω ούτε την υποψία της αίσθησης αυτής, ότι ένα μέρος του ιερού κλήρου, έχει άγνοια περί του προσώπου που, του έργου του, κι αυτό φαίνεται και σε λειτουργικό επίπεδο.

Τον αγαπώ τον Νύσσης, τον έχω μέσα στην καρδιά μου∙ τόσο για την προσωπικότητα του, όσο και για τους λόγους του. Ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης (335 – 395 μ.Χ.), γιος της αγίας Εμμέλειας, αδελφός του Μ. Βασιλείου και της αγίας Μακρίνας είναι ένας από τους τρεις Καππαδόκες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης), οι οποίοι με τη θεολογική τους σκέψη άφησαν τη σφραγίδα τους στα θεολογικά γράμματα. Υπήρξε έγγαμος αλλά έχασε νωρίς τη σύζυγο του. Αν και ακολούθησε τον έγγαμο βίο (έως τον 6ο αι. μ. Χ. επιτρεπόταν στους έγγαμους κληρικούς να εκλεγούν Επίσκοποι) αγαπούσε την μοναχική ζωή. Ο Νύσσης ήταν περισσότερο ένας φιλόσοφος παρά ένας θεολόγος ή καλύτερα ένας φιλοσοφημένος θεολόγος που χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία στη διακονία της ευαγγελικής αλήθειας. Εξάλλου αυτό δείχνουν οι επιρροές του από την πλατωνική, αριστοτελική, στωική και νεοπλατωνική φιλοσοφία.

Ο Νύσσης έχει γράψει αξιόλογα έργα (δογματικά, λόγοι, επιστολές, ερμηνευτικά, ασκητικά, πολεμικά) κάποια από τα οποία κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην πατερική γραμματεία και την οποία κοσμούν λαμπρώς. Μερικά από τα σημαντικότερα του έργα είναι: Λόγος Κατηχητικός Μέγας, Περί του μη είναι τρεις Θεούς, Περί Ψυχής και Αναστάσεως, Περί Κατασκευής του ανθρώπου, Εις τον βίον του Μωυσέως, Εις το Άσμα Ασμάτων, Περί Παρθενίας, Εις τους αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας κ.τ.λ. Στα έργα του, συνδυάζοντας τη φιλοσοφία με τη θεολογία, καταφέρνει με αριστοτεχνικό τρόπο να ντύσει τη μοναδική αλήθεια του ευαγγελίου με φιλοσοφικούς όρους, σχήματα και θεωρήσεις. Αυτό εξάλλου, κάνει τον ίδιο να διατείνεται ότι «την αρετή της ευσέβειας αποτελεί συγχρόνως η ορθή γνώση της αλήθειας   η καθαρότητα του ήθους».

Δεν γράφει για να εντυπωσιάσει αλλά για να μυήσει τον άνθρωπο στην οντολογία του ορθόδοξου ήθους και στην αλήθεια του Χριστού που σώζει τον άνθρωπο. Δεν μιλάει για έναν τιμωρό Θεό που τιμωρεί το ανθρώπινο γένος για την αμαρτία (όπως κάτι τέτοιο εντοπίζεται στους προτεστάντες, στους ρωμαιοκαθολικούς και στα κείμενα των οργανώσεων), αλλά για έναν Θεό φιλεύσπλαχνο. Στη σκέψη του Νύσσης δεν συνυπάρχουν η κόλαση και η άπειρη αγάπη και το έλεος του Θεού, αφού κατά τον ίδιο «ἀγάπη πάλιν ὁ Θεός, καί ἀγάπης πηγή». Γράφει, σχετικά, ο Δρ. Φιλοσοφίας και Θεολογίας Ιωάννης Πλεξίδας στο βιβλίο του «Η ανθρωπολογία του κακού»: «Ο Γρηγόριος Νύσσης θα κινηθεί στη λογική της άρνησης της πραγματικότητας και της αναγκαιότητας της κόλασης. Κυρίως, δε, αρνείται να δει την κόλαση με νομικό πνεύμα, ως τιμωρία, δηλαδή, η οποία τρομοκρατεί τον άνθρωπο με σκοπό να τον οδηγήσει, μέσα από το μονοπάτι του φόβου, στον Θεό». Είναι αισιόδοξος ο Νύσσης για το ανθρώπινο γένος και αναδεικνύει στα έργα του την φιλανθρωπία του Θεού. Δεν απογοητεύει τον άνθρωπο, αλλά του δείχνει τη Βασιλεία του Θεού.

Ο Γρηγόριος Νύσσης έχει ένα λόγο ιδιαίτερο, συχνά δύσκολο, πολύ φιλοσοφημένο, αφού ο ίδιος φιλοσοφεί θεολογώντας. Ο λόγος του διακρίνεται για το φιλοσοφικό του βάθος και την ωραιότητα των μυσταγωγικών του λόγων. Καταπιάνεται με όλα τα θέματα, γνωρίζει άριστα τη σκέψη των φιλοσοφικών Σχολών και σε όλα του τα έργα δείχνει επηρεασμένος από αυτήν. Θέλω να σταθώ σε μερικά σημεία. Το γεγονός ότι μίλησε για την αποκατάσταση των πάντων, αυτό οδήγησε στον παραγκωνισμό του, καθώς εκείνος που είχε κάνει λόγο για τη θεωρία αυτή ήταν ο Ωριγένης (τον οποίο η εκκλησία καταδίκασε με πρωτοβουλία του Ιουστινιανού).

Έτσι, υπήρχε διάχυτη η άποψη πως ο Νύσσης επηρεάστηκε από τον Ωριγένη. Μόνο όμως που ο Νύσσης δεν ταυτίζεται με τον Ωριγένη στο θέμα αυτό. Αυτό λοιπόν, στοίχισε στον Νύσσης, ο οποίος από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Κι ενώ η διεθνής θεολογική πραγματικότητα τον αναγνωρίζει ως έναν εκ των Τριών Ιεραρχών, η Ελληνική Εκκλησία προσέθεσε στη θέση του τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όπως αναφέρει ο Στεφανίδης Βασίλειος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία. Εν κατεκλείδι, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος, αναφέρει για τη σχέση του με τον Ωριγένη, πως «σφάλλουν όσοι ισχυρίζονται ότι ο άγιος Γρηγόριος δέχεται τέτοιες θεωρίες, που η ίδια η Εκκλησία καταδίκασε». Από την άλλη, έρχεται η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787 μ.Χ.) τίμησε τον Νύσσης, αποδίδοντας του τον τίτλο «Πατέρα Πατέρων», έναν πράγματι μεγάλο τίτλο που επιβεβαιώνει το θεολογικό ύψος του ιδίου.

Όλα τα παραπάνω δεν αρκούν για να γνωρίσει κάποιος τον Νύσση. Είναι ελάχιστα και αδυνατούν να ψηλαφήσουν την αγιοσύνη του. Δεν χωράει ο Νύσσης σε δύο σελίδες. Όμως τολμώ να πω, πως οι λόγοι των έργων του, και ιδίως των πιο σπουδαίων, έχουν την δυνατότητα να ελκύσουν τις αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντα ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με την εκκλησία, αρνούνται τον Χριστό, δεν πιστεύουν. Γρηγόριος Νύσσης. Ένας καλλιτέχνης που βουτάει το πινέλο της φιλοσοφίας σε ουράνια χρώματα που ανεξίτηλα χαράσσουν θεολογικά χρώματα στον καμβά της ζωής του ανθρώπου, κάνοντας την ελκυστική, ερωτική, ενδιαφέρουσα. Ας κλείσει ο ίδιος…

«Εἰ ἁπλοῦς ὁ Θεός τῇ φύσει, καί ἄϋλος, ἀποιός τε καί ἀμεγέθης, καί ἀσύνθετος, καί τῆς κατά τό σχῆμα περιγραφῆς ἀλλοτρίως ἔχων πᾶσα δέ ὕλη ἐν διαστηματικῇ παρατάσει καταλαμβάνεται, καί τάς διά τῶν αἰσθητηρίων καταλήψεις οὐ δια πέφευγεν, ἐν χρώματι, καί σχήματι, καί ὄγκῳ, καί πηλικότητι, καί ἀντιτυπίᾳ, καί τοῖς λοιποῖς τοῖς περί αὐτήν θεωρουμένοις γινωσκομένη, ὧν οὐδέν ἐν τῇ θεία 212 φύσει δυνατόν ἐστι κατανοῆσαι· τίς μηχανή ἐκ τοῦ ἀῦλον τὴν ὕλην ἀποτεχθῆναι; ἐκ τοῦ ἀδιαστάτου τήν διαστηματικήν φύσιν;… Ἀλλά μήν καί ἐκ τοῦ Θεοῦ τά πάντα, τῆς Γραφῆς λεγούσης ἀκούοντες, πεπιστεύκαμεν· καί τό ὅπως ἦν ἐν τῷ Θεῷ, τό ὑπέρ τήν ἡμέτερον λόγον, οὐκ ἀξιοῦμεν περιεργάζεσθαι, πάντα τῇ θείᾳ δυνάμει χωρητά πεπιστευκότες· καί τό μὴ ὂν ὑποστήσασθαι, καί τῷ ὄντι πρός τό δοκοῦν ἐπιβαλεῖν τάς ποιότητας. Οὐκοῦν ἀκολούθως, ὡς ἀρκεῖν ἡγούμεθα τοῖς οὖσι πρός τήν ἐκ τοῦ μή ὄντος ὑπόστασιν, τήν τοῦ θείου θελήματος δύναμιν· οὕτω καί τήν ἀναστοιχείωσιν τῶν συνεστώτων εἰς τήν αὐτήν ἀνάγοντες δύναμιν, εἰς οὐδέν ἔξω τοῦ εἰκότος τήν πίστιν παραληψόμεθα. Καίτοι γε δυνατόν ἴσως ἦν, εὑρεσιλογίᾳ τινί τούς περί τῆς ὕλης ἐρεσχελοῦντας πεῖσαι, μή δοκεῖν ἐρήμην κατατρέχειν τοῦ λόγου» (Γρηγόριος Νύσσης, Περί κατασκευής ανθρώπου, κεφ. ΚΓ’).

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Αναζητώντας το φως στο σκοτάδι

Posted on 08 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Αμφιβάλλω εάν κάποιος άνθρωπος θα αναζητούσε κάποια στιγμή στη ζωή του το σκοτάδι. Όμως αυτό συμβαίνει. Και συμβαίνει από ανθρώπους που επιζητούν το σκοτάδι, άρα και απεχθάνονται το φως, αλλά και από ανθρώπους που μέσα από την αναζήτηση του φωτός, εν τέλει καταλήγουν στο σκοτάδι. Οφείλουμε να παραδεχτούμε κάτι που ήδη απασχόλησε την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη. Και αυτό είναι ότι το σκοτάδι δεν έχει οντολογία αλλά είναι ανυπόστατο.

Ανοίγω μία παρένθεση στο σημείο αυτό, προκειμένου να αναφερθώ στο κακό και να το συνδέσω με το σκοτάδι. Ήδη ο Πλάτωνας στον Τιμαίο, αλλά και ο Πλωτίνος στην 1η Εννεάδα, θα μας πουν πως το κακό είναι στέρηση. Αυτή η σκέψη επηρέασε τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, ο οποίος στο περίφημο και βαθυστόχαστο έργο του «Κατά Μανιχαίων Διάλογος», ένα λαμπρό φιλοσοφικό έργο που έχει στοιχεία από την ελληνική γνωσιολογική θεώρηση, συζητάει με έναν μανιχαίο για το κακό, την ύλη, τον Θεό κ.τ.λ. Εκεί λοιπόν, ο Δαμασκηνός επιχειρεί να ανατρέψει τις θέσεις του Μανιχαίου, αντλώντας τα επιχειρήματα του από τη φιλοσοφική σκέψη, χαρακτηρίζοντας το σκοτάδι ως «στέρηση του όντος και μη ον». Αυτό θα μας πούνε και οι μυστικοί Διονύσιος Αρεοπαγίτης και Μάξιμος Ομολογητής, ότι δηλαδή το κακό δεν έχει υπόσταση αλλά είναι «παρυπόσταση».

Έχοντας λοιπόν υπόψη μας τα παραπάνω, και παραδεχόμενοι μία αρχή και όχι δύο αρχές (όπως υποστήριζαν οι μανιχαίοι), μπορούμε να σκεφτούμε αλλά και να πούμε πως υπάρχει το καλό και υπάρχει το φως. Το κακό δεν υπάρχει, δεν έχει το «είναι» του στο είναι, όπως και το σκοτάδι δεν υπάρχει και δεν έχει κι αυτό το «είναι» του στο είναι. Αποτελούν και τα δύο «παρυποστάσεις», αφού δεν έχουν δική τους υπόσταση αλλά αποκτούν το «είναι» τους μέσα από την αλλοίωση της αγαθής φύσης, δηλαδή του καλού και του φωτός αντίστοιχα. Υπάρχοντας με τον τρόπο αυτό ως μη υπάρχοντα, αφού υπάρχουν στην ανυπαρξία τους, δεν αποτελούν δημιουργήματα του Θεού.

Ο Θεός δημιούργησε το καλό και το φως, όχι το κακό και το σκοτάδι. Το κακό υπάρχει, δηλαδή λειτουργεί ως «παρυπόσταση» επειδή απουσιάζει το καλό. Με την ίδια λογική, το σκοτάδι υπάρχει επειδή απουσιάζει το φως. Να λοιπόν, που τόσο το κακό όσο και κάθε διαβρωτική του έννοια (πόνος, θάνατος, σκοτάδι κ.ο.κ.) αποτελούν όρους δηλωτικούς μιας έλλειψης. Ως εκ τούτου, επανερχόμενος στο θέμα μας, το σκοτάδι έχει το «είναι» του στο μη είναι. Δεν υπάρχει ως αρχή οντολογικής υπόστασης και υπαρξιακής αυτονομίας, ούτε ως ετερότητα που συγκρίνει την ύπαρξης της με μία άλλη αρχή και έννοια.

Επιστροφή στο φως λοιπόν. Δεν αποτελεί ένα βιαστικό σύνθημα, ούτε μία επιπόλαια συναισθηματική έξαρση, αλλά ανάγκη για να υπάρξει το ανθρώπινο «είναι» στην πηγή του, στο φως. Το λέει ξεκάθαρα ο Χριστός: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ιω. 8, 12). Δεν έχουμε να κάνουμε, όπως φαίνεται, με μία ιδεαλιστική θεώρηση του φωτός, αλλά και με μία απρόσιτη και άγνωστη πραγματικότητα. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και όποιος Τον ακολουθήσει δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως μία τέτοια πορεία προϋποθέτει την άρση οποιασδήποτε φθοροποιού δύναμης που απειλεί τον άνθρωπο (πόνος, δυστυχία, δοκιμασίες, δυσκολίες), αλλά ταυτόχρονα δεν σημαίνει απώλεια της αισθητικής ωραιότητας που μπορεί αν ξεπηδήσει από το όφελος αυτών των δυσκολιών.

Ποιος δεν αναζητά το φως; Το φως έψαχναν όλες οι τραγικές και τσαλακωμένες μορφές των ευαγγελίων. Το φως έψαχνε να βρει η πόρνη, στο χρώμα του φωτός ήθελε να λουστεί ο τελώνης, αυτό το φως αναζητούσε ο τυφλός, το ίδιο φως που ήθελε να βρει και η Σαμαρείτιδα. Γνώρισα τον Χριστό. Το πρόσωπο του Χριστού έγινε γλυκασμός στην ψυχή τους και όσα βάρη την έλκυαν προς τα κάτω, άρχισαν να χάνονται, καθώς η γλυκύτατη μορφή του Νυμφίου αποτέλεσε για εκείνους όχι απλά μία πηγή έμπνευσης, αλλά την όντως ζωή, το αληθινό φως.

Ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» αναφέρει το μύθο του σπηλαίου. Κι έχω ισχυρή την αίσθηση, πως αυτός ο μύθος βρίσκει την ανταπόκριση του και στις μέρες αυτές που διανύουμε. Είμαστε αλυσοδεμένοι, βλέπουμε τις σκιές των πραγμάτων, όχι όμως το φως. Έχουμε σχηματίσει απατηλές εικόνες και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αληθινή Εκκλησία. Την απελευθέρωση από τη θέση αυτή στην οποία βρισκόμαστε, όπου βλέπουμε τις σκιές και όχι το φως, την καταφέρνει ο Χριστός. Γνωρίζει φυσικά τις ανάγκες των ανθρώπων. Γνωρίζει ότι κάποιοι αναζητούν το φως και βαδίζουν σε δρόμους που οδηγούν προς το φως. Γνωρίζει επίσης πως κάποιοι στην προσπάθεια της αναζήτησης αυτής, πέφτουν στο σκοτάδι. Όπως γνωρίζει πως κάποιοι άλλοι ξεγελιούνται και αντί για φως βλέπουν μία, αν μπορώ να το πω έτσι, «κακοτεχνία» του φωτός, μία ειδωλοποιημένη εικόνα.

Κι ο άνθρωπος; Γνωρίζει ποιος είναι; Γνωρίζει γιατί αναζητά το φως; Ας ξεκινήσουμε αρχικά από εδώ. Από τη γνωριμία με τον άνθρωπο, και επιμένω με τον άνθρωπο της ορθόδοξης ανθρωπολογίας και όχι της δυτικής. Αν ο άνθρωπος αναζητά το φως στη ζωή του και την απελευθέρωση από κάθε είδους σκότους που παραλύει τα πνευματικά του αισθητήρια, τότε δημιουργούνται ερωτήματα. Αυτό το φως αφορά την ψυχή του, το σώμα του, κάτι επιπλέον, ένα μέρος της ύπαρξης του; Για τον Καρτέσιο η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Ο ιερός Αυγουστίνος θα μας πει πως ο άνθρωπος είναι σκεπτόμενη βούληση. Ο Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί για τον άνθρωπο την λέξη «συναμφότερον». Κι ο Μάξιμος Ομολογητής, θα έλεγα πως υποψιάζεται την αλήθεια των πραγμάτων, καθώς δεν μένει μόνο στο σώμα και στην ψυχή, αλλά θα μιλήσει για το «όλον αυτού», το σώμα, την ψυχή και την ελευθερία του ανθρώπου. Να λοιπόν που αρχίζει και ξεκαθαρίζει το τοπίο, καθώς ο φωτισμός του ανθρώπου είναι φωτισμός της ψυχής, του νου, της ελευθερίας κ.τ.λ.

Ότι και να πούμε βέβαια, κάποια πράγματα παραμένουν επίπονα. Ο φωτισμός δεν είναι εύκολη συνταγή, αλλά και δεν αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους. Δεν υπάρχει θα λέγαμε κάποιο ιερό κατάλοιπο που θα δεχτεί τον φωτισμό. Ο φωτισμός αφορά τον κάθε άνθρωπο. Εξαρτάται βέβαια από το αν θέλει ο άνθρωπος να φωτίσει όλα εκείνα που συνθέτουν την υπαρξιακή του ολότητα. Ποιος είπε όμως πως η αναζήτηση αυτή είναι ανεύθυνη κι ανώδυνη; Φυσικά, αυτό δεν αναιρεί την ευκαιρία που δίνεται στον άνθρωπο να αναζητήσει και να ακολουθήσει το φως. Κι ο Θεός, έχει τους τρόπους Του και την ευκαιρία να κάνει την έκπληξη!

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Μια θαυμάσια ευχή του Μ. Βασιλείου

Posted on 02 Ιανουαρίου 2018 by larisanews

Αν σας έλεγε κάποιος πως ο Θεός τιμωρεί τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του, πως θα νιώθατε; Αν σας έλεγε κάποιος άλλος πως με τις αμαρτίες σας πληγώνετε τον Θεό και γι’ αυτό ήρθε ο Χριστός για να πληρώσει για τα δικά σας λάθη και πάθη, τι θα σκεφτόσαστε; Αν σας έλεγε ένας τρίτος πως οι αμαρτίες σας πρέπει να πληρωθούν και την ίδια στιγμή σας δημιουργούσε ενοχές, πως θα αισθανόσαστε; Κι αν σας έλεγε κάποιος τελευταίος πως ο Θεός δεν είναι τιμωρός και παρέχει σε όλους το άπειρο Του έλεος, τι θα αναθεωρούσατε;

Υπάρχει μία θαυμάσια ευχή που εκπέμπει μία απίστευτη μυσταγωγική ομορφιά. Πρόκειται για την ευχή της Αναφοράς από τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου η οποία διαβάζεται λίγο πριν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, και μεταξύ των άλλων, συναντάμε και τις εξής φράσεις: «Οὐκ ἔστι μέτρον τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῆς ἁγιωσύνης σου», «οἰκονομῶν αὐτῷ τήν ἐκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν», «διά σπλάγχνα ἐλέους σου», «ἐκένωσεν ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, σύμμορφος γενόμενος τῷ σώματι τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, ἵνα ἡμᾶς συμμόρφους ποιήσῃ τῆς εἰκόνος τῆς δόξης αὐτοῦ».

Σ’ ολόκληρη την ευχή γίνεται αναφορά στη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, στην πτώση του πρώτου, στη θεία ενανθρώπιση, στη Σταύρωση και Ανάσταση του Χριστού. Εκείνο βέβαια που αξίζει να σημειωθεί, είναι πως ο Θεός διά του απείρου ελέους Του οικονόμησε ώστε ο άνθρωπος να «μπει ξανά στο παιχνίδι» και να αποκτήσει και πάλι την ευκαιρία ώστε να γίνει χαρισματικά θεός. Ο Μ. Βασίλειος τονίζει εμφατικά σε όλη την ευχή, λέξεις δηλωτικές της αγάπης του Θεού (έλεος, οικονομία, σωτηρία, ταπείνωση, σύμμορφος κ.τ.λ.). Όχι όμως μιας κάποιας αγάπης, συναισθηματικής ή ιδεολογικής, που εκλαμβάνεται ως ηθική ιδιότητα του Θεού, αλλά της αγάπης που είναι ο Θεός (Α. Ιω. 4,16).

Όλα δίνονται ως δωρεά από τον Θεό. Αυτό όμως, η δυτική θεολογική σκέψη δεν μπορούσε να το κατανοήσει. Πόσο δε μάλλον να το βιώσει. Ο ιερός Αυγουστίνος πρώτος χρησιμοποιεί τον όρο «δικαίωση» με δικαιικό πνεύμα και εννοεί το προπατορικό αμάρτημα ως παράβαση. Αυτό δεν υπάρχει στην Ανατολή. Αν άκουγε ο Άνσελμος πως ο Θεός δεν τιμωρεί τον άνθρωπο και ως φιλάνθρωπος τον ελεεί, θα μας έλεγε, τι είναι αυτά που λέτε; Είστε με τα καλά σας; Ο άνθρωπος πρέπει να πληρώσει για την αμαρτία, για την κατάπτωση του. Πρέπει να του επιβληθεί ποινή. Αυτή θα ήταν η αντίδραση του. Κι ο Λούθηρος ως συνεχιστής της ανσέλμειας θεολογικής σκέψης περί «ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης», σε σκληρή γλώσσα θα κήρυττε πως «κάποιος πρέπει να τσακιστεί από την οργή του Θεού». Αυτό βέβαια, αναλαμβάνει να το κάνει ο Υιός του Θεού.

Ο κόσμος σήμερα φοβάται. Όσοι έχουν μία καλή σχέση με τα πράγματα της εκκλησίας, είτε θα γνωρίζουν την αλήθεια των πραγμάτων και την ομορφιά που απορρέει από το πνεύμα του νόμου, είτε θα εμμένουν στο γράμμα του νόμου και θα σκορπούν παντού ενοχές, δείχνοντας όμως στην ουσία, κι εδώ συντελείται το έγκλημα, έναν Θεό ανέραστο, έναν Θεό έρμαιο των ανθρωπίνων απωθημένων, εν τέλει έναν Θεό που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα ανθρώπου. Κι αυτό είναι πράγματι φοβερό. Κι έρχεται ο Νίτσε στο σημείο αυτό και μιλάει, πολύ σωστά για τη θεοκτονία που συντελείται, όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό ως ιδέα και όχι ως πρόσωπο, ως αγάπη!

Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να ρωτήσουν ακόμη κι έναν κληρικό μία ερώτηση, που πιστεύουν πως η απάντηση της θα τους επιβάλλει μία ποινή και πως για να εξιλεωθούν, θα πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτό. Ο Θεός δεν είναι δικαστής. Δεν ήρθε για να κρίνει αλλά για να σώσει τον κόσμο. Ήρθε για να κάνει την έκπληξη. Ακόμη και να ανατρέψει ευχάριστα τα δεδομένα, αν λάβουμε υπόψη μας τον μεταφυσικό οπτιμισμό του Γρηγορίου Νύσσης. Όχι όμως για να δημιουργήσει τύψεις και ενοχές στους ανθρώπους. Ο Χριστός δεν καταδικάζει κανέναν, δεν διώχνει κανέναν, δεν αποστρέφει το βλέμμα Του από κανέναν. Δεν δημιουργεί στον άνθρωπο ενοχικά σύνδρομα.

Οι Πατέρες της εκκλησίας σε κανένα τους κείμενο δεν λένε, θα πληρώσεις και θα πας στην κόλαση ή η αμαρτία σου αυτή επισύρει την τάδε ποινή κ.ο.κ. Το πνεύμα του ευαγγελίου και των Πατέρων, διακρίνεται για την αρχοντική του αγάπη, το άπειρο έλεος του Θεού και την ευγενική διάκριση. Δεν υπάρχουν για τον Θεό καταδικασμένοι και σεσωσμένοι. Για τον Θεό, σύμφωνα πάντα με τον ευαγγελικό και πατερικό λόγο, υπάρχει μετανοημένοι. Αν καθίσουμε και εξηγήσουμε τη σχέση Θεού – ανθρώπου όπως ο Άνσελμος, ο Λούθηρος, ο Ακινάτης, αλλοιώνουμε το πρόσωπο του Θεού. Όλοι οι ψαλμοί του Δαβίδ, τα κείμενα του Μαξίμου Ομολογητού που μιλάει για την αγάπη στα «Κεφάλαια περί Αγάπης», του Μ. Αθανασίου που μιλάει για το έλεος και την αγάπη του Θεού στο «Περί ενανθρωπήσεως» κ.τ.λ. εμπνέονται από την φιλανθρωπία του Θεού. Στην ευχή της Αναφοράς του Μ. Βασιλείου, ο Θεός συναντιέται με τον άνθρωπο που αρνήθηκε τον Θεό. Μία συνάντηση απροϋπόθετη και πολλές φορές ανερμήνευτη.

Η Δύση, δυστυχώς, ερμήνευσε την ενανθρώπιση Του, τα πάθη Του, με αμιγώς φιλοσοφικό τρόπο. Στο δυτικό πνεύμα εισήλθε η νομική αντίληψη περί Θεού, ο Θεός της αγάπης αντικαταστάθηκε από έναν Θεό τιμωρό που επιβάλλει ποινές. Δεν υπάρχει πνεύμα συγκατάβασης, φιλανθρωπίας και οικονομίας στον Λούθηρο ή στον Άνσελμο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα το δυτικό πνεύμα, σώζεται μέσα από τα καλά έργα, στηριζόμενος στην πίστη στον Θεό, και για τις αμαρτίες του πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει.

Στην Ανατολή, τα πράγματα είναι διαφορετικά (αν και το προτεσταντικό πνεύμα έχει παρεισφρήσει κι εδώ). Ο Μ. Βασίλειος στην ευχή της Αναφοράς ξετυλίγει μέσα σε λίγες σειρές το σχέδιο της οικονομίας του Θεού που δίνει ως δωρεά το έλεος Του στον κάθε άνθρωπο, χωρίς όρους, κριτήρια και προϋποθέσεις. Αυτός ο Θεός είναι ένα «κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων» όπως θα γράψει ο Νικόλαος Καβάσιλας.

Κάποτε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, έδωσε μία συνέντευξη στο Αντίφωνο. Ο δημοσιογράφος τον ρώτησε «τι πρέπει να ελπίζει κανείς για το τέλος της ιστορίας;». Ο π. Νικόλαος, με ζωγραφισμένη την ελπίδα στο πρόσωπο του και με χαρούμενη βεβαιότητα, απάντησε: «Είναι μία έκπληξη το τέλος της ιστορίας. Δεν μπορεί να έχεις με έναν τόσο ερωτικό Θεό νταραβέρια και να μην σου την φέρει στο τέλος. Μια ερωτική έκπληξη. Θα μας την φέρει. Τελεία και παύλα. Και γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε χαρμόσυνοι. Αν όχι χαρούμενοι, χαρμόσυνοι. Όπως είναι η μέρα θριαμβευτική. Έτσι όπως είναι το Πάσχα, ένας θρίαμβος. Έτσι θα είναι το τέλος. Μουσική θα είναι το τέλος. Μια τέλεια μουσική».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Εκείνο που ενοχλεί…είναι η θεότητά Του!

Posted on 29 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

«Οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερος σου∙ Θεός όμως δεν είσαι». Έρχεται λοιπόν, ο Γάλλος φιλόσοφος Ernest Renan και μας λέει πως ο Χριστός ανά τους αιώνες είναι ο υπέρτερος όλων. Όμως σκοντάφτει. Με κατηγορηματικό και βέβαιο τρόπο, αφαιρεί από τον Χριστό τη θεϊκή Του φύση, λέγοντας Του «Θεός όμως δεν είσαι».

Δεν εκπλήττει όμως με την αμφισβήτηση του. Εξάλλου, δεν είναι πρόδρομος αυτής της αμφισβήτησης. Αν κοιτάξουμε πιο πίσω, η πλατωνική φιλοσοφία είχε κόψει κάθε δεσμό σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο Θεός είναι ένα τέλειο ον και ο άνθρωπος δεν μπορεί να σχετίζεται και να κοινωνεί μαζί του γιατί είναι ατελής. Αυτή είναι μία πρώτη ανάγνωση του θέματος περί σχέσεως θεού – ανθρώπου.

Ερχόμαστε στη δεύτερη ανάγνωση. Αυτή, με τη σειρά της, προϋποθέτει τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Ο αθεϊσμός, αν και κατά Μπερντιάεφ δεν υπάρχει αθεϊσμός αλλά αντι-θεϊσμός, στέκεται επικριτικά απέναντι στον Θεό. Και αυτή η στάση όταν λαμβάνει αρνητική μορφή, πιστεύω πως γίνεται αυτό που λέει ο Μπερντιάεφ, δηλαδή αντι-θεϊσμός. Αυτή λοιπόν η θεώρηση, άλλοτε αρνείται την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού, άλλοτε δεν Του αναγνωρίζει την παντοδυναμία, άλλοτε αμφισβητεί τη θεότητα του Χριστού.

Ποιος είναι όμως ο Χριστός; Αν ρωτήσουμε γύρω μας μερικούς ανθρώπους να μας πουν «ποιος είναι ο Χριστός», θα δοθούν σίγουρα διαφορετικές απαντήσεις. Άλλοι θα μιλήσουνε για έναν επαναστάτη, άλλη για έναν αναρχικό της εποχής εκείνης, άλλοι για ένα  μεγάλο φιλόσοφο, άλλοι για έναν σπουδαίο και ενάρετο άνθρωπο, άλλοι για τον Υιό και Λόγο του Θεού, άλλοι θα Τον αμφισβητήσουν κ.ο.κ. Όσοι δέχονται τον Χριστό ως ιστορικό Ιησού και μόνο, Τον δέχονται ως ένα πρόσωπο της ιστορίας.

Το πρόσωπο του Χριστού δέχτηκε, δέχεται και θα εξακολουθεί να δέχεται αμφισβητήσεις. Εκείνο που ενοχλεί όσους Τον δέχονται ως «ιστορικό Ιησού» και όχι ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, είναι η θεότητα Του. Αυτό το «ενανθρωπήσας Θεός» τους σκανδαλίζει. Θα προτιμούσαν σίγουρα το «θεοφόρος άνθρωπος» του Νεστορίου. Η αμφισβήτηση, η οποία φυσικά δεν εμφανίστηκε στις μέρες μας, έρχεται ήδη από την εποχή του Αρείου, του Νεστορίου και όσων άλλων αμφισβήτησαν τη θεότητα του Χριστού. Για παράδειγμα, ο Άρειος χαρακτήρισε τον Χριστό ως κτίσμα του Θεού (άμεση αμφισβήτηση). Από την άλλη, ο Νεστόριος χαρακτηρίζοντας την Παναγία «ανθρωποτόκο» και «Χριστοτόκο», επουδενί όμως «Θεοτόκο», αφαιρούσε από τον Χριστό τη θεότητα (έμμεση αμφισβήτηση). Και όταν ο Νεστόριος θα μας πει ότι «ὑπό ἀνθρώπου Θεόν τεχθῆναι ἀδύνατον», ότι δηλαδή είναι αδύνατον να γεννηθεί ο Θεός από άνθρωπο (θυμίζει Πλάτωνα), τότε ο Χριστός που γεννήθηκε από την Θεοτόκο, δεν είναι Θεός αλλά άνθρωπος.

Γιατί όμως οι αιρετικοί αλλά και οι σύγχρονοι αρνητές της θείας φύσης του Χριστού, δεν δέχονται το γεγονός της ενανθρώπισης του Θεού Λόγου και στέκονται κατηγορηματικά στην ιστορική του παρουσία; Ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης, μιλώντας για τον ευσεβισμό των αιρετικών, σημειώνει πως εκείνο που τους εμποδίζει είναι «η αδυναμία παραδοχής του θαύματος, η απόλυτη πίστη στον κτιστό εαυτό και η άρνηση να δεχτούν αυτό το κάτι που υπερβαίνει την κτιστότητα, αυτή τη θεία πνοή που είναι η μόνη που σώζει». Και φυσικά; Αφού δεν δέχονται τη θεότητα στον Χριστό, για εκείνους ο θεός παραμένει «deus secretus» και όχι «deus publicus»., όπως θα ‘λεγε ο ιερός Αυγουστίνος.

Το γεγονός της θείας ενανθρώπισης δεν αντιμετωπίζει λοιπόν απλά με μία κάποια καχυποψία ή αμφισβήτηση, αλλά θα έλεγα πως αντιμετωπίζεται ως μία προέκταση αυτής της αντίληψης στην απόλυτη αρνητική της μορφή, δηλαδή ως άρνηση. Μία άρνηση να πιστέψουν το μυστήριο. Όμως, ακόμη και οι πιο φιλότιμες προσπάθειες προσέγγισης του θαυμαστού αυτού γεγονότος, όπως αυτή του Feuerbach στην «Ουσία του Χριστιανισμού», πέφτουν στο κενό, καθώς στο έργο αυτό ο Θεός μοιάζει να αποτελεί μία ανάγκη του ανθρώπου και η προσέγγιση της ενσάρκωσης του Θεού να γίνεται με ανθρωπολογικά – ψυχολογικά κριτήρια (καθώς για τον Γερμανό φιλόσοφο, αυτή αποτελούσε ανάγκη του θρησκευτικού θυμικού).

Η πατερική παράδοση και σύνολη η θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, έχει άλλη εμπειρία από το θαυμαστό αυτό γεγονός της γέννησης του Θεού Λόγου και της σάρκωσης Του, διακηρύσσοντας πως ο Χριστός είναι «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος» (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας),  και γνωρίζεται «ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» (Όρος Χαλκηδόνας). Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στον Γ’ Λόγο του «Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας», αναφερόμενος στη σχέση του Λόγου με τον Θεό, γράφει: «Ο ίδιος ο Θεός πρώτος γέννησε το μονογενή Υιό και Λόγο του, εικόνα του ζωντανή, φυσική, ως απαράλλακτο χαρακτήρα της αϊδιότητας του». Αναλόγως τοποθετείται και η σκέψη του αγίου Βασιλείου Σελευκείας (5ος αι.), ενός Πατέρα της εκκλησίας που διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στο θέμα της χριστολογίας. Σε μία του ομιλία χαρακτηρίζει τον Χριστό ως «Υιό του Θεού» και τον χαρακτηρίζει «άκτιστο Υιό» , ο Οποίος φέρει την ίδια ουσία με τον Πατέρα. Και σε δύο άλλους λόγους του, αναφερόμενος στο πρόσωπο του Χριστού, κάνει λόγο για «κεκρυμμένη θεότητα ἐν ἀνθρωπότητι». Όμως δεν είναι μόνο αυτό, καθώς το γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού και Λόγου του Θεού, δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο, δια της χαρισματικής υιοθεσίας να ντυθεί τη θεότητα, αφού κατά Μ. Αθανάσιο «ὁ Λόγος Σάρξ ἐγένετο, ἵνα τόν ἄνθρωπον δεκτικόν θεότητος ποιήσῃ».

«Μα ο Λόγος που γεννήθηκε να! Από τον Θεό τον Μέγα, άχρονος του Πατέρα Γιος και του Αρχετύπου εικόνα ίσος του. Δόξα του Πατρός, τέκνο λαμπρό δικό του, ως ξέρει αυτός που γέννησε κι ο Γιος όπου γεννήθηκε μόνο και στο Θεό σιμά κανείς. Κι ωστόσο ετούτο αντάμα σ’ όλους τους θνητούς πασίδηλο πιστεύω άπρεπο να ΄χει η θεότητα από τη δική μου γέννα ροή είτε κόψη ταπεινή. Μα αν είμαι εγώ πατέρας όχι απ’ το πάθος λεύτερος – της σάρκας πλάσμα – όχι όμοιος που σάρκα δεν γνώρισε και σώμα» (Γρηγορίου Θεολόγου, Περί Του Υιού, Α’ Δογματικά).

Για την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Άδειασε ο Θεός και γέμισε ο άνθρωπος

Posted on 27 Δεκεμβρίου 2017 by larisanews

Πιστεύω πως τα παραπάνω λόγια δεν θα άρεσαν καθόλου σε όσους διακηρύσσουν πως ο Θεός δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο, αλλά και σε όσους αρνούνται το μυστήριο της θείας ενανθρώπισης. Κι αν μια τέτοια άρνηση ή καχυποψία δείχνει να είναι μακρινή και να έρχεται από την νεοπλατωνική αντίληψη ή να ξεπηδάει από τους στοχασμούς των Berkeley και Descartes, ο ευαγγελικός και πατερικός λόγος επουδενί δεν εγκλωβίζεται σε σχεσιακά αδιέξοδα, εμπειρικές επιβεβαιώσεις και νοητικά σχήματα.

Ομολογώ όμως, πως παρά την αλήθεια των πραγμάτων που αναδύεται από την εμπειρία της ορθόδοξης ζωής και πνευματικότητας, το να αδειάσει ο Θεός και να γεμίσει ο άνθρωπος, «μέχρι σήμερα παραμένει μυστήριο και ποτέ δεν θα παύσει να είναι μυστήριο» κατά τον άγιο Βασίλειο Σελευκείας. Ακόμη και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απορεί πώς μπορεί να συνδέεται ο Θεός με τον άνθρωπο που είχε αμαρτήσει, και διερωτάται «πῶς ὡμοίωται τῷ σώματι τό ἀσώματον; πῶς τῷ ἀϊδίῳ τό πρόσκαιρον; τῷ ἀναλλοιώτῳ τό διά τροπῆς ἀλλοιούμενον; τῷ ἀπαθεῖ τε καί ἀφθάρτῳ τί ἐμπαθές καί φθειρόμενον; τῷ ἀμιγεῖ πάσης κακίας τό πάντοτε συνοικοῦν ταύτῃ καί συντρεφόμενον;». Εν τέλει, τι δουλειά έχει ο άγιος Θεός με τον αμαρτωλό άνθρωπο; Ο Πλάτωνας κατηγορηματικά θα έλεγε πως δεν έχουν καμία σχέση και ο Πλωτίνος θα διαμαρτυρόταν λέγοντας μας, είναι αδύνατον ο Θεός να συσχετιστεί με την αμαρτωλή ανθρώπινη σάρκα, πόσο δεν μάλλον να την φορέσει.

Οι Πατέρες απορούν λοιπόν και θαυμάζουν το πώς της σάρκωσης του Θεού Λόγου. Ο Βασίλειος Σελευκείας διερωτάται: «Πώς η άκτιστη, αχώρητη και ακοινώνητη ουσία του Λόγου προς κάθε κτίση, που τα Χερουβίμ δεν τολμάνε να δουν, και τα οποία υπερέχουν των υπολοίπων ταγμάτων, ήρθε σε κοινωνία προς την ασθενή και γήινη φύση της ανθρωπότητας;». Και διατυπώνεται μία επαναστατική διακήρυξη, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, δια στόματος του ευαγγελιστή Ιωάννη. «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιω. 1, 14). Η συντριβή κάθε ευσεβισμού, ηθικισμού και απομόνωσης του ανθρώπου από τον Θεό! Ένας αληθινά επαναστατικός λόγος. Αυτός και το «Χριστός Ανέστη»! Γεγονότα που αποτελούν μυστήριο για τον ανθρώπινο νου. Καταλυτικά όμως για τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και το άλυτο του θανάτου. Γεγονότα μη συμβεβηκότα με την αντίληψη της ανθρώπινης περατότητας, αλλά υπερβατικές αλήθειες που εμβαθύνουν οντολογικά στην φύση του ανθρωπίνου προσώπου, το οποίο και φέρνουν ενώπιον της μεγαλύτερης ευεργεσίας που μπορεί να δεχτεί, ήτοι της χαρισματικής θέωσης ως συνδυασμού της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης και του άπειρου ελέους του Θεού.

Ο Θεός βγαίνει να συναντήσει τον άνθρωπο. Δεν φοβάται. Δεν αγωνιά μήπως χάσει κάτι από την ουσία Του. Δεν φοβάται μήπως πάψει να είναι Θεός με την θεία ενανθρώπιση. Δεν εξορκίζει την ανθρώπινη σάρκα, την οποία και ντύνεται. Ναι, Αυτός ο άκτιστος και ακατάληπτος Θεός! Αποφασίζει με δική Του θέληση να γίνει αυτό που δεν είναι, αλλά γίνεται∙ τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εξέρχεται από την βεβαιότητα που Του παρέχει η Τριαδική Του παρουσία και κοινωνεί με τον άνθρωπο. Δεν του δίνει μέρος της ουσίας Του, μήτε τον κάνει αθάνατο στη φύση, αλλά και δεν τον μεταβάλλει σε αναμάρτητο. Και είναι άλλο ένα θαυμάσιο σημείο της κένωσης αυτής, το γεγονός ότι η ενανθρώπιση του Θεού δεν είναι μία φαινομενική ενανθρώπιση, μία ενανθρώπιση κατά δόκηση, μία ατσαλάκωτη έξοδος, μία συναισθηματική έξαρση του Θεού, ένα αυθόρμητο ξάφνιασμα προς τον άνθρωπο, αλλά πρόκειται για μία ενέργεια «άφατης και αμέτρητης φιλανθρωπίας» (ευχή Χερουβικού). Μία ενέργεια με οντολογικές συνέπειες σωτηριώδους σημασίας για το ανθρώπινο «είναι». Το «ναι» του Θεού στον άνθρωπο. Το κατεξοχήν άδειασμα Του προκειμένου να γεμίσει ο άνθρωπος.

Έπρεπε οπωσδήποτε ο Θεός να γίνει άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος σωτηρίας; Κατ’ αρχάς, ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος σε επιστολή του γράφει πως «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον, ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τούτο καί σώζεται». Δηλαδή αν ο Θεός δεν προσελάμβανε τον όλο άνθρωπο (χωρίς την αμαρτία), τότε θα παρέμενε αθεράπευτος. Γι’ αυτό προσέλαβε και το σώμα του. Και η ένωση του όλου ανθρώπου με τον Θεό, έσωσε τον άνθρωπο. «Τῷ συγγενεῖ τό συγγενές θεραπεύων» που θα πει και ο Βασίλειος Σελευκείας.

Στη συνέχεια των λόγων του, ο Μ. Αθανάσιος, μιλώντας για την ανάγκη ζωοποίησης του ανθρωπίνου σώματος, σημειώνει: «Δια τούτο ευλόγως ο Σωτήρας ντύθηκε το σώμα, για να συμπλεχθεί το σώμα με την ζωή και να μην εγκαταλειφτεί πλέον ως θνητό στον θάνατο, αλλά να αναστηθεί και να μείνει στο εξής αθάνατο ως ενδεδυμένο την αθανασία. Διότι, αφού ντύθηκε τη φθορά, δεν θα ανασταινόταν, εάν δεν ντυνόταν την ζωή». Στους λόγους αυτούς, φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Θεός  με την ενανθρώπιση Του, τίμησε το ανθρώπινο σώμα, το οποίο και αγιάζεται.

Επουδενί, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Θεός τίμησε και με αυτόν τον τρόπο τον άνθρωπο, με το να δεχτεί να γεννηθεί από μία άνθρωπο, την Παναγία. Η Θεοτόκος, και μου αρέσει πάντα να χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο σε πείσμα όσων πιστεύουν πως η Παναγία γέννησε έναν άνθρωπο και όχι τον Θεό, υπήρξε η γυναίκα που μέσα της κυοφόρησε τον αχώρητο Θεό, Τον οποίο ούτε ο ουρανός μπορούσε να χωρέσει.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος, μεταξύ άλλων, έχει γράψει για τη γέννηση του Χριστού σε μία του ομιλία. Πρόκειται για έναν λόγο θαυμάσιο, γεμάτο από την αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς τον άνθρωπο. Θεωρώ πως είναι ο πλέον κατάλληλος ως επισφράγισμα στις σημερινές σκέψεις. «Καί ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γάρ τήν ἐμήν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγώ πλουτήσω τήν αὐτοῦ Θεότητα. Καί ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γάρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν᾿ ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τό περί ἐμέ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καί οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καί τήν εἰκόνα σώσῃ καί τήν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολύ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μέν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δέ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον».

Καλά, ευλογημένα και κατανυκτικά Χριστούγεννα!

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Anggun - Undress me
Κίτρινα ποδήλατα - Ήμουνα εδώ
Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας - Φάνης
Jessie Ware - Meet me in the middle
Celin Dion - I love you
Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Δεν έχει η θάλασσα
Νίκος Πορτοκάλογλου - Τα μάτια σου
Daughtry - What about now
Harry Styles - Sign of the times
Πυξ Λαξ - Αντίο αγάπη διχασμένη

 


    None Found
Απρίλιος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30EC