Tag Archive | "Εκκλησία"

Tags: , ,

Εμείς σκοτώσαμε τον Θεό – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 05 Απριλίου 2018 by larisanews

Γνωρίζω πως ο παραπάνω λόγος δείχνει κυνικός. Είναι ένας λόγος που ομολογεί τον θάνατο του Θεού. Σκοτώνεται ο Θεός; Αυτό είναι ύβρις, θα πει κάποιος. Τί κρύβει η ομολογία αυτή που εξαγγέλλει τον θάνατο του Θεού; Και ποιοι είναι εκείνοι που σκότωσαν τον Θεό; Αυτό το «εμείς» με βάζει σε υποψίες. Προφανώς, ο θάνατος του Θεού, αποτελεί ένα έγκλημα, τους υπεύθυνους του οποίου γνωρίζει αυτός που κάνει την εξαγγελία, και ίσως κι αυτός να αποτελεί, μέρος της πιο ανίερης δολοφονίας που συντελέστηκε ή που συντελείται ακόμη στην ιστορία.

Τον θάνατο του Θεού τον εξήγγειλε ο Nietzsche, νωρίτερα ο Hegel και μετά από τον Nietzsche, ο Sartre. Μας είναι πιο γνωστός ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche. Αξίζει, όμως, να δούμε πως περιγράφει τη θεοκτονία αυτή, ο τελευταίος, στη «Χαρούμενη Γνώση»: «Δεν ακούσατε για εκείνον τον τρελό που κρατούσε ένα αναμμένο φανάρι μέρα μεσημέρι κι έτρεχε στην πλατεία της αγοράς φωνάζοντας ασταμάτητα: ‘’Γυρεύω τον Θεό! Γυρεύω τον Θεό!’’- Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν πίστευαν στο Θεό, ξέσπασε ηχηρό γέλιο. Μήπως χάθηκε αυτός; ρώτησε κάποιος. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί; είπε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται;… Τέτοια έλεγαν και γελούσαν. Ο τρελός πήδησε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. ‘’Πού είναι ο Θεός;» φώναξε. ‘’Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του!… Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε ! Πως να παρηγορηθούμε εμείς, οι φονιάδες των φονιάδων; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ότι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος – ποιός θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα; Ποιο νερό μπορεί να μας πλύνει; Ποιούς εξιλασμούς, ποιά ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε;’’».

Ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche και στον Hegel, έχει ένα κοινό. Ο Nietzsche αναφέρεται στη δυτική θεολογία και στη δυτική εκκλησία, η οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει τον Θεό με τη λογική, απέτυχε στην προσπάθεια της αυτή, κι έτσι ο Θεός κατάντησε ιδέα. Ο π. Παντελεήμων Μανουσάκης, σε συνέντευξη μας στην Πεμπτουσία, είχε πει σχετικά: «Τον θεό τον οποίο ο Νίτσε καταδεικνύει ως πεθαμένο, δεν είναι ο Θεός του Αβραάμ, και του Ισαάκ, και του Ιακώβ, ‘’οὐκ ἔστιν ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων’’ (Μθ. 22:32), αλλά ο Θεός των φιλοσόφων, ένα εννοιολογικό είδωλο, εξ’ υπαρχής άψυχο». Η λέξη – κλειδί είναι η λέξη «ιδέα». Από τη στιγμή που ο Θεός γίνεται ιδέα, δεν είναι Θεός. Από την άλλη, ο Hegel θα πει πως ο Θεός της σχολαστικής Δογματικής είναι οριστικά νεκρός.

Τί συμβαίνει, λοιπόν, με τη Δύση; Η δυτική σκέψη, τόσο η φιλοσοφική, όσο και η θεολογική, ξεκίνησε από διαφορετικές αφετηρίες, προκειμένου να προσεγγίσουν το μυστήριο του Θεού, τον Ίδιο τον Θεό. Οι προϋποθέσεις τους ήταν αμιγώς φιλοσοφικές, βασισμένες πάνω σε στοχασμούς και σχήματα φιλοσοφικά, που προέρχονταν από την ελληνική φιλοσοφία. Είτε λοιπόν, διαβάσει κάποιος το οντολογικό επιχείρημα του Άνσελμου, είτε διαβάσει το τρίτο επιχείρημα (οντολογικό) του Descartes, θα διαπιστώσει πως ο Θεός προσεγγίζεται με τρόπο μη αποφατικό, δηλαδή με τρόπο, ο οποίος θεμελιώνεται στη λογική (ντετερμινισμός). Σύμφωνα με τον Descartes, είμαστε ατελείς αλλά μέσα μας υπάρχει η ιδέα ενός τέλειου όντος (Θεός). Η ιδέα αυτή, δεν μπορεί να προέρχεται, όμως, από την ατέλεια μας που δεν μπορεί να συλλάβει το ύψιστο, άρα μας την έχει εμφυσήσει ο Θεός. Επομένως, ο Θεός υπάρχει. Αν και η Θεολογική Σχολή του Παρισίου είδε με καχυποψία το έργο του «Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», εντούτοις η ίδια η θεολογία της Δύσης είναι εκείνη που μετέτρεψε τον Θεό σε ιδέα.

Η δυτική αντίληψη είναι η αποθέωση της λογικής. Αυτό, το πολέμησαν με σθένος ο Nietzsche και ο Kant. Γι’ αυτό ο Nietzsche έλεγε «δική μου δουλειά είναι κυρίως το γκρέμισμα των ειδώλων». Και γι’ αυτό μίλησε για τον θάνατο του Θεού. Στα έργα του, χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα κατά του χριστιανισμού. Όμως, ο χριστιανισμός του Nietzsche δεν είναι ο χριστιανισμός των Πατέρων της εκκλησίας, του Γρηγορίου Νύσσης, Μαξίμου Ομολογητού, Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Είναι ο χριστιανισμός του προτεσταντισμού, όπου ο Θεός δημιουργεί ενοχές στον άνθρωπο, τιμωρεί το ανθρώπινο γένος για την παρακοή, διδάσκει την αναγκαστικό θάνατο του Χριστού ως μέρος απόδοσης της δικαιοσύνης, η οποία εξαντλείται στη νομική της εκδοχή κ.ο.κ.

Αυτόν τον χριστιανισμό γνώρισε ο Nietzsche. Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε, με πατέρα πάστορα και παππού πάστορα. Όμως δεν ήθελε μία τέτοια θεολογία ο Nietzsche. Για τον ίδιο ο Θεός δεν ήταν ιδέα, κάτι που μπορούσε να ερμηνευτεί με τη χρήση της λογικής, που μπορούσε να ειδωλοποιηθεί. Προφανώς, ο Nietzsche αναζητούσε τον Θεό των Πατέρων της εκκλησίας της ορθόδοξης Ανατολής. Γι’ αυτό και έλεγε για τους ναούς των Δυτικών: «Τί άλλο λοιπόν είναι αυτές οι εκκλησίες, παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;». Φοβερός λόγος, λόγος γεμάτος αγωνία και πάθος για την αποκάλυψη του αληθινού Θεού, Τον οποίο η Δύση σκότωσε.

Η Δύση, γίνεται πλέον εμφανές, πως απείχε από την αποφατική προσέγγιση του Θεού. Κάτι τέτοιο, πραγματώθηκε επιτυχώς στην πατερική γραμματεία, κυρίως, των μυστικών Πατέρων, οι οποίοι έδωσαν στον Θεό το «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2, 9). Η αποφατική οδός απέφυγε να δώσει στον Θεό ανθρωπομορφικές εκφράσεις και να τον καταστήσει είδωλο. Ο Μάξιμος Ομολογητής θα αποδώσει στον Θεό το «μη είναι» και όχι το «είναι». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα μιλήσει για αφαιρετικό λόγο (όπως και ο Μάξιμος) και θα σημειώσει πως «ἐπί Θεοῦ, τί ἐστίν, εἰπεῖν ἀδύνατον κατ᾿ οὐσίαν∙ οἰκειότερον δέ μᾶλλον ἐκ τῆς πάντων ἀφαιρέσεως ποιεῖσθαι τόν λόγον».

Κάποτε, ο Heidegger αναφέρθηκε στο τελευταίο και σκληρότερο χτύπημα του Θεού, προφανώς έχοντας στο νου του τη Δύση. Έχω, όμως, την αίσθηση πως τον ίδιο λόγο θα απεύθυνε σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές συναντώνται μέσα στην εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής. «Το σκληρότερο χτύπημα εναντίον του Θεού… ήταν το γεγονός ότι ο υποχρεωτικά υπαρκτός Θεός υψώθηκε σε ανώτατη Αξία. Και το χτύπημα αυτό δεν προέρχεται από τους εκτός, αυτούς που δεν πιστεύουν στον Θεό, αλλά από τους πιστούς και τους θεολόγους των».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ήρθε για να γίνει τελευταίος – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 02 Απριλίου 2018 by larisanews

Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να γίνει πρώτος, να εξουσιάζει την ανθρωπότητα και να απολαύσει τιμές και δόξες. Ήρθε για να γίνει τελευταίος. Εάν ο άνθρωπος αντιληφθεί πραγματικά τι σημαίνει η ενανθρώπιση και το θείος πάθος, μόνο τότε θα βγει από την ανασφάλεια του, την απαισιοδοξία του και θα υποψιαστεί πως η σωτηρία είναι κάτι που τον αφορά άμεσα.

Ο Μάξιμος Ομολογητής, στα κεφάλαια του «Περί αγάπης» λέει κάτι, που δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το απροϋπόθετο του Θεού. Λέει, λοιπόν, πως ο Χριστός χάρισε σε όλους εξίσου την ελπίδα της ανάστασης «εἰ καί ἕκαστος ἑαυτόν, εἴτε δόξης, εἴτε κολάσεως καθίστησιν ἄξιον». Δηλαδή, η ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός, μία πραγματικότητα που αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους. Αναστήθηκε για όλους, είτε κάποιος θέτει τον εαυτό του άξιο της δόξης, είτε της κόλασης. Φοβεροί λόγοι. Άκρως αντι – ηθικιστικοί.

Μην σας φαίνεται περίεργο. Ολόκληρο το ευαγγέλιο είναι αντισυστημικό, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Το άδειασμα του Θεού, έρχεται και πατάει επάνω στον ανθρώπινο καθωσπρεπισμό και εγωκεντρισμό. Ο Υιός του Θεού δεν ενανθρώπισε μόνο για τον ενάρετο, τον τίμιο, τον ευσεβή, καθώς «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Μαρκ. 2, 17). Ήρθε για να αντιστρέψει τα πράγματα και τη νενομισμένη αντίληψη που υπέφερε από το βάσανο της θέλησης για δύναμη. Αναποδογύρισε την έννοια της δύναμης, της εξουσίας και είπε, κοίταξε, αν θες να είσαι πρώτος, γίνε τελευταίος∙ «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Μάρκ. 10, 45).

Ο άνθρωπος όμως δεν θέλει να είναι τελευταίος. Πασχίζει να είναι πρώτος. Νοσεί από εγωισμό. Ο εγωισμός, όταν φτάνει στην υπερβολή του, κατά τον Freud, αποτρέπει τους ανθρώπους να έχουν ουσιαστικές σχέσεις. Η «ἄλογος φιλία», όπως ονομάζει τη φιλαυτία ο Μάξιμος Ομολογητής, αντίκειται στην αγάπη, όπως θα πει στη συνέχεια. Αν αγαπώ τον εαυτό μου, δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου σε μία προοπτική εξόδου προς τον άλλον και ως εκ τούτου δεν συσχετίζομαι μαζί του. Ο άλλος γίνεται «η κόλαση μου», για να θυμηθούμε τον Sartre, και όσον αφορά τη διακονία προς αυτόν τον άλλον; Ούτε συζήτηση.

Ο Θεός άδειασε για να γεμίσει ο άνθρωπος. Όταν ενανθρώπισε δεν φοβήθηκε μήπως χάσει κάτι από την βεβαιότητα της τριαδικής Του παρουσίας, μήπως κινδυνεύσει η ουσία Του. Ακόμη και όταν έπαθε για τη σωτηρία του ανθρώπου, ακόμη και τότε διακόνησε με άφραστη ταπείνωση τον άνθρωπο. Η διακονία του ήταν μία πράξη ατελείωτης και ανεξάντλητης αγάπης. Αυτή η έξοδος Του προς τον κόσμο, αποτέλεσε την ισχυρή του κατάφυση στις αγωνίες, τους πόνους του ανθρώπου. Υπήρξε το «ναι» του Θεού στον πάσχοντα άνθρωπο. Και κάτι, που αν και θεωρείται πλέον δεδομένο, δεν γνωρίζω εάν γίνεται αντιληπτό το βάθος της πράξης αυτής. Το άδειασμα του Θεού, το «ξεβόλεμα» Του, η διακονία Του, ήταν η πράξη ενός πρώτου. Δεν ήταν η πράξη κάποιου τελευταίου.

Και ως πρώτος, έγινε τελευταίος. Αλλά δεν έγινε για τον Εαυτό Του. Αν δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, αν δεν ήθελε να διορθώσει την προαίρεση του, τότε ποιος λόγος να ντυθεί την ανθρώπινη σάρκα; Ποιος ο λόγος να δοκιμαστεί και να εξευτελιστεί, δεχόμενος χτυπήματα και πτυσίματα; Δεν είχε κανένα κέρδος. Απολύτως κανένα. Μόνο ένας είχε κέρδος από όλο αυτό. Ο άνθρωπος. Για τον άνθρωπο ξεκίνησε το σχέδιο της Θείας Οικονομίας του Θεού. Ήρθε ο πρώτος να γίνει τελευταίος, για να γίνει τελευταίος πρώτος. Ασύλληπτη κίνηση. Άλογη κατάφαση στην αδιαφορία, στον ξεπεσμό του ανθρώπου, αλλά και στην εμμονή του να ερωτοτροπεί με τον εκμηδενισμό του.

Αξίζει να σημειωθεί πως η συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο είναι εκτός λογικής. Ποιος φιλόσοφος θα ανέμενε μία τέτοια ευχάριστη εξέλιξη; Η μεταφυσική τους ήταν τραγωδία. Ποιος αισιόδοξος θα περίμενε ο Θεός να κινηθεί προς τον άνθρωπο και να του αποκαλυφτεί; Αυτό ήταν αδιανόητο για τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Πλάτωνας, αν του έλεγες πως ο Θεός ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, θα σου ‘λεγε πας με τα καλά σου, τί είναι αυτά που λες; «Θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται» θα δίδασκε και πάλι. Κι όμως, η θεία ενανθρώπιση και το θείο πάθος, ξεπέρασαν τα αδιέξοδα της μεταφυσικής αγωνίας και απαισιοδοξίας.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος λέει κάτι εξαίσιο για την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού: «Διά τό ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ τον ἄνθρωπον». Δηλαδή, ο Θεός ενανθρώπισε για να αγιαστεί ο άνθρωπος μέσα από την ανθρώπινη φύση του Θεού. Ντύθηκε τον άνθρωπο ο Θεός, για να τον σώσει! Που να το άκουγε αυτό ο Πλωτίνος. Θα τα είχε γυρίσει όλα ανάποδα. Δεν ισχύει αυτό όμως για τον απόστολο Παύλο. Λέει κάτι πολύ συνταρακτικό στην προς Εφεσίους επιστολή. Λέει στους Εφεσίους πως είναι «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ. 2, 19). Συμπολίτης των αγίων. Και οικείος του Θεού. Ποιος; Ο άνθρωπος. Οικείος του Θεού. Οικείος του άπειρου και ακατάληπτου Θεού! Να η τιμή που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο, που συνεχίζει να επιμένει να αρνείται τον θεό. Τον κάνει οικείο Του. Από τα παραπάνω είναι εμφανές το δέσιμο, η σχέση, η ελεύθερη εξάρτηση του ανθρώπου από τον Θεό.

Ο Χριστός διακόνησε με άκρα ταπείνωση τον άνθρωπο. Πριν από τη Σταύρωση, έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Εκπλήσσει αυτή η κίνηση. Είναι κάτι που έκανε ο δούλος προς τον αφέντη του, εκείνη την εποχή. Ο Χριστός έρχεται και το αντιστρέφει. Γίνεται εκείνος δούλος και κάνει αφέντη τον άνθρωπο. Δεν μένει όμως σε αυτό ο Χριστός. Προτρέπει τους μαθητές Του να διακονεί ο ένας τον άλλον. Άλλο ένα σημείο αδειάσματος, κένωσης του Χριστού. Κι έρχεται ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος και γράφει: «Αλλοίμονο στον πρεσβύτερο ή στον επίσκοπο που νομίζει ότι κάθεται στις πλάτες κάποιων που είναι δήθεν από κάτω».

Ο Χριστός όταν δίδασκε, όταν είχε δημόσια παρουσία, δεν ζήτησε πρωτοκαθεδρίες. Αυτά είναι των ανθρώπων. Υπήρξε σαφής: «Εκείνος που θέλει να γίνει μεταξύ σας μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας, και εκείνος, που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να υπηρετηθεί αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωή του λύτρο διά πολλούς» (Ματθ. 20, 26 – 29).

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Όπου είναι ο Επίσκοπος εκεί είναι και η Εκκλησία

Posted on 13 Νοεμβρίου 2017 by larisanews

Η φράση αυτή αποτελεί δάνειο από την επιστολή του αγίου Ιγνατίου Θεοφόρου προς τους Σμυρναίους. Έχοντας ισχυρή την αίσθηση, πολύ δε περισσότερο την πίστη, ομολογώ πως αποτελεί τη βάση για το ξεδίπλωμα όμορφων αληθειών, οι οποίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του Επισκόπου.

Φυσικά, αφορμή των λόγων αυτών αποτελεί μία ξεχωριστή ημέρα για την τοπική μας εκκλησία, την ιστορική Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, κατά την οποία εορτάζει ο Μητροπολίτης μας κ.κ. Χρυσόστομος. Είχαμε για πολλά χρόνια την ευλογία να απολαύσουμε τις μυσταγωγικές αγωνίες του πνευματικού μας Πατέρα κ.κ. Αλεξίου και δοξολογώντας τον άγιο Θεό, διατηρούμε και σήμερα αυτή την ευλογία της συνάντησης με τη σοφία του, που ευεργετεί τα πρόσωπα μας, κατευθύνοντας με αγάπη, πολύ αγωνία και ελεύθερα τις σκέψεις μας.

Συνεχίζουμε να έχουμε ως άξιο και συνειδητό συνεχιστή του επισκοπικού αξιώματος, στην Ιερά μας Μητρόπολη, τον Επίσκοπο κ.κ. Χρυσόστομο. Και ομολογώ πως ο όρος «επίσκοπος» με συναρπάζει και τον προτιμώ, καθώς συναντάται στον Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Ιωάννη Χρυσόστομο, Ιγνάτιο Θεοφόρο και σε άλλους πατέρες. Βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Ο όρος αυτός είναι και γίνεται οικείος, σκεφτόμενος το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου.

Θα αποφύγω την έκθεση όμορφων και ελκυστικών επιθετικών προσδιορισμών, οι οποίοι ταιριάζουν με το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου. Θα σταθώ σε ένα σημείο, το οποίο αντικατοπτρίζει τον ψυχικό κόσμο του. Στην καθαρή του ματιά. Μία ματιά, που δείχνει έναν άνθρωπο με αγάπη προς την εκκλησία και τον Χριστό. Επεκτείνοντας τη σκέψη μου, και εμμένοντας σε κάτι τέτοιο, η ματιά αυτή αγαπά και τον συνάνθρωπο, για τον οποίο συχνά ο Επίσκοπος μας αναφέρεται, καθώς ρίχνει όλο το βάρος του σύγχρονου ρόλου του κληρικού στην απροϋπόθετη διακονία προς τον συνάνθρωπο με κληρικούς που κρατάνε τις εκκλησίες ανοιχτές και βγαίνοντας από τις μεγάλες πόρτες, ξεβολεύοντας με τον τρόπο αυτό την απροσδιοριστία των επιλογών και το αδιάφορο των στάσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές, που ο Επίσκοπος μας θέλει τον κληρικό να βγαίνει μπροστά και να φωτίζει Χριστό με την παρουσία του στον ναό, όπου ο κάθε άνθρωπος τον αναζητά.

Κι αν ο Descartes διαλαλούσε παντού πως «σκέφτεται, άρα υπάρχει», η σκέψη της ορθόδοξης ανθρωπολογίας υπερβαίνει σχήματα και όρους, καθώς ο Επίσκοπος μας «διακονεί, άρα αγαπά». Ρίχνοντας όλο το βάρος στη διακονία, μεταξύ άλλων επιτυγχάνει δύο αξιόλογα πράγματα. Αφενός μεν να φέρνει την εκκλησία στον κόσμο, στις αγορές και στις πλατείες, αφετέρου δε να γίνεται ο ίδιος καλός ακροατής του άλλου. Γνωρίζοντας δε παράλληλα πως η αρχή και η τελείωση των πάντων βρίσκεται στο ιερό θυσιαστήριο.

Θέλω να το φωνάξω δυνατά και σε πείσμα των υποκριτικών, εγωπαθών και ύποπτων φωνών, πως ο Επίσκοπος που φέρει την αποστολική διαδοχή, στέκεται «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Την εποχή αυτή, κατά την οποία ένα ελάχιστο μέρος φωνών του κλήρου αποστασιοποιείται από τον Επίσκοπο του, την εποχή αυτή όπου φωνές θεολόγων σηκώνουν τείχος στο επισκοπικό αξίωμα αμφισβητώντας τον Επίσκοπο τους, την εποχή αυτή όπου μέρος κληρικών έχει οδηγηθεί αυθαίρετα και αντικανονικά στη μη μνημόνευση του Επισκόπου, ερμηνεύοντας με δική τους πρωτοβουλία κανόνες Συνόδων και χωρίς να εμπιστεύονται την εκκλησία και τη συνοδικότητα της, ο  Επίσκοπος βρίσκεται στο κέντρο της λειτουργικής ζωής της εκκλησίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτές οι φωνές θέτουν τον εαυτό τους εκτός εκκλησίας. Αυτή είναι η αλήθεια.

Ας μου επιτραπεί μία σημασιολογική αναφορά προς τη σημασία του επισκοπικού θεσμού. Γράφει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου, στο «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον» για το θέμα αυτό: «Η Ορθόδοξος Εκκλησίας διαμέσου των αιώνων παραμένει πιστή στην αρχή αυτή και δεν μπορεί να αποστεί από αυτήν,  αν θέλει να παραμείνει ορθόδοξος. Καταστρατηγήσεις της αρχής αυτής από όσους τελούν τη Θεία Ευχαριστία χωρίς την άδεια του τοπικού Επισκόπου ή το φοβερότερο, χωρίς το μνημόσυνο του ονόματος του Επισκόπου, όπως συμβαίνει με μερικούς λεγόμενους ζηλωτές στο Άγιον Όρος, με καμία δικαιολογία δεν επιτρέπεται εφόσον ο τοπικός Επίσκοπος δεν επάμφθη ή αντικατεστήθη από άλλον, πάντοτε και μόνον υπό Επισκοπικής Συνόδου, γι’ αυτό και κάτι τέτοιο αποτελεί εκτροπή σοβαρότατη από την Ορθόδοξη Εκκλησία, μεγίστη αίρεση ἐν τῇ πράξει έστω και αν την καλύπτει ο μανδύας υπέρ της Ορθοδοξίας».

Σεβασμιώτατε κ.κ. Χρυσόστομε, μαζί με την εορτή σας η τοπική μας εκκλησία χαίρεται και αναφωνεί το άξιος και για τον νέο της κληρικό, τον π. Βασίλειο, άνθρωπο ήσυχο και ταπεινό, στο βλέμμα, στις κινήσεις, στο λόγο. Η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και η τοποθέτηση του στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Τρικάλων, σήμανε στις καρδιές μας μεγάλη χαρά και ελπίδα, αφού ο π. Βασίλειος θα σταθεί με αγάπη, υπομονή και σεβασμό στους πιστούς. Επίσης δε, χαιρόμαστε και για τον νέο αρχιδιάκονο, π. Παναγιώτη, ο οποίος παρά το γεγονός των περαιτέρω αξιόλογων σπουδών του στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., με βλέμμα ταπεινό και ήρεμο, μαρτυρεί πως ο σύγχρονος κληρικός που αγαπά την μελέτη των θείων γραμμάτων, μπορεί να συνδυάσει την αγάπη για τον Θεό με την θεολογική κατάρτιση και την πνευματική μόρφωση.

Χρόνια πολλά, καλά χρόνια, με χαρές και λιγότερες λύπες. Ως επισφράγισμα των σκέψεων αυτών, ας κλείσει με τον βαρυσήμαντο του λόγο ο άγιος Ιγνάτιος Θεοφόρος, ο οποίος γράφει για τον Επίσκοπο στην προς Σμυρναίους Επιστολή: «Όλοι να ακολουθείτε τον επίσκοπο, όπως ο Ιησούς Χριστός τον Πατέρα, και τους πρεσβύτερους όπως τους αποστόλους, ενώ τους διακόνους να τους σέβεστε σαν εντολοδόχους του θεού. Κανένας να μην κάνει τίποτε χωρίς τον επίσκοπο από αυτά που ανήκουν στην Εκκλησία. Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίον έχει δώσει την άδεια αυτός. Όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος, εκεί να βρίσκεται το πλήθος, όπως ακριβώς όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται η Καθολική Εκκλησία… Είναι λοιπόν εύλογο να ανανήψουμε και, όσο ακόμη έχουμε καιρό, να μετανοήσουμε στον Θεό. Είναι καλό να αναγνωρίζουμε τον Θεό και τον επίσκοπο. Αυτός που τιμά τον επίσκοπο, τιμάται από τον Θεό, κι αυτός που κάνει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει τον διάβολο».

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Οι δαιμονισμένοι γνώριζαν, αλλά δεν πίστευαν

Posted on 10 Ιουλίου 2017 by larisanews

Αύριο, ημέρα Κυριακή, στους ιερούς ναούς διαβάζεται το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη θεραπεία των διαμονισμένων Γαδαρηνών (Ματθ. 8,28 – 9,1). Αυτό το ευαγγέλιο κρύβει μέσα του ένα παράδοξο, μία αμφισημία ενός γεγονότος με δύο όψεις.

Το παράδοξο έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι δαιμονισμένοι έχουν γνώση ότι μπροστά τους στέκεται ο Χριστός, αλλά δεν τον πιστεύουν. Αυτή είναι η αμφισημία της ευαγγελικής περικοπής κατά την οποία οι δαιμονισμένοι αναγνωρίζουν στον Χριστό τη θεότητα, αλλά δεν πιστεύουν. Εξάλλου αν πίστευαν θα είχαν σωθεί. Διαβάζουμε λοιπόν σχετικά: «Και εφώναξαν, ‘’Τι έχεις μαζί μας Ιησού, Υιέ του Θεού;’’» (Ματθ. 8, 29). Βλέπουμε λοιπόν, πως τα δαιμόνια που είχαν κυριεύσει τους δύο ανθρώπους έχουν επίγνωση ότι αυτός που στέκεται μπροστά τους ήταν ο Υιός του Θεού. Την ίδια όμως ομολογία με τα δαιμόνια για τη θεότητα του Χριστού κάνει και ο απόστολος Πέτρος. Διαβάζουμε πάλι στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Ο Σίμων απεκρίθη ‘’Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού’’» (Ματθ. 16, 16). Ποια όμως η διαφορά ανάμεσα στην ομολογία του Πέτρου και εκείνης των δαιμονίων;

Κι εδώ δημιουργούνται κάποια ερωτήματα. Αφού τα δαιμόνια αναγνώρισαν τον Υιό του Θεού γιατί δεν πίστεψαν σ’ Εκείνον; Γιατί δεν σώθηκαν, αφού τον αναγνωρίζουν ως Υιό του Θεού όταν Τον βλέπουν μπροστά τους; Ποια είναι η διαφορά της ομολογίας του Πέτρου από εκείνη των δαιμονίων αφού παραδέχονται το ίδιο ακριβώς πράγμα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εντοπίζεται στη σχέση πίστης και γνώσης. Τα δαιμόνια γνωρίζουν και δέχονται ένα γεγονός. Αυτό της θεότητας του Χριστού. Η γνώση αυτή δεν έχει την προέκταση της στην οντολογική εμβάθυνση του γεγονότος της θεότητας του Χριστού, η οποία εντοπίζεται στην πίστη, αυτή δηλαδή που τα δαιμόνια δεν έχουν. Πέρα από αυτό, ποιος διαφωνεί, πως είναι άλλο να γνωρίζω κάτι και άλλο να το πιστεύω ταυτόχρονα;

Τα δαιμόνια γνωρίζουν, αλλά δεν πιστεύουν. Ο Πέτρος γνωρίζει και πιστεύει. Και εκείνο, που σώζει κατά τους λόγους του Χριστού είναι η πίστη. Μπορεί να έχω μία αντίληψη περί ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης χωρίς να θέλω να παραδεχτώ (εγωισμός) ή και χωρίς να γνωρίζω (άγνοια) την προέκταση και τη σωτηριώδη σημασία που έχει για τη ζωή μου.

Η στάση των δαιμονισμένων αν μεταφραστεί φιλοσοφικά μοιάζει με την απάντηση του Άγγλου εμπειρικού G. Berkeley στο ερώτημα «αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και δεν είναι κανείς εκεί για να το ακούσει, θα κάνει θόρυβο;» (A Treatise Concerning the Principles of Human Knowledge, 1710). Ο ίδιος φυσικά ως γνήσιος ιδεαλιστής, απαντάει αρνητικά. Γνωρίζει την ύπαρξη του δέντρου αλλά όχι την προέκταση ενός γεγονότος, που σχετίζεται με το δέντρο αυτό και συγκεκριμένα με το πέσιμο το∙ ότι δηλαδή, αν πέσει θα παραχθεί θόρυβος. Αντίθετα ο ίδιος απαντά πως το δέντρο αυτό δεν υπήρξε καν! Είχε γνώση του γεγονότος της ύπαρξης του δέντρου, αλλά δεν πίστευε ότι το δέντρο αν πέσει κάπου εκεί πέρα στο δάσος θα ακουστεί ο θόρυβος από την πτώση του. Εξάλλου για τον Berkeley ποιος είναι εκεί για να δει και να ακούσει;

 

Εδώ λοιπόν, έγκειται και η θεμελιώδης διαφορά της γνώσης και της πίστης. Στη γνώση γνωρίζω κάτι μέσα από τις αντιλήψεις μου, παραδοχή που εντοπίζεται στο αξίωμα του Άγγλου εμπειρικού «esse est percipi» (το είναι ταυτίζεται με το αντιλαμβάνεσθαι). Για τον εμπειρικό φιλόσοφο δεν υπάρχει το επέκεινα της κτιστής του περατότητας, την οποία θέτει ως όριο της αντίληψης του, αλλά και της παραδοχής του. Για τον ίδιο, η αλήθεια των πραγμάτων είναι άκρως φυσική. Πίστη για τον εμπειρικό σημαίνει αποδοχή όσων αισθάνομαι και βιώνω, όχι ως προσπάθεια φωτισμού από τη θεία χάρη, αλλά ως κατάργηση κάθε υπερφυσικής αποκάλυψης, η οποία εν τέλει νοείται, άρα ερμηνεύεται με όρους του όντος, επουδενί όμως δεν βιώνεται αγιοπνευματικά.

Βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συμβεί η αγιοπνευματική προσέγγιση του γεγονότος από τον εμπειρικό φιλόσοφο. Η αλήθεια του εμπειρικού ταυτίζεται με την αισθησιοκρατική του αντίληψη. Δεν έχει αυτό το υπερβατικό στοιχείο μέσα της, κάτι που συναντάται στην ορθόδοξη πίστη, όπου «η αλήθεια είναι πάντοτε υπερφυσική, το ακριβές νόημα της είναι πως το πνεύμα υψώθηκε επάνω από το φυσικό» κατά Μπερντιάεφ.

Η γνώση και η πίστη όμως, κι εδώ έχει ύψιστη σημασία να τονιστεί αυτό, δεν βρίσκονται σε μία διαλεκτική διαμάχη, μήτε η μία πασχίζει τον εξοβελισμό της άλλης. Το γνωσιολογικό ερώτημα των Ευνομιανών που έθεταν συχνά στους ορθόδοξους «Τί πρότερον, ἡ γνῶσις ἤ ἡ πίστις;» δεν εντοπίζει την κατάφαση του αποκλειστικά στη γνώση, μήτε αποκλειστικά στην πίστη. Δεν υπάρχει αυτή η επιθυμία έντονης κυριαρχίας της μίας επί της άλλης. Αυτή η διαμάχη δημιουργήθηκε από ακραίες φωνές, που φοβήθηκαν την παρουσία της μίας στους κύκλους επιρροής και ενδιαφέροντος της άλλης. Και φυσικά δεν πρόκειται για μία ακόμη μανιχαϊστική αντίληψη, όπως συμβαίνει με το καλό και το κακό.

Το να γνωρίζω κάτι, δεν σημαίνει ότι η πίστη μου σε αυτό καταργείται. Μπορεί η γνώση να βοηθήσει να πιστέψω, και η πίστη να με οδηγήσει στο να γνωρίσω περισσότερο. Οι διαμονισμένοι γνώριζαν ότι απέναντι τους στεκόταν ο Υιός του Θεού, αλλά ο εγωισμός τους, δημιουργούσε πάντοτε την αδυναμία πίστης στη θεότητα του Χριστού∙ εξάλλου η πίστη στη θεία φύση του Χριστού θα σήμαινε για εκείνους παραδοχή της αδυναμίας του να πιστέψουν στον Δημιουργό τους, άρα και στη σωτηρία τους.

Η πίστη προεκτείνει μία ενδόμυχη υποψία μου στην κατάφαση της, αποτελώντας την οντολογική εμβάθυνση του εαυτού μου στην υπαρξιακή εκτόνωση των βεβαιώσεων μου υπό το πρίσμα της αλήθειας, η οποία βεβαιώνεται πέρα των κτιστών ορίων της γνώσης. Ξεθωριάζει τις αμφιβολίες, δεν τις αφανίζει όμως εξολοκλήρου. Βεβαιώνεται στον εμπειρισμό του Berkeley, στον υπαρξισμό των Descartes και Kierkegaard, πολλώ μάλλον στη σωτηρία του ανθρώπου από τον Υιό και Λόγο του Θεού.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Στην Εκκλησία είναι όλα μυστήρια;

Posted on 20 Ιουνίου 2017 by larisanews

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, είναι ανάγκη να αποφευχθεί ως μονολεκτική. Οι μονολεκτικές απαντήσεις πολλές φορές τείνουν να αποδειχτούν βεβιασμένες και παρορμητικές.

Η σύνολη θεώρηση ενός γεγονότος και η προσεκτική του έρευνα, σίγουρα αποτελούν ασφαλή εγγύηση για την ορθή αξιολόγηση του γεγονότος, εν τέλει του θέματος που αφορά το παρόν άρθρο. Δεν χρειάζεται δε, να σημειώσω πως η προσέγγιση αυτή εξασφαλίζει την αλήθεια των πραγμάτων, όχι μέσα από υποκειμενικές κρίσεις, αλλά ούτε ακόμη και από αντικειμενικές, καθώς η αντικειμενικότητα ως παράγοντας αξιολογικής διαμόρφωσης, εμπεριέχει πολλές φορές ύπουλη την αμερόληπτη προσέγγιση των πραγμάτων. Τα κριτήρια λοιπόν είναι αγιοπνευματικά∙ δηλαδή αφορούν τη ζωή της Εκκλησίας όπως αυτή αποτυπώνεται στην ιστορική πορεία ξεδίπλωσης του σχεδίου της Θείας Οικονομίας.

Αφορμή για τον παραπάνω τίτλο, αποτελεί η μνήμη του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, που η αγία μας Εκκλησία τιμά και εορτάζει σήμερα στις 20 Ιουνίου. Ο Νικόλαος Καβάσιλας, ένας άγιος του 14ου αιώνα, εξύψωσε τον άνθρωπο, αφού μαζί με άλλους Πατέρες όπως ο Γρηγόριος Παλαμάς, δίδαξαν πως η γνώση του Θεού είναι εμπειρική και μας δίνεται μέσα από τα ιερά μυστήρια. Αυτό βέβαια, σε αντίθεση με τον Βαρλαάμ, που αμφισβητούσε την εμπειρία της θεοπτίας, αμφισβητώντας παράλληλα την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, σαφώς επηρεασμένος από την πλατωνική αντίληψη κατά την οποία «θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται».

Ύστερα κι από αυτή την επισήμανση, επιμένω να αποφεύγω μία μονολεκτική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, καθώς έχω ισχυρή τη βεβαίωση πως αυτή, είτε ως κατάφαση είτε ως άρνηση, περιπλέκει τα πράγματα. Δυστυχώς, και αυτό προβληματίζει τη διεθνή θεολογική επιστημονική κοινότητα, το θέμα περί των μυστηρίων στην Εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής, παραμένει ασαφές ζήτημα. Ομολογώ όμως, πως επουδενί δεν έχει να κάνει με τον αριθμό των μυστηρίων. Αφορά όμως, το ερώτημα «τι είναι μυστήριο»; Αυτό λοιπόν το ερώτημα, αποτελεί την άριστη αφορμή, που συμβάλλει στην προσέγγιση ενός θέματος, που δεν έχει τη δική του «καθαρότητα» ως προς την απάντηση. Θέλω λοιπόν, να πω, πως πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα «στην Εκκλησία είναι όλα μυστήρια;», οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τον ορισμό της έννοιας «μυστήριο». Και πιστέψτε με, πως μόνο ο ορισμός αυτός και θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα και θα αναδείξει τη σπουδαιότητα του κατεξοχήν ιερού μυστηρίου, ήτοι της Θείας Ευχαριστίας.

Αναζητώντας, επιφυλακτικά θα έλεγα, έναν ορισμό σχετικά με το τι είναι μυστήριο στην Εκκλησία, διαπίστωσα αυτό, που ήδη είχε σχηματιστεί μέσα μου από την έρευνα και την αναζήτηση. Ότι, δηλαδή η πατερική σκέψη απέφυγε να ορίσει την έννοια «μυστήριο». Εξάλλου, καταπώς σημειώνει ο αείμνηστος δογματολόγος Νίκος Ματσούκας αναφορικά με το ζήτημα, «η ζωή άλλωστε δεν ορίζεται». Έχω παράλληλα την εντύπωση, πως κάθε προσπάθεια ορισμού του «μυστηρίου» στην εκκλησία, μοιάζει με την αγωνιακή προσπάθεια του Heidegger να υπερβεί τη μεταφυσική, χρησιμοποιώντας εντούτοις όρους της μεταφυσικής. Το μυστήριο, θα αποφύγω τον όρο «είναι» αν και μπαίνω στον πειρασμό, αποκαλύπτεται. Εδώ επισημαίνει κάτι πολύ χρήσιμο ο Ν. Μπερντιάεφ, ένας σπουδαίος Ρώσος θρησκειοφιλόσοφος, καθώς παρατηρεί πως «η μυστηριώδης πλευρά της αποκάλυψης δεν μπορεί να εκφραστεί με διασκεπτικούς όρους∙ η διασκεπτική έκφραση είναι πάντοτε συμβατική». Κάτι τέτοιο υπάρχει ως εκφραστική – άρρητη θα έλεγα – προσέγγιση μέσα στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας, καθώς η λεκτική αποτύπωση του μυστηρίου του Θεού, το οποίο σαρκώνεται ως αποκεκαλυμμένη αλήθεια και βιώνεται εμπειρικά, δηλώνεται στις ευχές της Θείας Λειτουργίας με το στερητικό «α». Είναι χαρακτηριστικές οι λέξεις «ανέκφραστος», «απερινόητος», «αόρατος», «ακατάληπτος», που ο ιερέας διαβάζει στην ευχή πριν από τον επινίκιο ύμνο, στη Θεία Λειτουργία. Λέξεις που δηλωτικές μιας άρνησης σκεπτικιστικής στην κατάφαση του γεγονότος της Θ. Ευχαριστίας.

Πώς, λοιπόν συμβάλλει στο ερώτημα του τίτλου ο Νικόλαος Καβάσιλας; Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλω να επισημάνω, πως η συμβολή του στο ζήτημα αυτό» είναι τεράστια, αφού με τα έργα του «Περί της εν Χριστώ ζωής» και «Ερμηνεία εις την Θεία Λειτουργίαν», σπουδάζει το μυστηριακό γεγονός, το οποίο με μόνο τον εμπειρικό τρόπο, γνωρίζει στους αναγνώστες. Γράφει λοιπόν, στην «Ερμηνεία εις την Θεία Λειτουργία»: «Σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις». Αυτόν τον «ορισμό» μας παραθέτει ο Νικόλαος Καβάσιλας, ενδεικτικό της «αμηχανίας» της εκκλησίας να ορίσει τον όρο «μυστήριο», κάτι που απεμπόλησε κάθε σακραμενταλιστική θεώρηση της έννοιας του μυστηρίου στην ορθόδοξη ζωή.

Εδώ προκύπτει ένα άλλο ερώτημα. Αφού η εκκλησία σημαίνεται, αποκτά δηλαδή την ταυτότητα της στα μυστήρια, τότε ποια είναι τα μυστήρια της; Εδώ, οφείλουμε ένα ξεκαθάρισμα και δεικτικός είναι ο λόγος του Γέροντος Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, που εμφατικά τονίζει πως «η φράση ἐν τοῖς μυστηρίοις δεν σημαίνει για τον Καβάσιλα τα επτά μυστήρια (κατάλοιπο της σχολαστικής θεολογίας), αλλά μόνο τη Θ. Ευχαριστία, η οποία στην αρχαία λειτουργική γλώσσα, καλείται ως τα φρικτά και ζωοποιά μυστήρια». Επομένως, είναι πλέον στο παρόν σημείο, να ξεκαθαρίσουμε πως ο Καβάσιλας ως «μυστήρια» εννοεί μόνο τη Θ. Ευχαριστία. Ο πληθυντικός αριθμός της έννοιας, που χρησιμοποιεί δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθότι στις ευχές της Θ. Λειτουργίας ο όρος «μυστήρια», «μυστηρίων», «μυστηρίοις» απαντά συχνά. Για παράδειγμα στην ευχή της Προθέσεως ο ιερέας εύχεται: «καί ἡ­μᾶς ἀ­κα­τα­κρί­τως δι­α­φύ­λα­ξον ἐν τῇ ἱ­ε­ρουρ­γί­ᾳ τῶν θεί­ων σου μυ­στη­ρί­ων», στη δεύτερη ευχή των πιστών, πριν από τον χερουβικό ύμνο, εύχεται: «ἀνενόχως καί ἀκατακρίτως μετέχειν τῶν ἁγίων σου μυστηρίων καί τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι». Ακόμη πιο γνωστή είναι η ευχή, που διαβάζει μετά τη Μετάληψη των πιστών, μεταφέροντας τα Τίμια Δώρα στην Προσκομιδή και ευχόμενος «Ὀρθοί. Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καί ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ».

Σήμερα, στη ζωή της εκκλησίας έχει επικρατήσει, εκτός της Θ. Ευχαριστίας, μυστήρια να καλούνται και ο γάμος, η βάπτιση, το ευχέλαιο, η εξομολόγηση κ.ά. Επίσης, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας», αποκαλεί τη νεκρώσιμη ακολουθία «μυστήριο επί των ιερώς κεκοιμημένων». Ο ίδιος πάλι Πατέρας συγκαταλέγει στα ιερά μυστήρια και τη μοναχική κουρά. Ο δε Θεόδωρος Στουδίτης χαρακτηρίζει ως «μυστήριο» τη μοναχική κουρά. Βλέπουμε λοιπόν, πως η πατερική παράδοση, αφενός μεν δεν εντόπισε το μυστήριο σε ένα και μόνο αποκλειστικά γεγονός της τριαδικής φανέρωσης του Θεού, αφετέρου δε μας εκπλήσσει, χαρακτηρίζοντας ως «μυστήρια» μεταξύ άλλων, τη μοναχική κουρά και τη νεκρώσιμη ακολουθία (εξάλλου, επί τούτου ποιος αμφιβάλλει αυτό, που υμνολογικά αναπέμπει ως δέηση ο μέγας δογματολόγος Ιωάννης Δαμασκηνός, ευχόμενος «ὄντως φοβερώτατον, τό τοῦ θανάτου μυστήριον»;). Επομένως, με βάση τα παραπάνω, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κανένα γεγονός, που συντελείται εντός της εκκλησίας και προέρχεται από την άκτιστη ενέργεια του Θεού, ως μυστήριο. Σ’ αυτό συνηγορεί ο Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου, χαρακτηρίζοντας ως μυστηριώδεις όλες τις ενέργειες του Θεού.

Είναι πλέον καιρός για μία άκρως σημαντική επισήμανση. Καταλυτική για το ξεθώριασμα ασαφειών, που έχουν δημιουργηθεί στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας. Στην εκκλησία, μυστήριο είναι μόνο η Θ. Ευχαριστία. Αυτό βέβαια, δεν αποκλείει κάθε φανέρωση των ενεργειών του Θεού από το να χαρακτηριστούν ως «μυστήρια» (και οι οποίες συντελούνται στο βάπτισμα, στο χρίσμα, στο γάμο κ.α.) αλλά αυτά τα αγιοπνευματικά γεγονότα, χαρακτηρίζονται ως μυστήρια (με την ευρεία έννοια) ακριβώς και μόνο επειδή αντλούν την «ισχύ» τους και την πνευματική τους φύση, από το κατεξοχήν μυστήριο της εκκλησίας, δηλαδή τη Θ. Ευχαριστία. Αυτό δεν είναι ξένο προς τη ζωή της εκκλησίας, ούτε μία καινοφανής τοποθέτηση, αν σκεφτούμε, πως στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, ο γάμος, το βάπτισμα κ.ά. τελούνταν εντός της Θ. Ευχαριστίας. Ήταν απόλυτα συνδεδεμένα με το μυστήριο της ευχαριστιακής συνάξεως «επί το αυτό», και με την πάροδο του χρόνου, αν και αποκόπηκαν από τη Θ. Ευχαριστία (όπως συμβαίνει και στις μέρες μας), συνηθίζεται να καλούνται μυστήρια. Εξ ου και κάποιες δεήσεις, ευχές της Θ. Ευχαριστίας, που έχουν περάσει στην ακολουθία του γάμου, του βαπτίσματος κ.ο.κ., μετά την αποκοπή τους από το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.

Αν τώρα, λάβουμε υπόψη μας τη φράση του Μαξίμου Ομολογητή «σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις» (από το «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας») βρισκόμαστε ενώπιον μίας πραγματικότητας, που επουδενί δεν επιτρέπει την αστοχία των πραγμάτων, αλλά δρα καταλυτικά στο ξεκαθάρισμα πολλών ασαφειών. Καταρχάς, οι όροι «εικόνα» και «αλήθεια» αποτελούν φιλοσοφικά δάνεια της πλατωνικής θεώρησης, εντούτοις ο Μάξιμος (όπως και ο Διονύσιος στην «Εκκλησιαστική Ιεραρχία» και άλλοι Πατέρες), τα δανείζονται για να διατυπώσουν τη σκέψη τους. Το μαξιμιανό λοιπόν, τρίπτυχο «σκιά – εικόνα – αλήθεια» ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Επικεντρώνει την προσοχή μας στην «αλήθεια», δηλαδή στην μελλοντική κατάσταση των γεγονότων (που ως εικόνες έχουν ισχύ στον παροντικό χρόνο), όπου το μόνο μυστήριο που θα υφίσταται (στη Βασιλεία του Θεού) είναι η Θ. Ευχαριστία και όχι ο γάμος, η εξομολόγηση, το χρίσμα, το βάπτισμα κ.ά.

Στο παρόν, υφίσταται η «εικόνα», δηλαδή «τά νῦν τελούμενα ἐν τῇ συνάξει», όπως γράφει ο Μάξιμος. Αυτά τώρα τα «τελούμενα» πάλι καταπώς ο ίδιος σημειώνει στη συνέχεια των λόγων του, «σύμβολα ταῦτα, καί οὐκ ἀλήθεια». Η Λειτουργία λοιπόν που τελείται δεν είναι η «αλήθεια» όπως θα υφίσταται στη Βασιλεία του Θεού, αλλά η εικόνα της αλήθειας. Εικονίζει την αλήθεια (εδώ ο όρος «εικόνα» όχι όπως νοείται στην πλατωνική φιλοσοφία περί ιδεαλιστικής θεώρησης του κόσμου), που ως νέα κατάσταση θα συνεχίζει να έχει ισχύ στα έσχατα.

Εν κατακλείδι, απ’ ότι φάνηκε μέσα από την πατερική σκέψη και στοχασμό, το μυστήριο αφενός μεν δεν ορίζεται, αφετέρου δε δεν εντοπίζεται ως συγκεκριμένη ενέργεια του Θεού, σε συγκεκριμένη κατάσταση. Στην εκκλησία όλα είναι μυστήρια. Κι αν ο γάμος, το βάπτισμα, και άλλα τα χαρακτηρίζουμε ως «μυστήρια», αυτό ωφείλεται στο γεγονός ότι ενυπήρχαν μέσα στο κατεξοχήν και μοναδικό μυστήριο της εκκλησίας, τη Θ. Ευχαριστία. Ένα μυστήριο, που δηλώνει την ταυτότητα της εκκλησίας. Δεν μπορώ στο τέλος, παρά να μνημονεύσω τη σημαντική και καθοριστική προσφορά του Ρώσου θεολόγου Ν. Αφανάσιεφ στην «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», η οποία επηρέασε τη διδασκαλία περί εκκλησίας της Β’ Βατικάνειας Συνόδου (1962 – 1965), καθώς και τη σύνδεση της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» και της άσκησης, όπως επισημαίνει στα έργα του ο Μητροπολίτης Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Τελικά, τι είναι Εκκλησία;

Posted on 06 Ιουνίου 2017 by larisanews

Αν το ερώτημα που αιωρείται λίγο παραπάνω, τεθεί σε ανθρώπους που καθημερινά κινούνται έξω, έχω ισχυρή την αίσθηση πως θα δοθούν ποικίλες απαντήσεις, οι οποίες εντούτοις δεν θα καταστούν ικανοποιητικές. Ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι, ίσως να μην απαντούσαν αναλόγως.

Ομολογώ πως μέσα από την τακτοποίηση των σημερινών αυτών σκέψεων, και όσον αφορά το παραπάνω ερώτημα, σκέφτηκα για άλλη μία φορά τους ανθρώπους που δεν εκκλησιάζονται. Τους αδιάφορους, τους ατσαλάκωτους, τους αγνωστικιστές, τους αθεϊστές, τους αναρχικούς, τους αρνητές. Και τους σκέφτηκα ξανά, όχι γιατί ο λόγος του Χριστού απευθύνεται σε όλους (και φυσικά και σ’ εκείνους), αλλά γιατί οι άνθρωποι αυτοί, έχω αθεράπευτη την πίστη ότι έχουν μέσα τους ένα έδαφος «ακατανόητο», «τσαλακωμένο», «ανακατωμένο» και άνυδρο, το πλέον κατάλληλο για να πέσει ο σπόρος και οι μύχιες και οντολογικές τους αναζητήσεις, να γνωρίσουν τον Χριστό, να γνωρίσουν την Εκκλησία. Επουδενί ως ειδυλλιακή κατάσταση, αόριστο και απροϋπόθετο πνευματικό βίωμα, κοσμικό γεγονός, τόπος τέλεσης μυστηριών που η ανθρώπινη συνήθεια κατάντησε ως μη αγιοπνευματικό γεγονός. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι όλα αυτά. Και πιστεύω, πως μόνο αν ο άνθρωπος γνωρίσει αυτό που είναι, τότε θα βάλει το πιο ουσιαστικό λιθαράκι για να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του σε αυτό που ο Θεός τον καλεί να γίνει.

Θέλω λοιπόν τοιουτοτρόπως, να τονίσω πως το τι είναι Εκκλησία – λεκτικά, σχηματικά – δεν έχει τόσο νόημα για τον άνθρωπο. Η εκκλησία όμως, έχει νόημα, όταν γίνει για τον άνθρωπο αυτό που είναι. Το να υπάρχει για να υπάρχει, ουδόλως δεν ερεθίζει τις υπαρξιακές ανάγκες και προοπτικές του ανθρώπου. Το να γίνει, και να γίνεται μέσα στον καιρό και στον κάθε καιρό του σύνολου χρόνου, αυτό που είναι, αυτό πραγματικά έχει ενδιαφέρον να στρέψει αρχικά τον άνθρωπο προς το παραπάνω ερώτημα, το οποίο με τη σειρά του θα τον οδηγήσει στην αλήθεια των πραγμάτων, ήτοι την ανάπτυξη των αισθητηρίων που καλωσορίζουν στην υπόσταση του, την άκτιστη θεία χάρη.

Είναι ανάγκη, κάπως και κάπου να αναζητήσουμε την ταυτότητα της Εκκλησίας, αυτή την ειδοποιό της διαφορά, την ιδιαιτερότητα της. Αυτό δηλαδή που θα δείξει στους ανθρώπους τι όντως είναι και τι γίνεται μέσα από το είναι της, καθώς καταπώς σημειώνει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας «το είναι και η ταυτότητα της Εκκλησίας ως εσχατολογικής κοινότητας δεν βρίσκεται στην ιστορία, σε αυτό που είναι τώρα, αλλά στην Βασιλεία, σε αυτό που θα είναι» ή κατά Νικόλαο Καβάσιλα «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή φύεται μέν ἐν τῶδε τῷ βίῳ καί τάς ἀρχάς ἐντεῦθεν λαμβάνει». Αυτή η προσέγγιση του Γέροντος Περγάμου, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το γεγονός της αμφισημίας που εντοπίζεται στη φύση της Εκκλησίας∙ η Εκκλησία ζει το μέλλον της στο παρόν της και ολοκληρώνει το παρόν της στο μέλλον. Αυτό καταδεικνύει με περίτρανο τρόπο τη χρονική της απαγκίστρωση από τον κάθε καιρό και κάθε τόπο που καθηλώνει την προοπτική της σε δεδομένα κτιστά χωροχρονικά πλαίσια. Με άλλα λόγια, στην Εκκλησία δεν ζούμε για τα έσχατα μόνο, όπως δεν ζούμε μόνο για το παρόν. Υφίσταται λοιπόν η Εκκλησία σε μία χρονική διαλεκτική θα λέγαμε, μεταξύ ιστορικισμού και εσχατολογισμού, ζώντας το ιστορικό της παρελθόν και το ιστορικό της παρόν στην εσχατολογική της πραγμάτωση. Και είναι σημαντικό αυτό, διότι αναιρεί με τον τρόπο αυτό, τη μονοσήμαντη «εξουσιαστικότητα» και αποκλειστικότητα των εσχάτων. Αποφεύγοντας δε παράλληλα την καθήλωση στα κτιστά και πεπερασμένα που νοηματοδοτούν μεν την ιστορική της πορεία, αλλά δεν την ολοκληρώνουν.

Η πατερική σκέψη απέφυγε να δώσει ένα σαφή ορισμό για το είναι της Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μονομερή και απόλυτα οριοθετημένη συμπύκνωση του πνευματικού γεγονότος και θα δημιουργούσε μία εκλαϊκευμένη και κτιστή εικόνα για την ίδια. Εν τέλει, θα διερήγνυτο η σχέση Θεού – ανθρώπου και το μυσταγωγικό και εμπειρικό βίωμα θα ενέπιπτε σε όρους του όντος. Αν λοιπόν, γινόταν κάτι τέτοιο, κάθε χαρισματική έκφραση της ιερότητας θα προσεγγιζόταν μαγικά και όχι μυσταγωγικά. Ένας λοιπόν οποιοσδήποτε ορισμός της Εκκλησίας απεμπολεί το μυστήριο της θείας αποκάλυψης και νοεί τα έσχατα ως ιστορισμό. Κι εδώ, συναντάται μία ακόμη αμφισημία. Ενώ το ιστορικό και πνευματικό γίγνεσθαι στη ζωή της Εκκλησίας εικονίζει την αλήθεια των εσχάτων, αν τα έσχατα (γιατί εκεί αποκτά την αιωνιότητα της η Εκκλησία) νοηθούν μέσα από λεκτικά  σχήματα, τότε η Εκκλησία καταντά απολύτως και ολοκληρωτικώς ένα τελεσίδικο ιστορικό γεγονός, που δεν βιώνει την εσχατολογία του, αλλά ορίζει το απρόσληπτο, σαρκωμένο δε μυστήριο του Θεού, ως μη σημαινόμενο, μηδέποτε βιούμενο δια της θείας χάριτος και κοινωνίας με τον τριαδικό Θεό.

Τελικά, τι είναι Εκκλησία; Δεδομένου ότι ο απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή συνδέει την Εκκλησία με τη σύναξη των πιστών για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, λέγοντας «συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ» (Α’ Κορ. 11, 18), μπορούμε να πούμε πως η Εκκλησία συνδέεται με τη Θ. Ευχαριστία. Αυτό που μας επιτρέπει να τονίσουμε αυτή τη σύνδεση ακόμη περισσότερο, είναι το γεγονός ότι ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, τον 14ο αιώνα πρώτος ορίζει την Εκκλησία, γράφοντας στην Ερμηνεία στη Θεία Λειτουργία πως «σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις». Να η ταυτότητα της Εκκλησίας. Τα ιερά της μυστήρια. Και με τον όρο «μυστήριο» σε πληθυντικό αριθμό (βλ. επίσης «Ὀρθοί. Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καί ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» στην ευχή της Θείας Λειτουργίας), ο Καβάσιλας εννοεί το κατεξοχήν μυστήριο, το «κεφαλαιωδέστερον» όλων κατά Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τη Θ. Ευχαριστία.

Αυτή τη θέση, είχε προφανώς στην σκέψη του ο Ρώσος Θεολόγος Nicholas Afanasiev (1893-1966) και έκανε λόγο για πρώτη φορά, για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», την οποία υποστήριξε στη διατριβή του, ο τότε νέος θεολόγος Ιωάννης Ζηζιούλας (όταν την κατέθετε δεν γνώριζε τα έργα του π. Afanasiev). Ως γνωστόν ο Μητροπολίτης κ.κ. Ιωάννης είναι γνωστός για τη συμβολή του στην ευχαριστιακή εκκλησιολογία, την οποία συνδέει για την ασκητική. Στη Θ. Ευχαριστία εξάλλου, εντοπίζει ο ίδιος το είναι της Εκκλησίας.

Στο σημείο όμως αυτό, οφείλω μία άκρως ενδιαφέρουσα επισήμανση. Το γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος και ο Καβάσιλας, συνδέουν την Εκκλησία με το ευχαριστιακό γεγονός της «επί το αυτό» συνάξεως, σημαίνει ότι η Θ. Ευχαριστία είναι ένα μυστήριο που τελείται στον ιστορικό αυτό καιρό της κτίσης, έχει όμως την αναφορά του στη Βασιλεία του Θεού. Και είναι το μοναδικό μυστήριο που θα υπάρχει στα έσχατα. Στα έσχατα δεν θα υφίστανται τα ιερά μυστήρια του γάμου, της εξομολόγησης κ.ο.κ.. Ίσως και γι’ αυτό δεν αποτελούν μυστήρια με την ακραιφνή έννοια του όρου (τα μυστήρια δεν είναι επτά όπως διατείνεται η σχολαστική θεολογία), καθώς το κατεξοχήν μυστήριο από όπου αντλούν την ταυτότητα τους όλα τα άλλα, είναι η Θ. Ευχαριστία. Γι’ αυτό και ο γάμος για παράδειγμα τελούταν μέσα στη Θ. Ευχαριστία.

Προς μία τέτοια ομολογία, συνηγορεί ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος μέσα από το τρίπτυχο «σκιά-εικόνα-αλήθεια» αναδεικνύει τον άρρηκτο δεσμό Θ. Ευχαριστίας και Βασιλείας του Θεού (ανατρέπει δε παράλληλα την αρχαιοελληνική έννοια της αιτιότητας). Γράφει λοιπόν ο Μάξιμος ο Ομολογητής, στα σχόλια του στο «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας» του Διονυσίου Αρεοπαγίτου: «Σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις».

Μέσα από αυτό το σχήμα ο Μάξιμος θέλει να μας δείξει πως η μελλοντική Βασιλεία είναι το αίτιο και το αρχέτυπο της Θ. Ευχαριστίας, η οποία είναι για εκείνον εικόνα μιας αληθινής Ευχαριστίας. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία αυτό προβάλλει. Την άρρηκτη σύνδεση Εκκλησίας και Θ. Ευχαριστίας. Έτσι, με την πραγματικότητα αυτή η ταυτότητα της Εκκλησίας δεν είναι φιλοσοφική, ιδεολογική, ιεραποστολική, αλλά μυστηριακή και δη ευχαριστιακή. Αυτό την ξεχωρίζει από οργανώσεις, ιδεολογίες, θεωρίες και συστήματα. Αυτό το χάρισμα της ευχαριστιακής συνάξεως την επεκτείνει στα έσχατα, όπου και συνεχίζει να υπάρχει. Αιώνια.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

6ο Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής στα Τρίκαλα

Posted on 30 Μαρτίου 2017 by larisanews

Η Δημοτική Χορωδία Τρικάλων του Τμήματος Πολιτισμού – Αθλητισμού της Δ/νσης Παιδείας – Πολιτισμού του Δήμου Τρικκαίων διοργανώνει το 6ο Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής Τρικάλων, το οποίο τελείται υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών και την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Χρυσοστόμου. Η εκδήλωση θα λάβει χώρα στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Τρικάλων την Παρασκευή 7 Απριλίου 2017 και ώρα 7:30 μ.μ.

Στη συναυλία αυτή θα συμμετάσχουν σύμφωνα με τη σειρά εμφάνισής τους:

  1. Δημοτική Χορωδία Τρικάλων
  2. Χορωδία Εκκλησιαστικής και Παραδοσιακής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών
  3. Βυζαντινός Χορός Συνδέσμου Ιεροψαλτών Ι.Μ. Δημητριάδος «Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης»
  4. Μικτή Χορωδία Πολιτιστικού Συλλόγου Τυρνάβου
  5. Σωματείον Ιεροψαλτών Ν. Τρικάλων «Ιωάννης ο Δαμασκηνός»

 

Οι χορωδίες του 6ου Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής θα ψάλλουν πασχαλινούς ύμνους και αποσπάσματα της Θείας Λειτουργίας.

 

 

 

Από τη Δημοτική Χορωδία Τρικάλων 

Comments (0)

Οκτώβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031