Tag Archive | "Εκκλησία"

Tags: , ,

Μνημόσυνο στον διδάσκαλό μου π. Γ. Μεταλληνό – Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα

Posted on 23 Ιανουαρίου 2020 by larisanews

Της 19 Δεκεμβρίου του 2019 κοιμήθηκε ο πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο οποίος υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οφείλω και εγώ να του κάμω εδώ στα Τρίκαλα και στην ενορία μου Αγ. Παρασκευή Φλαμουλίου το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο την Κυριακή 26 Ιανουαρίου του 2020, όπου και θα εκφωνήσω σχετική με το πρόσωπό του ομιλία. Υπήρξε πνευματικός οδηγός της πρεσβυτέρας μου Γεωργίας, ο καλύτερος διδάσκαλος μας σχετικά με τις θεολογικές μας σπουδές, ομιλητής στην χειροτονία μου εις διάκονο και πάρα πολλές φορές είχα την τιμή να με φιλοξενήσει στο σπίτι του όπου  και κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις λύνοντας τις απορίες μας.

Οι περισσότεροι τον γνωρίζουμε από την τηλεόραση, το διαδίκτυο και τις χιλιάδες ομιλίες του σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο και όχι μόνο χώρο. Άριστος θεολόγος, ιστορικός, κοινωνιολόγος, φιλόλογος, δογματολόγος, λειτουργιολόγος και γενικά ομολογητής της πίστεως που κανείς δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί του τόσο από τον χώρο της θεολογίας όσο και από τον χώρο της φιλοσοφίας. Στις συζητήσεις και τα συνέδρια που ελάμβανε μέρος μπορούσε  όποιον έκαμε λάθος να τον βάζει στην θέση του και να αναδεικνύει την αλήθεια με χαρακτηριστική άνεση χωρίς να προσβάλει κανέναν, χωρίς να νευριάζει και να υψώνει την φωνή του.

Κάθε Πέμπτη απόγευμα μετά τον Εσπερινό στο Εκκλησάκι του Αγίου Αντύπα στην οδοντιατρική σχολή  Αθηνών μπορούσαμε ώρες ατέλειωτες να του κάνουμε ερωτήσεις και αυτός να απαντά για οποιοδήποτε θέμα είτε πνευματικό είτε σχετικό με τα θεολογικά δρώμενα της εποχής. Η λέξει «φρένο» στον λόγο του δεν υπήρχε. Μπορούσε για μία και μόνον ερώτηση χωρίς καμιά προετοιμασία να ομιλεί ώρες ατέλειωτες. Θυμούμαι μια φορά που πήγα να τον πάρω με το αυτοκίνητό μου από την Αθήνα για να τον φέρω στα Τρίκαλα για μια ομιλία, σε διαδρομή πέντε ωρών, μου απήντησε χωρίς να σταματά καθόλου να ομιλεί μόνον σε δύο ερωτήσεις.

Η σπουδαιότερη προσφορά του στην σύγχρονη εποχή είναι ότι τοποθέτησε με ενάργεια μέσα στο μυαλό μας τα Ορθόδοξα Αγιοπατερικά κριτήρια. Τόνισε τις διαφορές μεταξύ του Δυτικού, προτεσταντικού και καθολικού τρόπου ζωής, με τον καθ’ ημάς Ανατολικό Ορθόδοξο τρόπο ζωής. Μας έδωσε να κατανοήσουμε πέρα από τις δογματικές διαφορές που έχουμε με τους δυτικούς, πώς επηρεάζεται η καθημερινή μας ζωή από τον Ορθολογισμό και τον νεοπλουτισμό. Μπορούσε να αναλύει τόσο τα ελαττώματα του καπιταλισμού όσο και του κομμουνισμού καθώς και όλες τις σύγχρονες φιλοσοφίες και τις παρεκτροπές τους.

Ειδικότητά του ήταν η ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως έως σήμερα. Δηλαδή με λίγα λόγια η ιστορία της Ορθόδοξης Ρωμηοσύνης. Ρωμηοσύνη κατά τον π. Γεώργιο είναι η Ορθόδοξη Ελληνικότητα με κέντρο την Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ως το νέο Εθναρχικό μας κέντρο όπως το επέλεξε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 330μ.Χ. Εάν οι νεοέλληνες γνώριζαν εις βάθος τι σημαίνει Ρωμηοσύνη πολλά δεινά θα είχε γλιτώσει αυτός ο τόπος και το βασικότερο είναι πως η παιδεία μας θα ήταν σε πιο σωστό δρόμο. Η γνήσια ελληνικότητα και η Ορθοδοξία είναι οι μοναδικές δυνάμεις με τις οποίες μπορούμε να επιβιώσουμε  στην παγκοσμιοποίηση που σαρώνει και ισοπεδώνει τα πάντα.

Το σημαντικότερο όμως που διδαχθήκαμε όσοι γνωρίσαμε από κοντά τον παπα-Γιώργη, όπως του άρεσε να τον προσφωνούμε, είναι η λέξη ανιδιοτέλεια στην οποία, όπως μας έλεγε, συνοψίζεται όλο το Ευαγγέλιο. Ο ίδιος έδωσε όλες του τις δυνάμεις για την μητέρα Εκκλησία  χωρίς κανένα οικονομικό ή άλλο όφελος. Ένοιωθε πρώτα Ορθόδοξος παπάς και μετά Πανεπιστημιακός Καθηγητής παρ’ όλο που ανέβηκε όλα τα αξιώματα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τις εξακόσιες και πλέον μελέτες που έκαμε τις έδινε αφιλοκερδώς σε διάφορους εκδοτικούς οίκους οι οποίοι πρέπει να τον θεωρούν μεγάλο ευεργέτη. Ποτέ δεν άπλωσε το χέρι για κανέναν λόγο να πάρει χρήματα,αντίθετα όπου έβλεπε ανάγκη βοηθούσε αδιάκριτα.

Πονούσε για τα ατοπήματα των σύγχρονων θεολόγων διότι οι Πατέρες, όπως έλεγε, δεν διαφέρουν ποτέ ο ένας από τον άλλο ως προς τα λεγόμενα και γραφόμενά τους γιατί διατηρούν την συνέχεια μεταξύ τους, απλώς ο καθένας εκφράζει την θεολογία με τον δικό του τρόπο στην δική του εποχή. Οι απόλυτα ορθόδοξες θέσεις του θα λείψουν δυστυχώς από τον σύγχρονο οικουμενιστικό διάλογο.(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ).

 

Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα, Θεολόγου-Μουσικού

Comments (0)

Tags: , ,

Η αμαρτία κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο – Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα (Β΄ Μέρος)

Posted on 16 Ιανουαρίου 2020 by larisanews

Επανέρχομαι με το εν λόγω βιβλίο διότι νομίζω πως όλοι θα ωφεληθούμε αν πάρουμε απ’ αυτό κάποια στοιχεία τα οποία θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε αυτόν το αδυσώπητο εχθρό που λέγεται αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλάει για τα ακούσια και τα εκούσια αμαρτήματα. Τα πρώτα συχνά δεν τα συνειδητοποιούμε ενώ για τα δεύτερα, τα εκούσια, μας ελέγχει έντονα η συνείδησή μας. Μας λέγει όμως ότι και για τα δύο είμαστε υπεύθυνοι και κάποια στιγμή θα παιδαγωγηθούμε από τον Θεό.

Επίσης χωρίζει τις αμαρτίες σε μικρές ή κατά διάνοια αμαρτίες και σε βαριές ή θανάσιμες. Υπάρχουν αμαρτίες που κατά τη φύση τους είναι ελαφρότερες. Στην καθημερινή μας ζωή και πολλές φορές κατά την Θεία Λειτουργία ο διάβολος πολεμά τον χριστιανό με διάφορες σκέψεις που απαριθμεί ο άγιος: την ραθυμία, την τεμπελιά δηλαδή, την κενοδοξία, την κατάκριση και την κακολογία, τις πονηρές σκέψεις, τα ακόλαστα βλέμματα, την εχθρότητα για συνανθρώπους μας ή ακόμα και την αγανάκτηση για τις δυσκολίες της ζωής. Αυτές δυστυχώς οι ελαφρές αμαρτίες είναι πολύ επικίνδυνες διότι συχνά οδηγούν τον άνθρωπο στις θανάσιμες που δυστυχώς επιφέρουν τον ψυχικό θάνατο.

Θανάσιμες αμαρτίες είναι: ο φόνος και όσοι κοινωνούν λέγει ο άγιος αμετανόητοι γι’ αυτό το αμάρτημα θα τιμωρηθούν όσο και οι σταυρωτές του Κυρίου. Η πορνεία είναι ρυπαρή και ακάθαρτη πράξη, η ψυχή του πόρνου γίνεται σκληρή και δύσκολα ενδίδει στην αρετή. Μεγαλύτερη από τον φόνο και ασύγγνωστη αμαρτία είναι η μοιχεία, όταν δηλαδή κάποιος ενώ είναι παντρεμένος πηγαίνει μ’ άλλες γυναίκες. Ρίζα της μοιχείας  είναι η ακόλαστη επιθυμία όχι του σώματος αλλά των ματιών της ψυχής.

Όλα τα αμαρτήματα, μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι μικρότερα σε σύγκριση με την ομοφυλοφιλία. Σ’ αυτήν η «μίξης είναι και παράνομος και παρά φύσιν», δεν δέχεται εύκολα θεραπεία, είναι ανίατη νόσος. Τέλος στα βαριά αμαρτήματα τοποθετεί: την κατάκριση, τον εγωισμό, την βλασφημία, την μέθη, την ιεροκατηγορία, την φιλαργυρία και την ψευδορκία.

Για όλες τις αμαρτίες η παιδαγωγία και οι τιμωρίες του Θεού δεν είναι ίδιες. Ή ηλικία, η εποχή, τα πρόσωπα, τ’ αξιώματα και η σύνεση διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο κατά την διάπραξη της αμαρτίας. Γι’ αυτό διαφορετικά τιμωρείται η αμαρτία στην Παλαιά Διαθήκη και διαφορετικά στην Καινή Διαθήκη. Διαφορετικά θα τιμωρηθεί ο ιερέας, ο πλούσιος, ο φτωχός, ο κατηχούμενος κ.ο.κ. Ο ιερέας όταν αμαρτάνει δεν μπορεί να ισχυρισθεί απειρία, άγνοια, ανάγκη ή βία. Εμείς οι ιερείς έχουμε ταχθεί να διορθώνουμε και να φωτίζουμε την άγνοια του ποιμνίου μας. Γι’ αυτό ο προφήτης Δαυίδ μετά την την διάπραξη των αμαρτημάτων της μοιχείας και του φόνου τιμωρήθηκε αυστηρά από τον Θεό.

Ας φροντίσουμε αγαπητοί φίλοι να διώξουμε μακριά την άγνοια της αμαρτίας. Ας μην δικαιολογούμαστε ότι παρασυρθήκαμε από άλλους. Και τον Αδάμ μετά την παρακοή δεν τον ωφέλησε η απολογία του πως τον απάτησε η Εύα κι εκείνη το φίδι. Ας μην ξεχνούμε επίσης πως με τις αμαρτίες μας σκανδαλίζουμε και τους αδελφούς μας. Γι’ αυτό για να έχουμε ψηλά το πρόσωπό μας απέναντι στον Θεό και τους αδελφούς μας ας αποφεύγουμε την τρυφηλή ζωή, την πλεονεξία, την αρπαγή, την μέθη, την πορνεία, την μοιχεία, την σκληροκαρδία, την φιλαργυρία και όλες τις αμαρτίες που μας οδηγούν στον ψυχικό θάνατο.

Το χρήσιμο αυτό βιβλίο του Μητροπολίτου πρ. Αυλώνος κ. Χριστοδούλου Μουστάκα μπορείτε να το προμηθευτείτε στο βιβλιοπωλείο της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών Απόλλωνος 19. Ας είναι καλοτάξιδο   και βοηθός στην πνευματική ζωή όλων μας!

 

Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα, Θεολόγου-Μουσικού

Comments (0)

Tags: , ,

Η αμαρτία κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο – Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα

Posted on 09 Ιανουαρίου 2020 by larisanews

Τρέχει ο αδυσώπητος χρόνος, πέρασε το 2019, φύγαν οι πρώτες ημέρες του 2020. Δυστυχώς, όσο μεγαλώνουμε ωριμάζουμε αλλά δεν παύουμε να αμαρτάνουμε. Χρόνος και αμαρτία είναι μεταπτωτικά φαινόμενα που θα σταματήσουν μόνον με την συντέλεια του κόσμου και την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου μας.

Εμείς οι σύγχρονοι θεολόγοι και ιεροκήρυκες φοβόμαστε να ομιλήσουμε για την φύση της αμαρτίας και της επιπτώσεις της στην ψυχική αλλά και σωματική υγεία του ανθρώπου. Αυτό γίνεται γιατί δεν θέλουμε να στενοχωρήσουμε τον σημερινό άνθρωπο ο οποίος ρέπει προς την κατάθλιψη και την μελαγχολία. Πολλοί μάλιστα θεολόγοι επηρεασμένοι από την φιλοσοφία του υπαρξισμού ονομάζουν απροκάλυπτα την αμαρτία ως μια απλή αστοχία του ανθρώπου, που αν ο άνθρωπος καταφέρνει κάθε φορά που την διαπράττει να διώχνει μακριά τις τύψεις της συνειδήσεως, τότε δεν έχει καμιά αρνητική επίπτωση στην ψυχολογία του.

Τα πράγματα έρχεται να βάλλει στην θέση τους το πολύ εποικοδομητικό βιβλίο για όλους μας: «Η αμαρτία κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο», του πρ. Μητροπολίτου Αυλώνος κ. Χριστοδούλου. Ο πολυγραφότατος, σεβαστός και αγαπητός στην περιοχή μας Επίσκοπος, έχει μελετήσει σε βάθος τα συγγράμματα και τις ομιλίες του Μεγάλου Χρυσοστόμου. Αποδελτίωσε τα ομορφότερα χωρία και με εκλαϊκευμένο τρόπο μάς προσφέρει μια σύντομη μελέτη όπου μπορούμε να βρούμε με ενάργεια απαντήσεις σε ζωτικά για την πνευματική μας ζωή θέματα όπως: Ποιες είναι οι ρίζες της αμαρτίας; ποιες οι επιδράσεις της αμαρτίας στον άνθρωπο; ποια τα στάδια της αμαρτίας; ποιες οι θανάσιμες αμαρτίες; ο Θεός είναι τιμωρός ή παιδαγωγός; γιατί η αμαρτία είναι η παρά φύση κατάσταση του ανθρώπου; γιατί ο Θεός άφησε ελεύθερο τον διάβολο;

Είναι δυνατόν έναν άνθρωπο που αγωνίζεται για την αρετή να μην απασχολούν όλα τα παραπάνω ερωτήματα; Ο απόστολος Παύλος μας είπε ότι: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστί». Ποιος θέλει να φτάσει στον ψυχικό θάνατο; Ποιος δεν θέλει να γλυτώσει από τα πάθη του που έχουν την ρίζα τους στην αμαρτία; Και βέβαια η μεγαλύτερη αμαρτία όλων μας είναι ο εγωισμός. Λέγει στην σελίδα 106 ο συγγραφέας του βιβλίου: «Ο εγωισμός δαιμονοποιεί τον άνθρωπο, τον κάνει υβριστή, βλάστημο, επίορκο κι αίτιο θανάτων και φόνων. Ο εγωιστής ζει, συνέχεια, λυπημένος, αγανακτισμένος, τίποτε δε μπορεί να ικανοποιήσει το πάθος του και δε χορταίνει με τίποτε».

Και βέβαια την θεραπεία μας την δίδει κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο η λέξη μετάνοια.  Θανάσιμο αμάρτημα για τον πεπτωκότα άνθρωπο, αυτόν που αρνήθηκε την Χάρη του Θεού και την κατά Θεό ζωή είναι η αμετανοησία. Όποιος δεν αλλάζει τρόπο ζωής ζει μια κόλαση, «μάλλον ο ίδιος είναι μια κινούμενη κόλαση σ’ αυτή τη ζωή πριν πάει στην αιώνια. Γιατί όλα αυτά; Γιατί δεν αγαπάει τον εαυτό του πρώτα, το συνάνθρωπο και τον Θεό. Εξάλλου η μετάνοια δεν είναι μια πράξη, αλλά μια ψυχική κατάσταση και, επομένως, δεν έχει τέρμα», (σελ. 111).

Επειδή νομίζω πως όλοι θα ωφεληθούμε από το εν λόγω βιβλίο θα επανέλθω και την επόμενη εβδομάδα με εποικοδομητικά στοιχεία γύρω από το θέμα της αμαρτίας. Άγιε πρ. Αυλώνος κ. Χριστόδουλε, ευχαριστούμε για το πόνημά σας, ο Θεός να σας δίδει έτη πολλά ώστε αυτός ο τόπος να ευεργετείται πνευματικά από τους πνευματικούς καρπούς της εν γένει διακονίας σας.

 

Του πρωτ. Αθανασίου Τύμπα, Θεολόγου-Μουσικού

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Οι Τρεις γεννήσεις του ανθρώπου – Του Πρωτ. Αθανασίου Π. Τύμπα, Θεολόγου-Μουσικού

Posted on 12 Δεκεμβρίου 2019 by larisanews

Την  πρώτη φορά, αγαπητοί φίλοι, γεννιόμαστε μέσα στην κοιλιά της μητέρας μας. Όταν βρισκόμασταν εκεί δεν ξέραμε τι θα συναντήσουμε όταν αντικρίσουμε το φως του ηλίου. Δεν ξέραμε ότι κάποια στιγμή θα τρώμε στερεές τροφές, ότι θα χρειαζόταν να δουλεύουμε για να βγάλουμε τα προς το ζην, ότι θα αντικρίζαμε αυτόν τον όμορφο κόσμο, την μητέρα μας τον πατέρα μας και τόσα άλλα όμορφα πράγματα αλλά και δυσάρεστα, όπως η φτώχεια, το κρύο και οι πόλεμοι.

Η αγία Συγκλητική, στον πρώτο τόμο του Ευεργετινού, μας λέγει πως έτσι συμβαίνει και στην εδώ ζωή μας, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και να γευτούμε πλήρως όσα θα υπάρχουν στην μετά τον θάνατο ζωή. Αφού δοκιμάσαμε τα παρόντα καλό είναι να ορεχτούμε τα μεγάλα και θαυμαστά που θα υπάρχουν στην ουράνια ζωή μας. Όπως λοιπόν τα έμβρυα αφού αναπτυχθούν πλήρως μέσα στην μήτρα με την γέννησή τους αφήνουν την ατελή τροφή και παίρνουν την στερεά τροφή, έτσι και εμείς οφείλουμε να επιθυμούμε την ενάρετη και πνευματική ζωή που μας οδηγεί προς την ουράνια πολιτεία την οποία οι άγιοι την γεύονται από αυτήν την ζωή.

Η δεύτερη γέννηση του ανθρώπου είναι το Άγιο Βάπτισμα. Με τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος που αποκτούμε, γευόμαστε από την γη ουράνια δόξα και Θεία Χάρη. Αυτό γίνεται και κάθε φορά που βρισκόμαστε μέσα στην Θεία Λειτουργία, όπου Άγγελοι, Άγιοι και άνθρωποι γινόμαστε ένα για να δοξολογήσουμε τον Τριαδικό Θεό.

Υπάρχει και μια τρίτη γέννηση του ανθρώπου, η μετάνοια, διότι δυστυχώς η αμαρτία μαυρίζει την ψυχή μας και έτσι χάνουμε την επαφή μας με τα ουράνια αγαθά και το άκτιστο Φως του αληθινού Θεού που ζεσταίνει τις καθαρές καρδιές. Δύσκολο το έργο της μετανοίας. Ποιος από εμάς ακούει με ταπείνωση την φωνή της συνειδήσεως και προσπαθεί να αλλάξει νου, να μετανοήσει; Συνήθως με την κατάκριση και τις συμβουλές μας προσπαθούμε να αλλάξουμε τους άλλους.

Έμπρακτα την μετάνοιά μας την δείχνουμε με την Ιερά Εξομολόγηση που δεν πρέπει να γίνεται μόνον όταν πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα. Εξομολόγηση δεν είναι να πάμε στον πνευματικό μας και να πούμε έκαμα μια, δύο ή τρεις αμαρτίες αλλά να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βγάλουμε κάθε κακό λογισμό που βαραίνει την ψυχή μας. Ο πνευματικός δεν είναι δικαστής αλλά είναι ο καλός φίλος που μας θεραπεύει, βάζει σε τάξη τους λογισμούς μας, διώχνει μακρυά με τις συμβουλές του τον εγωισμό μας, μας δείχνει την οδό της ταπεινώσεως αυτή που έφερε στον κόσμο τον γεννηθέντα Χριστό.

Αγαπητοί φίλοι, μόνον ο ταπεινός άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει με σωστό τρόπο τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Για να νιώσουμε όμορφα τα Χριστούγεννα και γενικά να αποφύγουμε τις ψυχικές ασθένειες που μαστίζουν την εποχή μας, χρειάζεται η αληθινή ελεημοσύνη προς τον εαυτό μας με την μετάνοια αλλά και η ελεημοσύνη προς τον συνάνθρωπο, είτε με έναν  παρηγορητικό λόγο προς τους αρρώστους και τους υπερήλικες που βρίσκονται γύρω μας, είτε με την οικονομική μας βοήθεια σε όσους δεν έχουν μια ζεστή κατοικία ή ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Και αυτός ο τρόπος ζωής ας μην είναι μόνον αυτές της ημέρες αλλά όλον τον χρόνο για να χαίρεται συνεχώς η καρδιά μας.

Εύχομαι σε όλους σας όμορφα και πνευματικά Χριστούγεννα!

 

 

 

 

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ποιους ανθρώπους ζηλεύω; – Του Πρωτ. Αθανασίου Π. Τύμπα, Θεολόγου – Μουσικού

Posted on 28 Νοεμβρίου 2019 by larisanews

Όταν από την συνοικία που μένω κατεβαίνω στην όμορφη πόλη των Τρικάλων παρκάρω το αυτοκίνητό μου κοντά σε μια πλατεία. Εκεί συναντώ σχεδόν κάθε μέρα δύο από τους υπαλλήλους του Δήμου που με πολύ αγάπη φροντίζουν το γρασίδι της πλατείας και τα λουλούδια της, έναν άνδρα και μια γυναίκα.. Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι ήταν ζευγάρι.»Την ευλογία σας πάτερ!» μου λέγουν κάθε φορά που τους συναντώ με πολλή χαρά. Κάποια στιγμή με είδαν να δίνω σε ένα παιδάκι που μου φίλησε το χέρι μια εικονίτσα. Τότε με πολλή απλότητα μου λέει ο σύζυγος, »Μπορείτε πάτερ να μας δώσετε και μας μια εικονίτσα;» Τους έδωσα και αυτούς από μια εικονίτσα την φίλησαν με πολύ ευλάβεια και με ευχαρίστησαν. Τους έχω συναντήσει μέσα στον καύσωνα αλλά και μέσα στο κρύο να δουλεύουν, πάντοτε είναι »έξω καρδιά» με το χαμόγελο στα χείλη.

Πριν λίγο καιρό έγινε στην ενορία μου η κηδεία του κ. Θανάση του τσαγκάρη. Πολύς κόσμος στην Εκκλησία. Άνθρωποι απλοί, καθηγητές, γιατροί, οι γείτονές του, οι πελάτες του όλοι ήρθαν να πουν το τελευταίο αντίο στον φίλο τους. Ο κυρ Θανάσης είχε ένα χάρισμα, να σου φτιάχνει την διάθεση. Η λέξη γκρίνια και μιζέρια ήταν άγνωστη γι’ αυτόν. Είχε μόνιμα το χαμόγελο στα χείλη. Ήμουν και εγώ πελάτης του. Ήταν αδιανόητο για μένα, όπως κάμω συνήθως σε άλλες περιπτώσεις, να περάσω βιαστικά από το μαγαζί του. Έπρεπε να με καλημερίσει, να με ρωτήσει τι κάνω εγώ και η οικογένειά μου και αν έχω χρόνο να μου πει και καμιά ιστορία από τα παλιά. Αν όλοι οι άνθρωποι είχαν την καρδιά του κυρ Θανάση και την καλή του διάθεση νομίζω πως οι ψυχίατροι δεν θα είχαν δουλειά.

Στην παλιά μου γειτονιά συχνά πηγαίνω και επισκέπτομαι μια χήρα γυναίκα, γύρω στα εβδομήντα, φίλη της μητέρας μου. Μου άρεσε από μικρός να πηγαίνω γιατί είχε μια ξυλόσομπα και μου έψηνε πάνω της καψάλες. Πολλή μικρή στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο του σαράντα έμεινε χήρα με δύο παιδιά. Τα μεγάλωσε με πολύ κόπο δουλεύοντας στα χωράφια και σε θερμοκήπια. Πουλούσε στην γειτονιά κότες και κουνέλια. Το σπίτι που της άφησε ο άνδρας της καταφέρνει πάντοτε να το έχει φρεσκοβαμμένο, τα δε λουλούδια στον κήπο της είναι τα ομορφότερα στην γειτονιά. Ποτέ δεν την είδα με τα μούτρα κάτω ή να κλαίει την μοίρα της αν και γνωρίζω καλά πως οικονομικά δύσκολα τα βγάζει πέρα. Είναι μόνιμα με το »δόξα το Θεό» στο στόμα.

Πριν λίγα χρόνια ένας φίλος μου λέγει να πάμε να επισκεφτούμε έναν ιερέα σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Αργιθέας. Εκεί αυτός υπηρετεί για πάνω από σαράντα χρόνια. Με έναν μισθό και τριάντα προβατάκια κατάφερε να σπουδάσει εννέα παιδιά. Πήγαμε νωρίς το απόγευμα, κάναμε τον εσπερινό και αυτός έψελνε σαν μικρό παιδί λες και έκαμε πρώτη φορά εσπερινό, ένοιωθε την κάθε λέξη των τροπαρίων. Στο τέλος μας κέρασε έναν καφέ και μας ξεπροβόδησε λέγοντας: »Ο Θεός, πατέρα Αθανάσιε, όπως φρόντισε για τα δικά μου παιδιά θα φροντίσει και για τα δικά σου, εμείς οι χριστιανοί δουλεύουμε στο καλύτερο αφεντικό αρκεί να προσπαθούμε να μην το λυπούμε. Μην έχεις άγχος για τίποτε, φρόντισε μόνον να έχεις ταπεινή διακονία στο Άγιο Θυσιαστήριο».

Αγαπητοί φίλοι, εμείς πότε θα »φρενάρουμε» από το τρέξιμο της καθημερινότητας; Πότε θα ασχοληθούμε με την ηρεμία και την καλλιέργεια της ψυχής μας; πότε θα ασχοληθούμε με τα αγαπημένα μας πρόσωπα; Μήπως η ζωή μας είναι σύντομη και θα την σπαταλήσουμε σε ανούσια πράγματα; Μήπως η ευτυχία κρύβεται σε πράγματα που ούτε καν περνούν από το μυαλό μας; Μήπως πάμε στην άλλη ζωή χωρίς να έχουμε ζήσει την επίγεια ζωή που είναι δώρο του Θεού; Η ευτυχία βρίσκεται στο χρήμα και την αμαρτία ή στην ανιδιοτελή έμπρακτη αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο; Είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε τον τρόπο που θα ζήσουμε αρκεί να σκεφτόμαστε και της συνέπειές του σ’ αυτή αλλά και την άλλη ζωή.

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Ο Χριστός αποχωρίζεται τους μαθητές του

Posted on 17 Μαΐου 2018 by larisanews

Αναφέρει, μεταξύ των άλλων, το ευαγγέλιο της εορτής της Αναλήψεως: «Τους οδήγησε δε έξω έως την Βηθανία και αφού σήκωσε τα χέρια του τους ευλόγησε. Και ενώ τους ευλογούσε, αποχωρίσθηκε απ’ αυτούς και μεταφέρθηκε πάνω στον ουρανό. Αυτοί τον προσκύνησαν και επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη χαρά, και ήταν πάντοτε στον ναό, δοξολογώντας και ευχαριστώντας τον Θεό. Αμήν» (Λουκ. 50 – 53).

Ομολογώ πως αυτή η στιγμή, αυτή η σκηνή που διαδραματίζεται, φανερώνει μεγάλη συγκίνηση. Θεωρώ δε, πως αποτελεί μία από τις ισχυρές στιγμές που αναστατώνουν τον άνθρωπο και του δημιουργούν ερωτήματα για το επέκεινα των γεγονότων. Ο Χριστός αποχωρίζεται τους μαθητές Του. Το έργο του επί γης λαμβάνει τέλος. Γεννήθηκε για να χαρίσει στον άνθρωπο την ομορφιά του παραδείσου, αποκαθιστώντας τη σχέση μαζί του, μέσα από μία ανεπανάληπτη συμφιλίωση, η οποία έλαβε τη μορφή της σάρκωσης. Δίδαξε, έκανε θαύματα, έδωσε ελπίδα σε ανθρώπους, αποκατέστησε την ψυχική και σωματική τους υγεία, στηλίτευσε την υποκρισία, τον ηθικισμό, τον ευσεβισμό και κάθε τι που αλλοιώνει το γνήσιο εκφραστικό ύφος της αγάπης, η οποία συνέχει τις σχέσεις Του με τον άνθρωπο αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Ο Χριστός, πλέον, πρέπει να αποχαιρετήσει τους μαθητές Του. Αλήθεια, πως γίνεται οι μαθητές να δεχτούν την Ανάληψη; Θα πει κάποιος, βέβαια, πως έτσι έπρεπε να συμβεί. Και δεν αντέδρασαν; Εδώ, ο Πέτρος με σθένος και πάθος είπε θα Τον ακολουθήσει όπου κι αν Εκείνος πάει, αλλά Τον πρόδωσε. Έχει σημασία; Θεωρώ, πως η προαίρεση του, φυσικά, ήταν αγαθή και αυτό είναι που εκτίμησε ο Χριστός. Όπως, εξάλλου, συμβαίνει και με τον καθένα. Κανείς δεν Του είπε, όμως, Κύριε που πας και μας αφήνεις, τι θα κάνουμε τώρα μόνοι μας, γιατί μας εγκαταλείπεις; Δεν ένιωσαν την ανάγκη να μην αποχωριστούν το γλυκό πρόσωπο του Νυμφίου; Χόρτασαν από τη σχέση αυτή που τους συνέδεε; Μήπως κουράστηκαν; Μήπως ήλπιζαν; Μήπως είχαν βεβαιωθεί για την παρουσία Του, σε όλες τις ημέρες της ζωής τους;

Ο Χριστός αποχωρίζεται τους μαθητές Του. Δεν συγκινείστε σχηματίζοντας την εικόνα αυτή στο νου σας; Τρία χρόνια μαζί με τους μαθητές Του, κάθε μέρα, παντού, σε όλα τα μέρη του Ισραήλ, κάθε εποχή, μέσα σε στιγμές εύκολες μα και πολύ δύσκολες. Για τον άνθρωπο έγινε άνθρωπος και τώρα ο επίγειος Του δρόμος σβήνει τα τελευταία Του βήματα στη Βηθανία, όπου αποχαιρετά τους μαθητές Του. Τί πέρασε με τους μαθητές Του! Όπου πήγαινε να διδάξει, να δώσει αγάπη και ελπίδα στον άνθρωπο και να του αναγγείλει πως ο θάνατος, το κακό, η φθορά, η ασθένεια, τελειώνουν, οι μαθητές εκεί δίπλα Του. Βέβαια, όταν οι υποκριτές Γραμματείς και Φαρισαίοι, Τον ενέπαιζαν, όταν το συνέδριο των ανόμων Τον καταδίκασε, όταν οι στρατιώτες Τον χτύπησαν, Τον χλεύασαν, Τον ειρωνεύτηκαν όταν το πλήθος ζητούσε τη σταύρωση Του, οι μαθητές Του δείλιασαν, εξαφανίστηκαν, κρύφτηκαν, Τον αρνήθηκαν. Εκείνος όμως δεν ενήργησε αναλόγως. Δεν διακατέχεται από τέτοια πάθη ο Θεάνθρωπος, δεν ενεργεί κατά τα ανθρώπινα. Δεν χαρακτηρίζεται από μικροπρέπεια, εμπάθεια. Σε όλα στάθηκε δίπλα τους. Εκείνοι, όμως, στα δύσκολα, στο θείο πάθος Του, Τον άφησαν μόνο Του. Πόση μοναξιά, αλήθεια, τρυπούσε τις σκέψεις και την καρδιά Του;

Τελειώνει μία επίγεια σχέση και πλέον όλα δείχνουν πως κινούνται προς την αλήθεια των πραγμάτων. Αυτό, το γνώριζε πολύ καλά ο Μάξιμος Ομολογητής, ο οποίος έδωσε τους δικούς του χαρακτηρισμούς στις στιγμές του χρόνου, κάνοντας λόγο για «σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις». Η «εικόνα των πραγμάτων», όρο που χρησιμοποιεί ο Παύλος στην επιστολή προς Εβραίους (Εβρ. 10, 1) είναι πλέον ο τελευταίος και αιώνιος σταθμός του ανθρώπου, τα έσχατα, η Βασιλεία του Θεού, που είναι η μόνη πραγματικότητα. Πραγματικότητα δεν είναι αυτός ο κόσμος. Όχι, ότι ο κόσμος αυτός είναι ο κόσμος των ιδεών (Πλάτωνας). Αν ο Πλάτωνας άκουγε για την αλήθεια των πραγμάτων, θα έλεγε πως οι ιδέες είναι η αλήθεια, μόνο. Για τον χριστιανό, δηλαδή των άνθρωπο των γεγυμνασμένων αισθητηρίων (όρος που χρησιμοποιεί ο Παύλος), η αλήθεια είναι στη Βασιλεία του Θεού και όχι στον κτιστό επίγειο κόσμο, καθώς ο Κύριος «δεν είναι από τον κόσμο τούτο» (Ιω. 8, 23). Η Βασιλεία του Θεού είναι ο κόσμος που έχει προετοιμάσει ο Νυμφίος για τους φίλους και εραστές Του.

Επομένως, οι μαθητές, αν λάβουμε υπόψιν μας το γεγονός της Ανάστασης του Θεανθρώπου που τους βεβαίωσε περισσότερο και διέλυσε κάθε τους αμφιβολία, έχουν ισχυρή τη βεβαίωση ότι ο Χριστός δεν τους εγκαταλείπει και τους αφήνει μόνους στα δύσκολα. Τους βεβαιώνει πως θα έλθει Άγιο Πνεύμα πάνω τους (Πρ. Απ. 1, 8). Ζώντας, με τον τρόπο αυτό, τη μετοχή της ύπαρξης τους στο πρόσωπο του Χριστού, και κάθε ευλογία που τους δίνετε από αυτή την κοινωνία και σχέση μαζί Του, δεν έχουν αμφιβολία καθώς με τη δική τους πάντα θέληση, το γεγονός της Ανάστασης, μάλλον η ίδια η Ανάσταση έχει αλλοιώσει την υπόσταση τους και πλέον συμβαίνει αυτό που λέει σε άλλο σημείο ο Παύλος, ότι δηλαδή «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Γι’ αυτό και χαίρονται με την Ανάληψη του Χριστού, αφού πλέον ζουν το γεγονός της μετοχής στο Σώμα και Αίμα Του κάθε φορά που τελούν την Θεία Ευχαριστία.

Δεν παύει να αποτελεί μία εικόνα γεμάτη συγκινήσεις, αυτή της Ανάληψης. Δώδεκα μαθητές (μαζί τους ο Ματθίας που εκλέχτηκε στη θέση του Ιούδα) ξεκινούν, αργότερα, το μεγαλύτερο τόλμημα τους∙ να διαδώσουν το ευαγγέλιο που φέρνει την είδηση της ανάστασης των σωμάτων και της ζωής στη Βασιλεία του Θεού, σε ολάκερη την οικουμένη. Θα κυνηγηθούν για το μήνυμα που μεταφέρουν, καθώς δεν είναι έτοιμοι όλοι να το δεχτούν. Θα  μαρτυρήσουν για τον Χριστό και για την αλήθεια του ευαγγελίου. Όμως, ο Χριστός ακόμη κι αν δείχνει να απουσιάζει από τη ζωή τους, όπως και από τη ζωή πολλών σύγχρονων ανθρώπων που δοκιμάζονται, ισχυρά βρίσκεται δίπλα τους. Καταφατικά. Απολύτως καταφατικά. Είναι το διαρκές «ναι» του Θεού στον άνθρωπο. Πράγματι, ο Θεός στρέφει το ενδιαφέρον πάλι στους ανθρώπους, αφήνοντας απ’ έξω τον Εαυτό Του. Δεν είναι παίξε γέλασε. Εξάλλου, είναι άπαιχτος!

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Χριστός: «Ξένος» και «Αλήτης» – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 06 Απριλίου 2018 by larisanews

Μεταξύ των ομιλιών που έχει γράψει ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ξεχωρίζει ένα απόσπασμα μιας ομιλίας (76η) στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο.

«Ἐγώ πατήρ, ἐγώ ἀδελφός, ἐγώ Νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ἱμάτιον, ἐγώ ῥίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενός ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγώ δουλεύσω. Ἦλθον γάρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. Ἐγώ πένης διά σέ, και ἀλήτης διά σέ, ἐπί τοῦ Σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καὶ ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τόν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον; Τοῦτο γάρ ἐστιν εἰς τόν παρόντα βίον πονεῖσθαι. Τί εἰς πῦρ ξαίνεις; τί τῷ ἀέρι πυκτεύεις;».

Το παραπάνω κείμενο, ένα κείμενο άφατης φιλανθρωπίας και αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Ο Χριστός έγινε τα πάντα για τον άνθρωπο. Η αγάπη του Χριστού, όμως, σημειώνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ό,τι έγινε ο Ίδιος για τον άνθρωπο, έγινε χωρίς να ζητήσει τίποτε από τον ίδιο. Έγινε πατέρας, αδελφός, ξένος, αλήτης, όλα για τον άνθρωπο. Και μάλιστα, για να υπηρετήσει τον άνθρωπο και όχι για να υπηρετηθεί. Η αγάπη αυτή του Χριστού είναι ολοτελώς ξένη προς την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, καθώς οι άνθρωποι συχνά ζητάνε ανταλλάγματα. Ο Χριστός με όλη Του τη δόξα κατέβηκε στη γη, ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα και έγινε για τον άνθρωπο, όσα ο άνθρωπος δεν μπορούσε να γίνει για τον Χριστό. Πραγματικά, η μελέτη του παραπάνω κειμένου μαρτυρεί την κατεξοχήν κατάφαση του Χριστού στο γένος των ανθρώπων, σ’ ολάκερη την κτίση.

Αξίζει, θα έλεγα, περισσότερο αυτό το «ξένος» και «αλήτης» που λέει ο Χριστός, πως έγινε για τον άνθρωπο. Ξένος. Μία λέξη, η οποία κατανοείται ιδιαίτερα στις μέρες μας, μιας και οι ανακατατάξεις σε γεωγραφικό επίπεδο, μας οδήγησαν να μυηθούμε στην ομορφιά της λέξης αυτής. Είναι γνωστό εξάλλου, πως όλοι αυτοί οι πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, είναι ξένοι στον δικό μας τόπο. Ένας τέτοιος ξένος ήταν και ο Χριστός. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος, όταν το έτος 2013 συνάντησε παιδιά από διαφορετικές χώρες, με πολύ όμορφο τρόπο, έδωσε το στίγμα: «Ο Χριστός γεννήθηκε ως πρόσφυγας, έζησε ως ξένος, μας δίδαξε με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη την αγάπη για τον διπλανό μας, που ταυτίζεται με τον ξένο και μας διαβεβαίωσε ότι η στάση μας απέναντί τους είναι αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για τη δικαίωση και σωτηρία μας. Ο ίδιος ο Θεός ταυτίζεται με το πρόσωπο του ξένου». Και το «αλήτης», ένας όρος που στιγματίζει τους ανθρώπους, τον παίρνει ο Χρυσόστομος και τον κάνει οικείο στο πρόσωπο του Χριστού. Πάλι, θυμίζει τον λόγο του οσίου Πορφυρίου, που έλεγε για τον Χριστό πως έγινε αλήτης για την αγάπη Του».

Όλα αυτά θυμίζουν τον λόγο του αποστόλου Παύλου, «τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. 9, 22). Ο Παύλος ακολούθησε το παράδειγμα του Χριστού και έγινε τα πάντα για όλους. Όπως ο Χριστός για τον άνθρωπο. Αυτό όμως είχε τίμημα. Μάλλον, αντιλαμβάνεται ως τίμημα από τον ανθρώπινο παράγοντα. Ο άνθρωπος αν δει ότι το να κενώνει τον εαυτό του για τον άλλον, να κάνει υπομονή, να κατανοεί, δεν βγάζει σε άκρη, δεν αργεί να το γυρίσει. Κοίταξε να δεις, σου λέει, εγώ για σένα έκανα τόσα, αρνήθηκα όσα μπορούσα να έχω, άφησα ανέσεις, χρήματα, δόξα, κι εσύ τελικά μου φέρεσαι έτσι; Αυτό το λέει ο άνθρωπος. Δεν το λέει ο Χριστός.

Πραγματικά, αν μπορούσα να κρατήσω κάτι από όλες τις σκέψεις θα κρατούσα δύο στοιχεία. Την αγάπη και το έλεος του Θεού. Το να γίνεται ο Χριστός ξένος και αλήτης ανάμεσα σε ξένους, το να αδειάζει τον Εαυτό Του και να προσλαμβάνει τον άνθρωπο, αυτό δείχνει πως ο άνθρωπος όσες φορές κι αν αμαρτήσει, όσες φορές κι αν με τις αστοχίες του διακόψει την κοινωνία με τον Θεό, Εκείνος δεν μεταβάλλει καμία ενέργεια που εκδηλώνει προς τον άνθρωπο. Δεν εξαρτιέται η αγάπη Του. Πληγώνεται από τους ανθρώπους; Αγαπά. Τον σταυρώνουν οι χριστιανοί; Αγαπά. Πέφτουν άπειρες φορές σε ψυχοφθόρα πάθη όσοι Τον ακολουθούν; Αγαπά. Τίποτε δεν χαμπαριάζει ο Θεός! Δεν πάει εσύ να Του λες, εγώ αυτός είμαι, τόσο μπορώ, έπεσα πάλι, συγχώρα με γιατί θα ξαναπέσω. Εκείνος αγαπά. Βέβαια, αυτό δεν είναι απλά μεγαλείο, δεν δείχνει συναίσθημα, αλλά κάτι πολύ άπιαστο. Πρόκειται για μία αιώνια αγάπη, αιώνια ανεκτικότητα του Θεού προς τις αστοχίες των ανθρώπων και μία χωρίς προϋποθέσεις αποδοχή του ανθρώπου.

Το γεγονός ότι, κατά τον λόγο του Χρυσοστόμου, ο Χριστός έγινε πολλά για τον άνθρωπο, αυτό δημιουργεί έναν εσωτερικό σεισμό στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η επίγνωση όμως αυτής της υπαρξιακής αναστάτωσης δεν έρχεται εύκολα, αλλά κατόπιν επίγνωσης της αμαρτωλότητας του ανθρώπου και του ειδεχθούς προσωπείου. Χρειάζεται μία πνευματική ωριμότητα και μία ωρίμανση στον τρόπο αντίληψης του πένθους των αμαρτιών, που χωρίζουν τον άνθρωπο από τον Θεό, χωρίς να επιφέρουν την τιμωρία, αφού ο Θεός δεν είναι τιμωρός.

Μία τέτοια αντίληψη για το πένθος των αμαρτιών, κάνει τον άνθρωπο να αναστενάζει, να πενθεί, γιατί έχασε το πνευματικό δέσιμο με το πρόσωπο του Χριστού. Τότε ο άνθρωπος, λέει στον Χριστό, Κύριε κοίτα να δεις, εγώ είμαι άθλιος, είμαι τραγικός, πολύ τραγικός, το μόνο που γνωρίζω είναι να προσπαθώ ελάχιστες φορές για την αγάπη Σου. Προσπαθώ δύο φορές, πέφτω πολλές περισσότερες. Μου λείπει η ανάπαυση ψυχής και σώματος όταν είχα συνδεθεί μαζί Σου, τώρα πενθώ πάλι. Σε παρακαλώ, ελέησε με. Αυτό είναι συντριβή. Συντριβή που λυγίζει τον Θεό! Δεν είναι ηθικολογίες, ούτε ξεροί κανόνες που αν δεν τους κάνεις έχασες το παιχνίδι της σωτηρίας. Πώς να μην σε τσακίζει το έλεος του Θεού όταν σε βεβαιώνει εσωτερικά πως έγινε ξένος και αλήτης για όλους;

Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Ρωμαίους, γράφει με συνταρακτικό τρόπο για την αγάπη του Χριστού: «Διότι όταν εμείς ήμαστε ακόμη αδύνατοι, ο Χριστός πέθανε κατά τον ορισμένο καιρό υπέρ των ασεβών. Διότι με δυσκολία θα πεθάνει κανείς για έναν δίκαιο∙ για τον αγαθό ίσως να τολμήσει κανείς να πεθάνει. Ο Θεός όμως αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς με το ότι, ενώ εμείς είμαστε ακόμη αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για εμάς» (Ρωμ. 5, 6-9).

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Εμείς σκοτώσαμε τον Θεό – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 05 Απριλίου 2018 by larisanews

Γνωρίζω πως ο παραπάνω λόγος δείχνει κυνικός. Είναι ένας λόγος που ομολογεί τον θάνατο του Θεού. Σκοτώνεται ο Θεός; Αυτό είναι ύβρις, θα πει κάποιος. Τί κρύβει η ομολογία αυτή που εξαγγέλλει τον θάνατο του Θεού; Και ποιοι είναι εκείνοι που σκότωσαν τον Θεό; Αυτό το «εμείς» με βάζει σε υποψίες. Προφανώς, ο θάνατος του Θεού, αποτελεί ένα έγκλημα, τους υπεύθυνους του οποίου γνωρίζει αυτός που κάνει την εξαγγελία, και ίσως κι αυτός να αποτελεί, μέρος της πιο ανίερης δολοφονίας που συντελέστηκε ή που συντελείται ακόμη στην ιστορία.

Τον θάνατο του Θεού τον εξήγγειλε ο Nietzsche, νωρίτερα ο Hegel και μετά από τον Nietzsche, ο Sartre. Μας είναι πιο γνωστός ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche. Αξίζει, όμως, να δούμε πως περιγράφει τη θεοκτονία αυτή, ο τελευταίος, στη «Χαρούμενη Γνώση»: «Δεν ακούσατε για εκείνον τον τρελό που κρατούσε ένα αναμμένο φανάρι μέρα μεσημέρι κι έτρεχε στην πλατεία της αγοράς φωνάζοντας ασταμάτητα: ‘’Γυρεύω τον Θεό! Γυρεύω τον Θεό!’’- Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν πίστευαν στο Θεό, ξέσπασε ηχηρό γέλιο. Μήπως χάθηκε αυτός; ρώτησε κάποιος. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί; είπε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται;… Τέτοια έλεγαν και γελούσαν. Ο τρελός πήδησε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. ‘’Πού είναι ο Θεός;» φώναξε. ‘’Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του!… Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε ! Πως να παρηγορηθούμε εμείς, οι φονιάδες των φονιάδων; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ότι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος – ποιός θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα; Ποιο νερό μπορεί να μας πλύνει; Ποιούς εξιλασμούς, ποιά ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε;’’».

Ο θάνατος του Θεού στον Nietzsche και στον Hegel, έχει ένα κοινό. Ο Nietzsche αναφέρεται στη δυτική θεολογία και στη δυτική εκκλησία, η οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει τον Θεό με τη λογική, απέτυχε στην προσπάθεια της αυτή, κι έτσι ο Θεός κατάντησε ιδέα. Ο π. Παντελεήμων Μανουσάκης, σε συνέντευξη μας στην Πεμπτουσία, είχε πει σχετικά: «Τον θεό τον οποίο ο Νίτσε καταδεικνύει ως πεθαμένο, δεν είναι ο Θεός του Αβραάμ, και του Ισαάκ, και του Ιακώβ, ‘’οὐκ ἔστιν ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων’’ (Μθ. 22:32), αλλά ο Θεός των φιλοσόφων, ένα εννοιολογικό είδωλο, εξ’ υπαρχής άψυχο». Η λέξη – κλειδί είναι η λέξη «ιδέα». Από τη στιγμή που ο Θεός γίνεται ιδέα, δεν είναι Θεός. Από την άλλη, ο Hegel θα πει πως ο Θεός της σχολαστικής Δογματικής είναι οριστικά νεκρός.

Τί συμβαίνει, λοιπόν, με τη Δύση; Η δυτική σκέψη, τόσο η φιλοσοφική, όσο και η θεολογική, ξεκίνησε από διαφορετικές αφετηρίες, προκειμένου να προσεγγίσουν το μυστήριο του Θεού, τον Ίδιο τον Θεό. Οι προϋποθέσεις τους ήταν αμιγώς φιλοσοφικές, βασισμένες πάνω σε στοχασμούς και σχήματα φιλοσοφικά, που προέρχονταν από την ελληνική φιλοσοφία. Είτε λοιπόν, διαβάσει κάποιος το οντολογικό επιχείρημα του Άνσελμου, είτε διαβάσει το τρίτο επιχείρημα (οντολογικό) του Descartes, θα διαπιστώσει πως ο Θεός προσεγγίζεται με τρόπο μη αποφατικό, δηλαδή με τρόπο, ο οποίος θεμελιώνεται στη λογική (ντετερμινισμός). Σύμφωνα με τον Descartes, είμαστε ατελείς αλλά μέσα μας υπάρχει η ιδέα ενός τέλειου όντος (Θεός). Η ιδέα αυτή, δεν μπορεί να προέρχεται, όμως, από την ατέλεια μας που δεν μπορεί να συλλάβει το ύψιστο, άρα μας την έχει εμφυσήσει ο Θεός. Επομένως, ο Θεός υπάρχει. Αν και η Θεολογική Σχολή του Παρισίου είδε με καχυποψία το έργο του «Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», εντούτοις η ίδια η θεολογία της Δύσης είναι εκείνη που μετέτρεψε τον Θεό σε ιδέα.

Η δυτική αντίληψη είναι η αποθέωση της λογικής. Αυτό, το πολέμησαν με σθένος ο Nietzsche και ο Kant. Γι’ αυτό ο Nietzsche έλεγε «δική μου δουλειά είναι κυρίως το γκρέμισμα των ειδώλων». Και γι’ αυτό μίλησε για τον θάνατο του Θεού. Στα έργα του, χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα κατά του χριστιανισμού. Όμως, ο χριστιανισμός του Nietzsche δεν είναι ο χριστιανισμός των Πατέρων της εκκλησίας, του Γρηγορίου Νύσσης, Μαξίμου Ομολογητού, Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Είναι ο χριστιανισμός του προτεσταντισμού, όπου ο Θεός δημιουργεί ενοχές στον άνθρωπο, τιμωρεί το ανθρώπινο γένος για την παρακοή, διδάσκει την αναγκαστικό θάνατο του Χριστού ως μέρος απόδοσης της δικαιοσύνης, η οποία εξαντλείται στη νομική της εκδοχή κ.ο.κ.

Αυτόν τον χριστιανισμό γνώρισε ο Nietzsche. Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε, με πατέρα πάστορα και παππού πάστορα. Όμως δεν ήθελε μία τέτοια θεολογία ο Nietzsche. Για τον ίδιο ο Θεός δεν ήταν ιδέα, κάτι που μπορούσε να ερμηνευτεί με τη χρήση της λογικής, που μπορούσε να ειδωλοποιηθεί. Προφανώς, ο Nietzsche αναζητούσε τον Θεό των Πατέρων της εκκλησίας της ορθόδοξης Ανατολής. Γι’ αυτό και έλεγε για τους ναούς των Δυτικών: «Τί άλλο λοιπόν είναι αυτές οι εκκλησίες, παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;». Φοβερός λόγος, λόγος γεμάτος αγωνία και πάθος για την αποκάλυψη του αληθινού Θεού, Τον οποίο η Δύση σκότωσε.

Η Δύση, γίνεται πλέον εμφανές, πως απείχε από την αποφατική προσέγγιση του Θεού. Κάτι τέτοιο, πραγματώθηκε επιτυχώς στην πατερική γραμματεία, κυρίως, των μυστικών Πατέρων, οι οποίοι έδωσαν στον Θεό το «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2, 9). Η αποφατική οδός απέφυγε να δώσει στον Θεό ανθρωπομορφικές εκφράσεις και να τον καταστήσει είδωλο. Ο Μάξιμος Ομολογητής θα αποδώσει στον Θεό το «μη είναι» και όχι το «είναι». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα μιλήσει για αφαιρετικό λόγο (όπως και ο Μάξιμος) και θα σημειώσει πως «ἐπί Θεοῦ, τί ἐστίν, εἰπεῖν ἀδύνατον κατ᾿ οὐσίαν∙ οἰκειότερον δέ μᾶλλον ἐκ τῆς πάντων ἀφαιρέσεως ποιεῖσθαι τόν λόγον».

Κάποτε, ο Heidegger αναφέρθηκε στο τελευταίο και σκληρότερο χτύπημα του Θεού, προφανώς έχοντας στο νου του τη Δύση. Έχω, όμως, την αίσθηση πως τον ίδιο λόγο θα απεύθυνε σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές συναντώνται μέσα στην εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής. «Το σκληρότερο χτύπημα εναντίον του Θεού… ήταν το γεγονός ότι ο υποχρεωτικά υπαρκτός Θεός υψώθηκε σε ανώτατη Αξία. Και το χτύπημα αυτό δεν προέρχεται από τους εκτός, αυτούς που δεν πιστεύουν στον Θεό, αλλά από τους πιστούς και τους θεολόγους των».

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ήρθε για να γίνει τελευταίος – Του Ηρακλή Αθ. Φίλιου

Posted on 02 Απριλίου 2018 by larisanews

Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να γίνει πρώτος, να εξουσιάζει την ανθρωπότητα και να απολαύσει τιμές και δόξες. Ήρθε για να γίνει τελευταίος. Εάν ο άνθρωπος αντιληφθεί πραγματικά τι σημαίνει η ενανθρώπιση και το θείος πάθος, μόνο τότε θα βγει από την ανασφάλεια του, την απαισιοδοξία του και θα υποψιαστεί πως η σωτηρία είναι κάτι που τον αφορά άμεσα.

Ο Μάξιμος Ομολογητής, στα κεφάλαια του «Περί αγάπης» λέει κάτι, που δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το απροϋπόθετο του Θεού. Λέει, λοιπόν, πως ο Χριστός χάρισε σε όλους εξίσου την ελπίδα της ανάστασης «εἰ καί ἕκαστος ἑαυτόν, εἴτε δόξης, εἴτε κολάσεως καθίστησιν ἄξιον». Δηλαδή, η ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός, μία πραγματικότητα που αφορά συγκεκριμένους ανθρώπους. Αναστήθηκε για όλους, είτε κάποιος θέτει τον εαυτό του άξιο της δόξης, είτε της κόλασης. Φοβεροί λόγοι. Άκρως αντι – ηθικιστικοί.

Μην σας φαίνεται περίεργο. Ολόκληρο το ευαγγέλιο είναι αντισυστημικό, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Το άδειασμα του Θεού, έρχεται και πατάει επάνω στον ανθρώπινο καθωσπρεπισμό και εγωκεντρισμό. Ο Υιός του Θεού δεν ενανθρώπισε μόνο για τον ενάρετο, τον τίμιο, τον ευσεβή, καθώς «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Μαρκ. 2, 17). Ήρθε για να αντιστρέψει τα πράγματα και τη νενομισμένη αντίληψη που υπέφερε από το βάσανο της θέλησης για δύναμη. Αναποδογύρισε την έννοια της δύναμης, της εξουσίας και είπε, κοίταξε, αν θες να είσαι πρώτος, γίνε τελευταίος∙ «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Μάρκ. 10, 45).

Ο άνθρωπος όμως δεν θέλει να είναι τελευταίος. Πασχίζει να είναι πρώτος. Νοσεί από εγωισμό. Ο εγωισμός, όταν φτάνει στην υπερβολή του, κατά τον Freud, αποτρέπει τους ανθρώπους να έχουν ουσιαστικές σχέσεις. Η «ἄλογος φιλία», όπως ονομάζει τη φιλαυτία ο Μάξιμος Ομολογητής, αντίκειται στην αγάπη, όπως θα πει στη συνέχεια. Αν αγαπώ τον εαυτό μου, δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου σε μία προοπτική εξόδου προς τον άλλον και ως εκ τούτου δεν συσχετίζομαι μαζί του. Ο άλλος γίνεται «η κόλαση μου», για να θυμηθούμε τον Sartre, και όσον αφορά τη διακονία προς αυτόν τον άλλον; Ούτε συζήτηση.

Ο Θεός άδειασε για να γεμίσει ο άνθρωπος. Όταν ενανθρώπισε δεν φοβήθηκε μήπως χάσει κάτι από την βεβαιότητα της τριαδικής Του παρουσίας, μήπως κινδυνεύσει η ουσία Του. Ακόμη και όταν έπαθε για τη σωτηρία του ανθρώπου, ακόμη και τότε διακόνησε με άφραστη ταπείνωση τον άνθρωπο. Η διακονία του ήταν μία πράξη ατελείωτης και ανεξάντλητης αγάπης. Αυτή η έξοδος Του προς τον κόσμο, αποτέλεσε την ισχυρή του κατάφυση στις αγωνίες, τους πόνους του ανθρώπου. Υπήρξε το «ναι» του Θεού στον πάσχοντα άνθρωπο. Και κάτι, που αν και θεωρείται πλέον δεδομένο, δεν γνωρίζω εάν γίνεται αντιληπτό το βάθος της πράξης αυτής. Το άδειασμα του Θεού, το «ξεβόλεμα» Του, η διακονία Του, ήταν η πράξη ενός πρώτου. Δεν ήταν η πράξη κάποιου τελευταίου.

Και ως πρώτος, έγινε τελευταίος. Αλλά δεν έγινε για τον Εαυτό Του. Αν δεν αγαπούσε τον άνθρωπο, αν δεν ήθελε να διορθώσει την προαίρεση του, τότε ποιος λόγος να ντυθεί την ανθρώπινη σάρκα; Ποιος ο λόγος να δοκιμαστεί και να εξευτελιστεί, δεχόμενος χτυπήματα και πτυσίματα; Δεν είχε κανένα κέρδος. Απολύτως κανένα. Μόνο ένας είχε κέρδος από όλο αυτό. Ο άνθρωπος. Για τον άνθρωπο ξεκίνησε το σχέδιο της Θείας Οικονομίας του Θεού. Ήρθε ο πρώτος να γίνει τελευταίος, για να γίνει τελευταίος πρώτος. Ασύλληπτη κίνηση. Άλογη κατάφαση στην αδιαφορία, στον ξεπεσμό του ανθρώπου, αλλά και στην εμμονή του να ερωτοτροπεί με τον εκμηδενισμό του.

Αξίζει να σημειωθεί πως η συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο είναι εκτός λογικής. Ποιος φιλόσοφος θα ανέμενε μία τέτοια ευχάριστη εξέλιξη; Η μεταφυσική τους ήταν τραγωδία. Ποιος αισιόδοξος θα περίμενε ο Θεός να κινηθεί προς τον άνθρωπο και να του αποκαλυφτεί; Αυτό ήταν αδιανόητο για τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Πλάτωνας, αν του έλεγες πως ο Θεός ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, θα σου ‘λεγε πας με τα καλά σου, τί είναι αυτά που λες; «Θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται» θα δίδασκε και πάλι. Κι όμως, η θεία ενανθρώπιση και το θείο πάθος, ξεπέρασαν τα αδιέξοδα της μεταφυσικής αγωνίας και απαισιοδοξίας.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος λέει κάτι εξαίσιο για την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού: «Διά τό ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ τον ἄνθρωπον». Δηλαδή, ο Θεός ενανθρώπισε για να αγιαστεί ο άνθρωπος μέσα από την ανθρώπινη φύση του Θεού. Ντύθηκε τον άνθρωπο ο Θεός, για να τον σώσει! Που να το άκουγε αυτό ο Πλωτίνος. Θα τα είχε γυρίσει όλα ανάποδα. Δεν ισχύει αυτό όμως για τον απόστολο Παύλο. Λέει κάτι πολύ συνταρακτικό στην προς Εφεσίους επιστολή. Λέει στους Εφεσίους πως είναι «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ. 2, 19). Συμπολίτης των αγίων. Και οικείος του Θεού. Ποιος; Ο άνθρωπος. Οικείος του Θεού. Οικείος του άπειρου και ακατάληπτου Θεού! Να η τιμή που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο, που συνεχίζει να επιμένει να αρνείται τον θεό. Τον κάνει οικείο Του. Από τα παραπάνω είναι εμφανές το δέσιμο, η σχέση, η ελεύθερη εξάρτηση του ανθρώπου από τον Θεό.

Ο Χριστός διακόνησε με άκρα ταπείνωση τον άνθρωπο. Πριν από τη Σταύρωση, έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Εκπλήσσει αυτή η κίνηση. Είναι κάτι που έκανε ο δούλος προς τον αφέντη του, εκείνη την εποχή. Ο Χριστός έρχεται και το αντιστρέφει. Γίνεται εκείνος δούλος και κάνει αφέντη τον άνθρωπο. Δεν μένει όμως σε αυτό ο Χριστός. Προτρέπει τους μαθητές Του να διακονεί ο ένας τον άλλον. Άλλο ένα σημείο αδειάσματος, κένωσης του Χριστού. Κι έρχεται ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος και γράφει: «Αλλοίμονο στον πρεσβύτερο ή στον επίσκοπο που νομίζει ότι κάθεται στις πλάτες κάποιων που είναι δήθεν από κάτω».

Ο Χριστός όταν δίδασκε, όταν είχε δημόσια παρουσία, δεν ζήτησε πρωτοκαθεδρίες. Αυτά είναι των ανθρώπων. Υπήρξε σαφής: «Εκείνος που θέλει να γίνει μεταξύ σας μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας, και εκείνος, που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, αυτός θα είναι δούλος σας, όπως ακριβώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να υπηρετηθεί αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωή του λύτρο διά πολλούς» (Ματθ. 20, 26 – 29).

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Αθ. Φίλιος: Όπου είναι ο Επίσκοπος εκεί είναι και η Εκκλησία

Posted on 13 Νοεμβρίου 2017 by larisanews

Η φράση αυτή αποτελεί δάνειο από την επιστολή του αγίου Ιγνατίου Θεοφόρου προς τους Σμυρναίους. Έχοντας ισχυρή την αίσθηση, πολύ δε περισσότερο την πίστη, ομολογώ πως αποτελεί τη βάση για το ξεδίπλωμα όμορφων αληθειών, οι οποίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του Επισκόπου.

Φυσικά, αφορμή των λόγων αυτών αποτελεί μία ξεχωριστή ημέρα για την τοπική μας εκκλησία, την ιστορική Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, κατά την οποία εορτάζει ο Μητροπολίτης μας κ.κ. Χρυσόστομος. Είχαμε για πολλά χρόνια την ευλογία να απολαύσουμε τις μυσταγωγικές αγωνίες του πνευματικού μας Πατέρα κ.κ. Αλεξίου και δοξολογώντας τον άγιο Θεό, διατηρούμε και σήμερα αυτή την ευλογία της συνάντησης με τη σοφία του, που ευεργετεί τα πρόσωπα μας, κατευθύνοντας με αγάπη, πολύ αγωνία και ελεύθερα τις σκέψεις μας.

Συνεχίζουμε να έχουμε ως άξιο και συνειδητό συνεχιστή του επισκοπικού αξιώματος, στην Ιερά μας Μητρόπολη, τον Επίσκοπο κ.κ. Χρυσόστομο. Και ομολογώ πως ο όρος «επίσκοπος» με συναρπάζει και τον προτιμώ, καθώς συναντάται στον Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Ιωάννη Χρυσόστομο, Ιγνάτιο Θεοφόρο και σε άλλους πατέρες. Βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Ο όρος αυτός είναι και γίνεται οικείος, σκεφτόμενος το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου.

Θα αποφύγω την έκθεση όμορφων και ελκυστικών επιθετικών προσδιορισμών, οι οποίοι ταιριάζουν με το πρόσωπο του Επισκόπου μας κ.κ. Χρυσοστόμου. Θα σταθώ σε ένα σημείο, το οποίο αντικατοπτρίζει τον ψυχικό κόσμο του. Στην καθαρή του ματιά. Μία ματιά, που δείχνει έναν άνθρωπο με αγάπη προς την εκκλησία και τον Χριστό. Επεκτείνοντας τη σκέψη μου, και εμμένοντας σε κάτι τέτοιο, η ματιά αυτή αγαπά και τον συνάνθρωπο, για τον οποίο συχνά ο Επίσκοπος μας αναφέρεται, καθώς ρίχνει όλο το βάρος του σύγχρονου ρόλου του κληρικού στην απροϋπόθετη διακονία προς τον συνάνθρωπο με κληρικούς που κρατάνε τις εκκλησίες ανοιχτές και βγαίνοντας από τις μεγάλες πόρτες, ξεβολεύοντας με τον τρόπο αυτό την απροσδιοριστία των επιλογών και το αδιάφορο των στάσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές, που ο Επίσκοπος μας θέλει τον κληρικό να βγαίνει μπροστά και να φωτίζει Χριστό με την παρουσία του στον ναό, όπου ο κάθε άνθρωπος τον αναζητά.

Κι αν ο Descartes διαλαλούσε παντού πως «σκέφτεται, άρα υπάρχει», η σκέψη της ορθόδοξης ανθρωπολογίας υπερβαίνει σχήματα και όρους, καθώς ο Επίσκοπος μας «διακονεί, άρα αγαπά». Ρίχνοντας όλο το βάρος στη διακονία, μεταξύ άλλων επιτυγχάνει δύο αξιόλογα πράγματα. Αφενός μεν να φέρνει την εκκλησία στον κόσμο, στις αγορές και στις πλατείες, αφετέρου δε να γίνεται ο ίδιος καλός ακροατής του άλλου. Γνωρίζοντας δε παράλληλα πως η αρχή και η τελείωση των πάντων βρίσκεται στο ιερό θυσιαστήριο.

Θέλω να το φωνάξω δυνατά και σε πείσμα των υποκριτικών, εγωπαθών και ύποπτων φωνών, πως ο Επίσκοπος που φέρει την αποστολική διαδοχή, στέκεται «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Την εποχή αυτή, κατά την οποία ένα ελάχιστο μέρος φωνών του κλήρου αποστασιοποιείται από τον Επίσκοπο του, την εποχή αυτή όπου φωνές θεολόγων σηκώνουν τείχος στο επισκοπικό αξίωμα αμφισβητώντας τον Επίσκοπο τους, την εποχή αυτή όπου μέρος κληρικών έχει οδηγηθεί αυθαίρετα και αντικανονικά στη μη μνημόνευση του Επισκόπου, ερμηνεύοντας με δική τους πρωτοβουλία κανόνες Συνόδων και χωρίς να εμπιστεύονται την εκκλησία και τη συνοδικότητα της, ο  Επίσκοπος βρίσκεται στο κέντρο της λειτουργικής ζωής της εκκλησίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτές οι φωνές θέτουν τον εαυτό τους εκτός εκκλησίας. Αυτή είναι η αλήθεια.

Ας μου επιτραπεί μία σημασιολογική αναφορά προς τη σημασία του επισκοπικού θεσμού. Γράφει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου, στο «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον» για το θέμα αυτό: «Η Ορθόδοξος Εκκλησίας διαμέσου των αιώνων παραμένει πιστή στην αρχή αυτή και δεν μπορεί να αποστεί από αυτήν,  αν θέλει να παραμείνει ορθόδοξος. Καταστρατηγήσεις της αρχής αυτής από όσους τελούν τη Θεία Ευχαριστία χωρίς την άδεια του τοπικού Επισκόπου ή το φοβερότερο, χωρίς το μνημόσυνο του ονόματος του Επισκόπου, όπως συμβαίνει με μερικούς λεγόμενους ζηλωτές στο Άγιον Όρος, με καμία δικαιολογία δεν επιτρέπεται εφόσον ο τοπικός Επίσκοπος δεν επάμφθη ή αντικατεστήθη από άλλον, πάντοτε και μόνον υπό Επισκοπικής Συνόδου, γι’ αυτό και κάτι τέτοιο αποτελεί εκτροπή σοβαρότατη από την Ορθόδοξη Εκκλησία, μεγίστη αίρεση ἐν τῇ πράξει έστω και αν την καλύπτει ο μανδύας υπέρ της Ορθοδοξίας».

Σεβασμιώτατε κ.κ. Χρυσόστομε, μαζί με την εορτή σας η τοπική μας εκκλησία χαίρεται και αναφωνεί το άξιος και για τον νέο της κληρικό, τον π. Βασίλειο, άνθρωπο ήσυχο και ταπεινό, στο βλέμμα, στις κινήσεις, στο λόγο. Η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και η τοποθέτηση του στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Τρικάλων, σήμανε στις καρδιές μας μεγάλη χαρά και ελπίδα, αφού ο π. Βασίλειος θα σταθεί με αγάπη, υπομονή και σεβασμό στους πιστούς. Επίσης δε, χαιρόμαστε και για τον νέο αρχιδιάκονο, π. Παναγιώτη, ο οποίος παρά το γεγονός των περαιτέρω αξιόλογων σπουδών του στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., με βλέμμα ταπεινό και ήρεμο, μαρτυρεί πως ο σύγχρονος κληρικός που αγαπά την μελέτη των θείων γραμμάτων, μπορεί να συνδυάσει την αγάπη για τον Θεό με την θεολογική κατάρτιση και την πνευματική μόρφωση.

Χρόνια πολλά, καλά χρόνια, με χαρές και λιγότερες λύπες. Ως επισφράγισμα των σκέψεων αυτών, ας κλείσει με τον βαρυσήμαντο του λόγο ο άγιος Ιγνάτιος Θεοφόρος, ο οποίος γράφει για τον Επίσκοπο στην προς Σμυρναίους Επιστολή: «Όλοι να ακολουθείτε τον επίσκοπο, όπως ο Ιησούς Χριστός τον Πατέρα, και τους πρεσβύτερους όπως τους αποστόλους, ενώ τους διακόνους να τους σέβεστε σαν εντολοδόχους του θεού. Κανένας να μην κάνει τίποτε χωρίς τον επίσκοπο από αυτά που ανήκουν στην Εκκλησία. Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίον έχει δώσει την άδεια αυτός. Όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος, εκεί να βρίσκεται το πλήθος, όπως ακριβώς όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται η Καθολική Εκκλησία… Είναι λοιπόν εύλογο να ανανήψουμε και, όσο ακόμη έχουμε καιρό, να μετανοήσουμε στον Θεό. Είναι καλό να αναγνωρίζουμε τον Θεό και τον επίσκοπο. Αυτός που τιμά τον επίσκοπο, τιμάται από τον Θεό, κι αυτός που κάνει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει τον διάβολο».

 

Ηρακλής Αθ. Φίλιος

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Οι δαιμονισμένοι γνώριζαν, αλλά δεν πίστευαν

Posted on 10 Ιουλίου 2017 by larisanews

Αύριο, ημέρα Κυριακή, στους ιερούς ναούς διαβάζεται το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη θεραπεία των διαμονισμένων Γαδαρηνών (Ματθ. 8,28 – 9,1). Αυτό το ευαγγέλιο κρύβει μέσα του ένα παράδοξο, μία αμφισημία ενός γεγονότος με δύο όψεις.

Το παράδοξο έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι δαιμονισμένοι έχουν γνώση ότι μπροστά τους στέκεται ο Χριστός, αλλά δεν τον πιστεύουν. Αυτή είναι η αμφισημία της ευαγγελικής περικοπής κατά την οποία οι δαιμονισμένοι αναγνωρίζουν στον Χριστό τη θεότητα, αλλά δεν πιστεύουν. Εξάλλου αν πίστευαν θα είχαν σωθεί. Διαβάζουμε λοιπόν σχετικά: «Και εφώναξαν, ‘’Τι έχεις μαζί μας Ιησού, Υιέ του Θεού;’’» (Ματθ. 8, 29). Βλέπουμε λοιπόν, πως τα δαιμόνια που είχαν κυριεύσει τους δύο ανθρώπους έχουν επίγνωση ότι αυτός που στέκεται μπροστά τους ήταν ο Υιός του Θεού. Την ίδια όμως ομολογία με τα δαιμόνια για τη θεότητα του Χριστού κάνει και ο απόστολος Πέτρος. Διαβάζουμε πάλι στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Ο Σίμων απεκρίθη ‘’Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού’’» (Ματθ. 16, 16). Ποια όμως η διαφορά ανάμεσα στην ομολογία του Πέτρου και εκείνης των δαιμονίων;

Κι εδώ δημιουργούνται κάποια ερωτήματα. Αφού τα δαιμόνια αναγνώρισαν τον Υιό του Θεού γιατί δεν πίστεψαν σ’ Εκείνον; Γιατί δεν σώθηκαν, αφού τον αναγνωρίζουν ως Υιό του Θεού όταν Τον βλέπουν μπροστά τους; Ποια είναι η διαφορά της ομολογίας του Πέτρου από εκείνη των δαιμονίων αφού παραδέχονται το ίδιο ακριβώς πράγμα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εντοπίζεται στη σχέση πίστης και γνώσης. Τα δαιμόνια γνωρίζουν και δέχονται ένα γεγονός. Αυτό της θεότητας του Χριστού. Η γνώση αυτή δεν έχει την προέκταση της στην οντολογική εμβάθυνση του γεγονότος της θεότητας του Χριστού, η οποία εντοπίζεται στην πίστη, αυτή δηλαδή που τα δαιμόνια δεν έχουν. Πέρα από αυτό, ποιος διαφωνεί, πως είναι άλλο να γνωρίζω κάτι και άλλο να το πιστεύω ταυτόχρονα;

Τα δαιμόνια γνωρίζουν, αλλά δεν πιστεύουν. Ο Πέτρος γνωρίζει και πιστεύει. Και εκείνο, που σώζει κατά τους λόγους του Χριστού είναι η πίστη. Μπορεί να έχω μία αντίληψη περί ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης χωρίς να θέλω να παραδεχτώ (εγωισμός) ή και χωρίς να γνωρίζω (άγνοια) την προέκταση και τη σωτηριώδη σημασία που έχει για τη ζωή μου.

Η στάση των δαιμονισμένων αν μεταφραστεί φιλοσοφικά μοιάζει με την απάντηση του Άγγλου εμπειρικού G. Berkeley στο ερώτημα «αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και δεν είναι κανείς εκεί για να το ακούσει, θα κάνει θόρυβο;» (A Treatise Concerning the Principles of Human Knowledge, 1710). Ο ίδιος φυσικά ως γνήσιος ιδεαλιστής, απαντάει αρνητικά. Γνωρίζει την ύπαρξη του δέντρου αλλά όχι την προέκταση ενός γεγονότος, που σχετίζεται με το δέντρο αυτό και συγκεκριμένα με το πέσιμο το∙ ότι δηλαδή, αν πέσει θα παραχθεί θόρυβος. Αντίθετα ο ίδιος απαντά πως το δέντρο αυτό δεν υπήρξε καν! Είχε γνώση του γεγονότος της ύπαρξης του δέντρου, αλλά δεν πίστευε ότι το δέντρο αν πέσει κάπου εκεί πέρα στο δάσος θα ακουστεί ο θόρυβος από την πτώση του. Εξάλλου για τον Berkeley ποιος είναι εκεί για να δει και να ακούσει;

 

Εδώ λοιπόν, έγκειται και η θεμελιώδης διαφορά της γνώσης και της πίστης. Στη γνώση γνωρίζω κάτι μέσα από τις αντιλήψεις μου, παραδοχή που εντοπίζεται στο αξίωμα του Άγγλου εμπειρικού «esse est percipi» (το είναι ταυτίζεται με το αντιλαμβάνεσθαι). Για τον εμπειρικό φιλόσοφο δεν υπάρχει το επέκεινα της κτιστής του περατότητας, την οποία θέτει ως όριο της αντίληψης του, αλλά και της παραδοχής του. Για τον ίδιο, η αλήθεια των πραγμάτων είναι άκρως φυσική. Πίστη για τον εμπειρικό σημαίνει αποδοχή όσων αισθάνομαι και βιώνω, όχι ως προσπάθεια φωτισμού από τη θεία χάρη, αλλά ως κατάργηση κάθε υπερφυσικής αποκάλυψης, η οποία εν τέλει νοείται, άρα ερμηνεύεται με όρους του όντος, επουδενί όμως δεν βιώνεται αγιοπνευματικά.

Βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συμβεί η αγιοπνευματική προσέγγιση του γεγονότος από τον εμπειρικό φιλόσοφο. Η αλήθεια του εμπειρικού ταυτίζεται με την αισθησιοκρατική του αντίληψη. Δεν έχει αυτό το υπερβατικό στοιχείο μέσα της, κάτι που συναντάται στην ορθόδοξη πίστη, όπου «η αλήθεια είναι πάντοτε υπερφυσική, το ακριβές νόημα της είναι πως το πνεύμα υψώθηκε επάνω από το φυσικό» κατά Μπερντιάεφ.

Η γνώση και η πίστη όμως, κι εδώ έχει ύψιστη σημασία να τονιστεί αυτό, δεν βρίσκονται σε μία διαλεκτική διαμάχη, μήτε η μία πασχίζει τον εξοβελισμό της άλλης. Το γνωσιολογικό ερώτημα των Ευνομιανών που έθεταν συχνά στους ορθόδοξους «Τί πρότερον, ἡ γνῶσις ἤ ἡ πίστις;» δεν εντοπίζει την κατάφαση του αποκλειστικά στη γνώση, μήτε αποκλειστικά στην πίστη. Δεν υπάρχει αυτή η επιθυμία έντονης κυριαρχίας της μίας επί της άλλης. Αυτή η διαμάχη δημιουργήθηκε από ακραίες φωνές, που φοβήθηκαν την παρουσία της μίας στους κύκλους επιρροής και ενδιαφέροντος της άλλης. Και φυσικά δεν πρόκειται για μία ακόμη μανιχαϊστική αντίληψη, όπως συμβαίνει με το καλό και το κακό.

Το να γνωρίζω κάτι, δεν σημαίνει ότι η πίστη μου σε αυτό καταργείται. Μπορεί η γνώση να βοηθήσει να πιστέψω, και η πίστη να με οδηγήσει στο να γνωρίσω περισσότερο. Οι διαμονισμένοι γνώριζαν ότι απέναντι τους στεκόταν ο Υιός του Θεού, αλλά ο εγωισμός τους, δημιουργούσε πάντοτε την αδυναμία πίστης στη θεότητα του Χριστού∙ εξάλλου η πίστη στη θεία φύση του Χριστού θα σήμαινε για εκείνους παραδοχή της αδυναμίας του να πιστέψουν στον Δημιουργό τους, άρα και στη σωτηρία τους.

Η πίστη προεκτείνει μία ενδόμυχη υποψία μου στην κατάφαση της, αποτελώντας την οντολογική εμβάθυνση του εαυτού μου στην υπαρξιακή εκτόνωση των βεβαιώσεων μου υπό το πρίσμα της αλήθειας, η οποία βεβαιώνεται πέρα των κτιστών ορίων της γνώσης. Ξεθωριάζει τις αμφιβολίες, δεν τις αφανίζει όμως εξολοκλήρου. Βεβαιώνεται στον εμπειρισμό του Berkeley, στον υπαρξισμό των Descartes και Kierkegaard, πολλώ μάλλον στη σωτηρία του ανθρώπου από τον Υιό και Λόγο του Θεού.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Στην Εκκλησία είναι όλα μυστήρια;

Posted on 20 Ιουνίου 2017 by larisanews

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, είναι ανάγκη να αποφευχθεί ως μονολεκτική. Οι μονολεκτικές απαντήσεις πολλές φορές τείνουν να αποδειχτούν βεβιασμένες και παρορμητικές.

Η σύνολη θεώρηση ενός γεγονότος και η προσεκτική του έρευνα, σίγουρα αποτελούν ασφαλή εγγύηση για την ορθή αξιολόγηση του γεγονότος, εν τέλει του θέματος που αφορά το παρόν άρθρο. Δεν χρειάζεται δε, να σημειώσω πως η προσέγγιση αυτή εξασφαλίζει την αλήθεια των πραγμάτων, όχι μέσα από υποκειμενικές κρίσεις, αλλά ούτε ακόμη και από αντικειμενικές, καθώς η αντικειμενικότητα ως παράγοντας αξιολογικής διαμόρφωσης, εμπεριέχει πολλές φορές ύπουλη την αμερόληπτη προσέγγιση των πραγμάτων. Τα κριτήρια λοιπόν είναι αγιοπνευματικά∙ δηλαδή αφορούν τη ζωή της Εκκλησίας όπως αυτή αποτυπώνεται στην ιστορική πορεία ξεδίπλωσης του σχεδίου της Θείας Οικονομίας.

Αφορμή για τον παραπάνω τίτλο, αποτελεί η μνήμη του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, που η αγία μας Εκκλησία τιμά και εορτάζει σήμερα στις 20 Ιουνίου. Ο Νικόλαος Καβάσιλας, ένας άγιος του 14ου αιώνα, εξύψωσε τον άνθρωπο, αφού μαζί με άλλους Πατέρες όπως ο Γρηγόριος Παλαμάς, δίδαξαν πως η γνώση του Θεού είναι εμπειρική και μας δίνεται μέσα από τα ιερά μυστήρια. Αυτό βέβαια, σε αντίθεση με τον Βαρλαάμ, που αμφισβητούσε την εμπειρία της θεοπτίας, αμφισβητώντας παράλληλα την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, σαφώς επηρεασμένος από την πλατωνική αντίληψη κατά την οποία «θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται».

Ύστερα κι από αυτή την επισήμανση, επιμένω να αποφεύγω μία μονολεκτική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, καθώς έχω ισχυρή τη βεβαίωση πως αυτή, είτε ως κατάφαση είτε ως άρνηση, περιπλέκει τα πράγματα. Δυστυχώς, και αυτό προβληματίζει τη διεθνή θεολογική επιστημονική κοινότητα, το θέμα περί των μυστηρίων στην Εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής, παραμένει ασαφές ζήτημα. Ομολογώ όμως, πως επουδενί δεν έχει να κάνει με τον αριθμό των μυστηρίων. Αφορά όμως, το ερώτημα «τι είναι μυστήριο»; Αυτό λοιπόν το ερώτημα, αποτελεί την άριστη αφορμή, που συμβάλλει στην προσέγγιση ενός θέματος, που δεν έχει τη δική του «καθαρότητα» ως προς την απάντηση. Θέλω λοιπόν, να πω, πως πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα «στην Εκκλησία είναι όλα μυστήρια;», οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τον ορισμό της έννοιας «μυστήριο». Και πιστέψτε με, πως μόνο ο ορισμός αυτός και θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα και θα αναδείξει τη σπουδαιότητα του κατεξοχήν ιερού μυστηρίου, ήτοι της Θείας Ευχαριστίας.

Αναζητώντας, επιφυλακτικά θα έλεγα, έναν ορισμό σχετικά με το τι είναι μυστήριο στην Εκκλησία, διαπίστωσα αυτό, που ήδη είχε σχηματιστεί μέσα μου από την έρευνα και την αναζήτηση. Ότι, δηλαδή η πατερική σκέψη απέφυγε να ορίσει την έννοια «μυστήριο». Εξάλλου, καταπώς σημειώνει ο αείμνηστος δογματολόγος Νίκος Ματσούκας αναφορικά με το ζήτημα, «η ζωή άλλωστε δεν ορίζεται». Έχω παράλληλα την εντύπωση, πως κάθε προσπάθεια ορισμού του «μυστηρίου» στην εκκλησία, μοιάζει με την αγωνιακή προσπάθεια του Heidegger να υπερβεί τη μεταφυσική, χρησιμοποιώντας εντούτοις όρους της μεταφυσικής. Το μυστήριο, θα αποφύγω τον όρο «είναι» αν και μπαίνω στον πειρασμό, αποκαλύπτεται. Εδώ επισημαίνει κάτι πολύ χρήσιμο ο Ν. Μπερντιάεφ, ένας σπουδαίος Ρώσος θρησκειοφιλόσοφος, καθώς παρατηρεί πως «η μυστηριώδης πλευρά της αποκάλυψης δεν μπορεί να εκφραστεί με διασκεπτικούς όρους∙ η διασκεπτική έκφραση είναι πάντοτε συμβατική». Κάτι τέτοιο υπάρχει ως εκφραστική – άρρητη θα έλεγα – προσέγγιση μέσα στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας, καθώς η λεκτική αποτύπωση του μυστηρίου του Θεού, το οποίο σαρκώνεται ως αποκεκαλυμμένη αλήθεια και βιώνεται εμπειρικά, δηλώνεται στις ευχές της Θείας Λειτουργίας με το στερητικό «α». Είναι χαρακτηριστικές οι λέξεις «ανέκφραστος», «απερινόητος», «αόρατος», «ακατάληπτος», που ο ιερέας διαβάζει στην ευχή πριν από τον επινίκιο ύμνο, στη Θεία Λειτουργία. Λέξεις που δηλωτικές μιας άρνησης σκεπτικιστικής στην κατάφαση του γεγονότος της Θ. Ευχαριστίας.

Πώς, λοιπόν συμβάλλει στο ερώτημα του τίτλου ο Νικόλαος Καβάσιλας; Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλω να επισημάνω, πως η συμβολή του στο ζήτημα αυτό» είναι τεράστια, αφού με τα έργα του «Περί της εν Χριστώ ζωής» και «Ερμηνεία εις την Θεία Λειτουργίαν», σπουδάζει το μυστηριακό γεγονός, το οποίο με μόνο τον εμπειρικό τρόπο, γνωρίζει στους αναγνώστες. Γράφει λοιπόν, στην «Ερμηνεία εις την Θεία Λειτουργία»: «Σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις». Αυτόν τον «ορισμό» μας παραθέτει ο Νικόλαος Καβάσιλας, ενδεικτικό της «αμηχανίας» της εκκλησίας να ορίσει τον όρο «μυστήριο», κάτι που απεμπόλησε κάθε σακραμενταλιστική θεώρηση της έννοιας του μυστηρίου στην ορθόδοξη ζωή.

Εδώ προκύπτει ένα άλλο ερώτημα. Αφού η εκκλησία σημαίνεται, αποκτά δηλαδή την ταυτότητα της στα μυστήρια, τότε ποια είναι τα μυστήρια της; Εδώ, οφείλουμε ένα ξεκαθάρισμα και δεικτικός είναι ο λόγος του Γέροντος Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, που εμφατικά τονίζει πως «η φράση ἐν τοῖς μυστηρίοις δεν σημαίνει για τον Καβάσιλα τα επτά μυστήρια (κατάλοιπο της σχολαστικής θεολογίας), αλλά μόνο τη Θ. Ευχαριστία, η οποία στην αρχαία λειτουργική γλώσσα, καλείται ως τα φρικτά και ζωοποιά μυστήρια». Επομένως, είναι πλέον στο παρόν σημείο, να ξεκαθαρίσουμε πως ο Καβάσιλας ως «μυστήρια» εννοεί μόνο τη Θ. Ευχαριστία. Ο πληθυντικός αριθμός της έννοιας, που χρησιμοποιεί δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθότι στις ευχές της Θ. Λειτουργίας ο όρος «μυστήρια», «μυστηρίων», «μυστηρίοις» απαντά συχνά. Για παράδειγμα στην ευχή της Προθέσεως ο ιερέας εύχεται: «καί ἡ­μᾶς ἀ­κα­τα­κρί­τως δι­α­φύ­λα­ξον ἐν τῇ ἱ­ε­ρουρ­γί­ᾳ τῶν θεί­ων σου μυ­στη­ρί­ων», στη δεύτερη ευχή των πιστών, πριν από τον χερουβικό ύμνο, εύχεται: «ἀνενόχως καί ἀκατακρίτως μετέχειν τῶν ἁγίων σου μυστηρίων καί τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι». Ακόμη πιο γνωστή είναι η ευχή, που διαβάζει μετά τη Μετάληψη των πιστών, μεταφέροντας τα Τίμια Δώρα στην Προσκομιδή και ευχόμενος «Ὀρθοί. Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καί ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ».

Σήμερα, στη ζωή της εκκλησίας έχει επικρατήσει, εκτός της Θ. Ευχαριστίας, μυστήρια να καλούνται και ο γάμος, η βάπτιση, το ευχέλαιο, η εξομολόγηση κ.ά. Επίσης, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης στο έργο του «Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας», αποκαλεί τη νεκρώσιμη ακολουθία «μυστήριο επί των ιερώς κεκοιμημένων». Ο ίδιος πάλι Πατέρας συγκαταλέγει στα ιερά μυστήρια και τη μοναχική κουρά. Ο δε Θεόδωρος Στουδίτης χαρακτηρίζει ως «μυστήριο» τη μοναχική κουρά. Βλέπουμε λοιπόν, πως η πατερική παράδοση, αφενός μεν δεν εντόπισε το μυστήριο σε ένα και μόνο αποκλειστικά γεγονός της τριαδικής φανέρωσης του Θεού, αφετέρου δε μας εκπλήσσει, χαρακτηρίζοντας ως «μυστήρια» μεταξύ άλλων, τη μοναχική κουρά και τη νεκρώσιμη ακολουθία (εξάλλου, επί τούτου ποιος αμφιβάλλει αυτό, που υμνολογικά αναπέμπει ως δέηση ο μέγας δογματολόγος Ιωάννης Δαμασκηνός, ευχόμενος «ὄντως φοβερώτατον, τό τοῦ θανάτου μυστήριον»;). Επομένως, με βάση τα παραπάνω, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κανένα γεγονός, που συντελείται εντός της εκκλησίας και προέρχεται από την άκτιστη ενέργεια του Θεού, ως μυστήριο. Σ’ αυτό συνηγορεί ο Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου, χαρακτηρίζοντας ως μυστηριώδεις όλες τις ενέργειες του Θεού.

Είναι πλέον καιρός για μία άκρως σημαντική επισήμανση. Καταλυτική για το ξεθώριασμα ασαφειών, που έχουν δημιουργηθεί στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας. Στην εκκλησία, μυστήριο είναι μόνο η Θ. Ευχαριστία. Αυτό βέβαια, δεν αποκλείει κάθε φανέρωση των ενεργειών του Θεού από το να χαρακτηριστούν ως «μυστήρια» (και οι οποίες συντελούνται στο βάπτισμα, στο χρίσμα, στο γάμο κ.α.) αλλά αυτά τα αγιοπνευματικά γεγονότα, χαρακτηρίζονται ως μυστήρια (με την ευρεία έννοια) ακριβώς και μόνο επειδή αντλούν την «ισχύ» τους και την πνευματική τους φύση, από το κατεξοχήν μυστήριο της εκκλησίας, δηλαδή τη Θ. Ευχαριστία. Αυτό δεν είναι ξένο προς τη ζωή της εκκλησίας, ούτε μία καινοφανής τοποθέτηση, αν σκεφτούμε, πως στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, ο γάμος, το βάπτισμα κ.ά. τελούνταν εντός της Θ. Ευχαριστίας. Ήταν απόλυτα συνδεδεμένα με το μυστήριο της ευχαριστιακής συνάξεως «επί το αυτό», και με την πάροδο του χρόνου, αν και αποκόπηκαν από τη Θ. Ευχαριστία (όπως συμβαίνει και στις μέρες μας), συνηθίζεται να καλούνται μυστήρια. Εξ ου και κάποιες δεήσεις, ευχές της Θ. Ευχαριστίας, που έχουν περάσει στην ακολουθία του γάμου, του βαπτίσματος κ.ο.κ., μετά την αποκοπή τους από το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.

Αν τώρα, λάβουμε υπόψη μας τη φράση του Μαξίμου Ομολογητή «σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις» (από το «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας») βρισκόμαστε ενώπιον μίας πραγματικότητας, που επουδενί δεν επιτρέπει την αστοχία των πραγμάτων, αλλά δρα καταλυτικά στο ξεκαθάρισμα πολλών ασαφειών. Καταρχάς, οι όροι «εικόνα» και «αλήθεια» αποτελούν φιλοσοφικά δάνεια της πλατωνικής θεώρησης, εντούτοις ο Μάξιμος (όπως και ο Διονύσιος στην «Εκκλησιαστική Ιεραρχία» και άλλοι Πατέρες), τα δανείζονται για να διατυπώσουν τη σκέψη τους. Το μαξιμιανό λοιπόν, τρίπτυχο «σκιά – εικόνα – αλήθεια» ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Επικεντρώνει την προσοχή μας στην «αλήθεια», δηλαδή στην μελλοντική κατάσταση των γεγονότων (που ως εικόνες έχουν ισχύ στον παροντικό χρόνο), όπου το μόνο μυστήριο που θα υφίσταται (στη Βασιλεία του Θεού) είναι η Θ. Ευχαριστία και όχι ο γάμος, η εξομολόγηση, το χρίσμα, το βάπτισμα κ.ά.

Στο παρόν, υφίσταται η «εικόνα», δηλαδή «τά νῦν τελούμενα ἐν τῇ συνάξει», όπως γράφει ο Μάξιμος. Αυτά τώρα τα «τελούμενα» πάλι καταπώς ο ίδιος σημειώνει στη συνέχεια των λόγων του, «σύμβολα ταῦτα, καί οὐκ ἀλήθεια». Η Λειτουργία λοιπόν που τελείται δεν είναι η «αλήθεια» όπως θα υφίσταται στη Βασιλεία του Θεού, αλλά η εικόνα της αλήθειας. Εικονίζει την αλήθεια (εδώ ο όρος «εικόνα» όχι όπως νοείται στην πλατωνική φιλοσοφία περί ιδεαλιστικής θεώρησης του κόσμου), που ως νέα κατάσταση θα συνεχίζει να έχει ισχύ στα έσχατα.

Εν κατακλείδι, απ’ ότι φάνηκε μέσα από την πατερική σκέψη και στοχασμό, το μυστήριο αφενός μεν δεν ορίζεται, αφετέρου δε δεν εντοπίζεται ως συγκεκριμένη ενέργεια του Θεού, σε συγκεκριμένη κατάσταση. Στην εκκλησία όλα είναι μυστήρια. Κι αν ο γάμος, το βάπτισμα, και άλλα τα χαρακτηρίζουμε ως «μυστήρια», αυτό ωφείλεται στο γεγονός ότι ενυπήρχαν μέσα στο κατεξοχήν και μοναδικό μυστήριο της εκκλησίας, τη Θ. Ευχαριστία. Ένα μυστήριο, που δηλώνει την ταυτότητα της εκκλησίας. Δεν μπορώ στο τέλος, παρά να μνημονεύσω τη σημαντική και καθοριστική προσφορά του Ρώσου θεολόγου Ν. Αφανάσιεφ στην «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», η οποία επηρέασε τη διδασκαλία περί εκκλησίας της Β’ Βατικάνειας Συνόδου (1962 – 1965), καθώς και τη σύνδεση της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» και της άσκησης, όπως επισημαίνει στα έργα του ο Μητροπολίτης Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

Comments (0)

Tags: , ,

Ηρακλής Φίλιος: Τελικά, τι είναι Εκκλησία;

Posted on 06 Ιουνίου 2017 by larisanews

Αν το ερώτημα που αιωρείται λίγο παραπάνω, τεθεί σε ανθρώπους που καθημερινά κινούνται έξω, έχω ισχυρή την αίσθηση πως θα δοθούν ποικίλες απαντήσεις, οι οποίες εντούτοις δεν θα καταστούν ικανοποιητικές. Ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι, ίσως να μην απαντούσαν αναλόγως.

Ομολογώ πως μέσα από την τακτοποίηση των σημερινών αυτών σκέψεων, και όσον αφορά το παραπάνω ερώτημα, σκέφτηκα για άλλη μία φορά τους ανθρώπους που δεν εκκλησιάζονται. Τους αδιάφορους, τους ατσαλάκωτους, τους αγνωστικιστές, τους αθεϊστές, τους αναρχικούς, τους αρνητές. Και τους σκέφτηκα ξανά, όχι γιατί ο λόγος του Χριστού απευθύνεται σε όλους (και φυσικά και σ’ εκείνους), αλλά γιατί οι άνθρωποι αυτοί, έχω αθεράπευτη την πίστη ότι έχουν μέσα τους ένα έδαφος «ακατανόητο», «τσαλακωμένο», «ανακατωμένο» και άνυδρο, το πλέον κατάλληλο για να πέσει ο σπόρος και οι μύχιες και οντολογικές τους αναζητήσεις, να γνωρίσουν τον Χριστό, να γνωρίσουν την Εκκλησία. Επουδενί ως ειδυλλιακή κατάσταση, αόριστο και απροϋπόθετο πνευματικό βίωμα, κοσμικό γεγονός, τόπος τέλεσης μυστηριών που η ανθρώπινη συνήθεια κατάντησε ως μη αγιοπνευματικό γεγονός. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι όλα αυτά. Και πιστεύω, πως μόνο αν ο άνθρωπος γνωρίσει αυτό που είναι, τότε θα βάλει το πιο ουσιαστικό λιθαράκι για να αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του σε αυτό που ο Θεός τον καλεί να γίνει.

Θέλω λοιπόν τοιουτοτρόπως, να τονίσω πως το τι είναι Εκκλησία – λεκτικά, σχηματικά – δεν έχει τόσο νόημα για τον άνθρωπο. Η εκκλησία όμως, έχει νόημα, όταν γίνει για τον άνθρωπο αυτό που είναι. Το να υπάρχει για να υπάρχει, ουδόλως δεν ερεθίζει τις υπαρξιακές ανάγκες και προοπτικές του ανθρώπου. Το να γίνει, και να γίνεται μέσα στον καιρό και στον κάθε καιρό του σύνολου χρόνου, αυτό που είναι, αυτό πραγματικά έχει ενδιαφέρον να στρέψει αρχικά τον άνθρωπο προς το παραπάνω ερώτημα, το οποίο με τη σειρά του θα τον οδηγήσει στην αλήθεια των πραγμάτων, ήτοι την ανάπτυξη των αισθητηρίων που καλωσορίζουν στην υπόσταση του, την άκτιστη θεία χάρη.

Είναι ανάγκη, κάπως και κάπου να αναζητήσουμε την ταυτότητα της Εκκλησίας, αυτή την ειδοποιό της διαφορά, την ιδιαιτερότητα της. Αυτό δηλαδή που θα δείξει στους ανθρώπους τι όντως είναι και τι γίνεται μέσα από το είναι της, καθώς καταπώς σημειώνει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας «το είναι και η ταυτότητα της Εκκλησίας ως εσχατολογικής κοινότητας δεν βρίσκεται στην ιστορία, σε αυτό που είναι τώρα, αλλά στην Βασιλεία, σε αυτό που θα είναι» ή κατά Νικόλαο Καβάσιλα «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή φύεται μέν ἐν τῶδε τῷ βίῳ καί τάς ἀρχάς ἐντεῦθεν λαμβάνει». Αυτή η προσέγγιση του Γέροντος Περγάμου, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το γεγονός της αμφισημίας που εντοπίζεται στη φύση της Εκκλησίας∙ η Εκκλησία ζει το μέλλον της στο παρόν της και ολοκληρώνει το παρόν της στο μέλλον. Αυτό καταδεικνύει με περίτρανο τρόπο τη χρονική της απαγκίστρωση από τον κάθε καιρό και κάθε τόπο που καθηλώνει την προοπτική της σε δεδομένα κτιστά χωροχρονικά πλαίσια. Με άλλα λόγια, στην Εκκλησία δεν ζούμε για τα έσχατα μόνο, όπως δεν ζούμε μόνο για το παρόν. Υφίσταται λοιπόν η Εκκλησία σε μία χρονική διαλεκτική θα λέγαμε, μεταξύ ιστορικισμού και εσχατολογισμού, ζώντας το ιστορικό της παρελθόν και το ιστορικό της παρόν στην εσχατολογική της πραγμάτωση. Και είναι σημαντικό αυτό, διότι αναιρεί με τον τρόπο αυτό, τη μονοσήμαντη «εξουσιαστικότητα» και αποκλειστικότητα των εσχάτων. Αποφεύγοντας δε παράλληλα την καθήλωση στα κτιστά και πεπερασμένα που νοηματοδοτούν μεν την ιστορική της πορεία, αλλά δεν την ολοκληρώνουν.

Η πατερική σκέψη απέφυγε να δώσει ένα σαφή ορισμό για το είναι της Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μονομερή και απόλυτα οριοθετημένη συμπύκνωση του πνευματικού γεγονότος και θα δημιουργούσε μία εκλαϊκευμένη και κτιστή εικόνα για την ίδια. Εν τέλει, θα διερήγνυτο η σχέση Θεού – ανθρώπου και το μυσταγωγικό και εμπειρικό βίωμα θα ενέπιπτε σε όρους του όντος. Αν λοιπόν, γινόταν κάτι τέτοιο, κάθε χαρισματική έκφραση της ιερότητας θα προσεγγιζόταν μαγικά και όχι μυσταγωγικά. Ένας λοιπόν οποιοσδήποτε ορισμός της Εκκλησίας απεμπολεί το μυστήριο της θείας αποκάλυψης και νοεί τα έσχατα ως ιστορισμό. Κι εδώ, συναντάται μία ακόμη αμφισημία. Ενώ το ιστορικό και πνευματικό γίγνεσθαι στη ζωή της Εκκλησίας εικονίζει την αλήθεια των εσχάτων, αν τα έσχατα (γιατί εκεί αποκτά την αιωνιότητα της η Εκκλησία) νοηθούν μέσα από λεκτικά  σχήματα, τότε η Εκκλησία καταντά απολύτως και ολοκληρωτικώς ένα τελεσίδικο ιστορικό γεγονός, που δεν βιώνει την εσχατολογία του, αλλά ορίζει το απρόσληπτο, σαρκωμένο δε μυστήριο του Θεού, ως μη σημαινόμενο, μηδέποτε βιούμενο δια της θείας χάριτος και κοινωνίας με τον τριαδικό Θεό.

Τελικά, τι είναι Εκκλησία; Δεδομένου ότι ο απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή συνδέει την Εκκλησία με τη σύναξη των πιστών για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, λέγοντας «συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ» (Α’ Κορ. 11, 18), μπορούμε να πούμε πως η Εκκλησία συνδέεται με τη Θ. Ευχαριστία. Αυτό που μας επιτρέπει να τονίσουμε αυτή τη σύνδεση ακόμη περισσότερο, είναι το γεγονός ότι ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, τον 14ο αιώνα πρώτος ορίζει την Εκκλησία, γράφοντας στην Ερμηνεία στη Θεία Λειτουργία πως «σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις». Να η ταυτότητα της Εκκλησίας. Τα ιερά της μυστήρια. Και με τον όρο «μυστήριο» σε πληθυντικό αριθμό (βλ. επίσης «Ὀρθοί. Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καί ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» στην ευχή της Θείας Λειτουργίας), ο Καβάσιλας εννοεί το κατεξοχήν μυστήριο, το «κεφαλαιωδέστερον» όλων κατά Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τη Θ. Ευχαριστία.

Αυτή τη θέση, είχε προφανώς στην σκέψη του ο Ρώσος Θεολόγος Nicholas Afanasiev (1893-1966) και έκανε λόγο για πρώτη φορά, για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», την οποία υποστήριξε στη διατριβή του, ο τότε νέος θεολόγος Ιωάννης Ζηζιούλας (όταν την κατέθετε δεν γνώριζε τα έργα του π. Afanasiev). Ως γνωστόν ο Μητροπολίτης κ.κ. Ιωάννης είναι γνωστός για τη συμβολή του στην ευχαριστιακή εκκλησιολογία, την οποία συνδέει για την ασκητική. Στη Θ. Ευχαριστία εξάλλου, εντοπίζει ο ίδιος το είναι της Εκκλησίας.

Στο σημείο όμως αυτό, οφείλω μία άκρως ενδιαφέρουσα επισήμανση. Το γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος και ο Καβάσιλας, συνδέουν την Εκκλησία με το ευχαριστιακό γεγονός της «επί το αυτό» συνάξεως, σημαίνει ότι η Θ. Ευχαριστία είναι ένα μυστήριο που τελείται στον ιστορικό αυτό καιρό της κτίσης, έχει όμως την αναφορά του στη Βασιλεία του Θεού. Και είναι το μοναδικό μυστήριο που θα υπάρχει στα έσχατα. Στα έσχατα δεν θα υφίστανται τα ιερά μυστήρια του γάμου, της εξομολόγησης κ.ο.κ.. Ίσως και γι’ αυτό δεν αποτελούν μυστήρια με την ακραιφνή έννοια του όρου (τα μυστήρια δεν είναι επτά όπως διατείνεται η σχολαστική θεολογία), καθώς το κατεξοχήν μυστήριο από όπου αντλούν την ταυτότητα τους όλα τα άλλα, είναι η Θ. Ευχαριστία. Γι’ αυτό και ο γάμος για παράδειγμα τελούταν μέσα στη Θ. Ευχαριστία.

Προς μία τέτοια ομολογία, συνηγορεί ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος μέσα από το τρίπτυχο «σκιά-εικόνα-αλήθεια» αναδεικνύει τον άρρηκτο δεσμό Θ. Ευχαριστίας και Βασιλείας του Θεού (ανατρέπει δε παράλληλα την αρχαιοελληνική έννοια της αιτιότητας). Γράφει λοιπόν ο Μάξιμος ο Ομολογητής, στα σχόλια του στο «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας» του Διονυσίου Αρεοπαγίτου: «Σκιά τά τῆς Παλαιᾶς, εἰκών τά τῆς Νέας Διαθήκης, ἀλήθεια δέ ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις».

Μέσα από αυτό το σχήμα ο Μάξιμος θέλει να μας δείξει πως η μελλοντική Βασιλεία είναι το αίτιο και το αρχέτυπο της Θ. Ευχαριστίας, η οποία είναι για εκείνον εικόνα μιας αληθινής Ευχαριστίας. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία αυτό προβάλλει. Την άρρηκτη σύνδεση Εκκλησίας και Θ. Ευχαριστίας. Έτσι, με την πραγματικότητα αυτή η ταυτότητα της Εκκλησίας δεν είναι φιλοσοφική, ιδεολογική, ιεραποστολική, αλλά μυστηριακή και δη ευχαριστιακή. Αυτό την ξεχωρίζει από οργανώσεις, ιδεολογίες, θεωρίες και συστήματα. Αυτό το χάρισμα της ευχαριστιακής συνάξεως την επεκτείνει στα έσχατα, όπου και συνεχίζει να υπάρχει. Αιώνια.

 

Ηρακλής Φίλιος

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

Comments (0)

Tags: , ,

6ο Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής στα Τρίκαλα

Posted on 30 Μαρτίου 2017 by larisanews

Η Δημοτική Χορωδία Τρικάλων του Τμήματος Πολιτισμού – Αθλητισμού της Δ/νσης Παιδείας – Πολιτισμού του Δήμου Τρικκαίων διοργανώνει το 6ο Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής Τρικάλων, το οποίο τελείται υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών και την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Χρυσοστόμου. Η εκδήλωση θα λάβει χώρα στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Τρικάλων την Παρασκευή 7 Απριλίου 2017 και ώρα 7:30 μ.μ.

Στη συναυλία αυτή θα συμμετάσχουν σύμφωνα με τη σειρά εμφάνισής τους:

  1. Δημοτική Χορωδία Τρικάλων
  2. Χορωδία Εκκλησιαστικής και Παραδοσιακής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών
  3. Βυζαντινός Χορός Συνδέσμου Ιεροψαλτών Ι.Μ. Δημητριάδος «Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης»
  4. Μικτή Χορωδία Πολιτιστικού Συλλόγου Τυρνάβου
  5. Σωματείον Ιεροψαλτών Ν. Τρικάλων «Ιωάννης ο Δαμασκηνός»

 

Οι χορωδίες του 6ου Φεστιβάλ Χορωδιών Θρησκευτικής Μουσικής θα ψάλλουν πασχαλινούς ύμνους και αποσπάσματα της Θείας Λειτουργίας.

 

 

 

Από τη Δημοτική Χορωδία Τρικάλων 

Comments (0)

Camila Cabello - Havana
Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Να κοιμηθούμε αγκαλιά
Domenica - Θα κρύβω αυτό που ζητάς
Amy - Love is a losing game
Hi - Gloss
Πάνος Μουζουράκης - Πόσες φορές
Μπάκης Στόκας - Φίλιππος Πλιάτσικας - Υπάρχουν χρυσόψαρα
Chris Rea - Blue cafe
Modern Talking - Why did you do it
Φίλιππος Πλιάτσικας - Λόγο στην αγάπη

 


Φεβρουάριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
242526272829